Μόλις 39 ετών, ο γερουσιαστής JD Vance, από το Οχάιο και πλέον υποψήφιος αντιπρόεδρος στο ψηφοδέλτιο των Ρεπουμπλικανών για την προεδρία, έχει ήδη δώσει σαφή δείγματα των πιστεύω του για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Έτσι σε χθεσινή του συνέντευξη στο Fox News ακολούθησε τη γραμμή Τραμπ λέγοντας πως “η Ρωσία ποτέ δεν θα είχε εισβάλλει στην Ουκρανία αν ήταν Πρόεδρος ο Τράμπ, όλοι συμφωνούν με αυτό”.
Για να συνεχίσει πως “έχουμε ξοδέψει 200 δις στην Ουκρανία (σ.σ. το νούμερο δεν είναι σαφές, οι ΗΠΑ έχουν προσφέρει περίπου 100 δις, μαζί με συμμάχους κάπου στα 280). Ποιος είναι ο στόχος; Τι προσπαθούμε να πετύχουμε; Υπάρχει κίνδυνος κλιμάκωσης σε πυρηνικό πόλεμο; Γιατί υπάρχει όσο έχεις έναν ανίκανο να ασκεί την εξωτερική πολιτική και έχουμε πολλούς τέτοιους τώρα στην Ουάσιγκτον”.
Για τον ίδιο η λύση στο Ουκρανικό είναι απλή και είναι ότι έχει περιγράψει ο Τραμπ: “Πιστεύω ότι ο Πρόεδρος Τραμπ θα πάει εκεί, θα διαπραγματευθεί με τους Ρώσους και τους Ουκρανούς και θα κλείσει το όλο θέμα γρήγορα, ώστε οι ΗΠΑ να μπορέσουν να επικεντρωθούν στο πραγματικό πρόβλημα, τη μεγάλη απειλή που είναι η Κίνα”.
Οι γενικόλογες αυτές θέσεις που πλασσάρονται από τον Τραμπ ως “εξωτερική πολιτική” δεν έχουν βέβαια ουδέποτε εξειδικευθεί ή συγκεκριμενοποιηθεί, καθώς όλα παραπέμπονται στην “μαγική διαπραγματευτική ικανότητα” του, όπως ο ίδιος την προβάλλει. Όπου τα περισσότερα διεθνή ζητήματα θα τα “παζαρέψει” και θα τα λύσει επωφελώς για τις ΗΠΑ.

O JD Vance βέβαια, στο πρόσφατο παρελθόν έχει σαφώς πει πως “δεν τον ενδιαφέρει καθόλου τι θα συμβεί στην Ουκρανία”, o ίδιος είχε καταψηφίσει κιόλας την έγκριση πακέτων αμυντικών βοηθείας προς το Κίεβο, λέγοντας πως οι ΗΠΑ δεν έχουν την ικανότητα να συντηρήσουν για μακρό χρόνο τη εκεί σύγκρουση. Ακόμη έχει αμφισβητήσει την αμυντική αντίληψη των ευρωπαίων εταίρων του ΝΑΤΟ, ενώ αναγνωρίζει στη Ρωσία την “υπαρξιακή της ανάγκη για να νικήσει ή να επιβάλλει τους όρους της στην Ουκρανία”.
Ο ίδιος είναι ένα ενδιαφέρον πρόσωπο νέου αμερικανού πολιτικού από τον συντηρητικό χώρο, καθώς προέρχεται από τη “ρημαγμένη Αμερική”. Δηλαδή τις κάποτε ακμάζουσες μικρές και μεγάλες βιομηχανικές πόλεις του μεσοπολέμου στα βόρειοανατολικά και κεντρικά της χώρας, που όμως κατέρρευσαν με την μετακίνηση της παραγωγής στο εξωτερικό και πλέον αποκαλούνται Rust Belt. Μεγάλωσε με πολλές οικονομικές και οικογενειακές δυσκολίες, κατατάχθηκε στους Πεζοναύτες (για πολλούς νέους αυτών των περιοχών, που δεν έχουν προοπτική, η επαγγελματική θητεία στις Ένοπλες Δυνάμεις φαντάζει ως η μόνη λύση) και στη συνέχεια σπούδασε, παίρνοντας μάλιστα και πτυχίο νομικής από το Yale!
Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία είναι πως ο ίδιος έχει κάνει ανοίγματα προς την μαύρη κοινότητα των ΗΠΑ, έχει παντρευτεί μια δικηγόρο ινδικής καταγωγής, έχει ήδη 3 παιδιά, ενώ από προτεστάντης βαπτίσθηκε καθολικός, σε μια προσωπική πορεία “ανακάλυψης εκ νέου της αληθινής πίστης”.
Στην πολιτική μπήκε “απευθείας” καθώς χωρίς προηγούμενη σοβαρή ανάμιξη εξελέγη μόλις το 2022 γερουσιαστής στο Οχάιο, κάτι πολύ σπάνιο για τις ΗΠΑ, όπου συνήθως τα πολιτικά πρόσωπα “χτίζουν” μια καριέρα σε τοπικά αξιώματα προς τα πάνω.
Για το αμερικανικό συντηρητικό κοινό ο Vance (σαφώς ευφυής και εργατικός), αποτελεί δείγμα “ατομικής επιτυχίας”, δηλαδή ένας άνθρωπος που ξεπέρασε τις δυσκολίες της ζωής και με προσωπική προσπάθεια κατάφερε να πετύχει, να σπουδάσει, να γίνει επιχειρηματίας (σε επενδύσεις νέων τεχνολογιών), ακόμη να γράψει ένα βιβλίο με τις εμπειρίες του, το οποίο είχε μεγάλη απήχηση, αν και κάπως απλοϊκό. Με τον ίδιο να πιστεύει πως οι ΗΠΑ πρέπει να “επιστρέψουν” σε ένα δρόμο ημιαπομονωτισμού, δηλαδή να αποσυρθούν εν μέρει από την υπερέκταση τους σε όλο τον κόσμο, και να αντιμετωπίσουν τους πάντες – και ειδικά την ανερχόμενη Κίνα- ανταγωνιστικά και με αυστηρότητα.
Σε αυτό το σημείο συγκλίνει σχεδόν απόλυτα με τον Τραμπ, παρότι δεν τον είχε καθόλου σε εκτίμηση και τον είχε κατηγορεί για φθηνό λαϊκισμό, παρομοιάζοντας τον ακόμη και με τον Χίτλερ! Βέβαια τώρα θα προβάλλει δίπλα του, ως ένα δυναμικό, νεανικό πρόσωπο, άφθαρτο από την πολιτική συναλλαγή, αυτοδημιούργητο (απόλυτα αντίθετος δηλαδή του Τραμπ, άρα και ιδανικά συμπληρωματικός του).

Κι αυτά ενώπιον ενός μεγάλου αμερικανικού πλήθους, χαμηλών εισοδημάτων που αναζητά επίσης την “αναβίωση των παλιών καλών ημερών”, την επιστροφή της “αμερικανικής πρωτοπορίας” και βέβαια τη μαγική συνταγή επίτευξης τους σε ελάχιστο χρόνο, από μια τραμπική ταχυδακτυλουργία. Με τους Δημοκρατικούς του Μπάιντεν να αδυνατούν να προβάλλουν κάτι αντίστοιχο, αλλά να επιμένουν άνευρα σε μια “συνέχεια της πολιτικής” που “φέρνει σταθερά καρπούς”, με έμφαση όμως σε ζητήματα πολιτικών ελευθεριών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Δυο κόσμοι δηλαδή εντός ΗΠΑ που δύσκολα θα συναντηθούν, πριν συμβεί κάποια νέα μεγάλη κρίση.