Ο ιρακινός στρατός πραγματοποίησε με επιτυχία δοκιμαστική βολή πυραύλων από μη επανδρωμένο CH‑5 κινεζικής κατασκευής στη βάση Αΐν αλ‑Άσαντ, στην επαρχία Αλ‑Άνμπαρ. Η δοκιμή αυτή, που έλαβε χώρα λίγο μετά την πλήρη αποχώρηση των δυνάμεων του διεθνούς συνασπισμού υπό τις ΗΠΑ από τη συγκεκριμένη βάση, είχε έντονο συμβολικό χαρακτήρα, σηματοδοτώντας την πρόθεση της Βαγδάτης να αναδείξει τις αναβαθμισμένες επιχειρησιακές της δυνατότητες.
Το Ιρακινό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε την επίδειξη στις 14 Φεβρουαρίου, σημειώνοντας ότι την επέβλεψε προσωπικά ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντιστράτηγος Αμπντούλ Αμίρ Ρασίντ Γιαραλλάχ.
Το CH‑5 εκτόξευσε κατευθυνόμενους πυραύλους —πιθανότατα της οικογένειας Blue Arrow— εναντίον προκαθορισμένων στόχων στην περιοχή Αλ‑Τας, με τα ιρακινά μέσα να κάνουν λόγο για «υψηλή ακρίβεια» και πλήρη επιτυχία της δοκιμής.
Το CH‑5, προϊόν της κινεζικής CASC, ανήκει στην κατηγορία των ΜΕΑΜ μέσου ύψους και μεγάλης αυτονομίας (MALE) και συχνά συγκρίνεται με το αμερικανικό MQ‑9 Reaper. Διαθέτει αυτονομία που μπορεί να φτάσει τις 60 ώρες, επιχειρησιακή εμβέλεια χιλιάδων χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς όπλων σε εξωτερικούς φορείς —σε ορισμένες διαμορφώσεις έως και 16 πυρομαχικών. Η Ιρακινή Αεροπορία και ο Στρατός έχουν επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε κινεζικά UAV, τα οποία προσφέρουν συνδυασμό χαμηλότερου κόστους, ευκολότερης πρόσκτησης και μεγάλης επιχειρησιακής ευελιξίας.
Η συγκεκριμένη δοκιμή αποκτά ιδιαίτερη σημασία χρονικά, καθώς η αποχώρηση των αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων από την Αΐν αλ‑Άσαντ —μια από τις σημαντικότερες βάσεις του διεθνούς συνασπισμού κατά την περίοδο των επιχειρήσεων εναντίον του ISIS— άφησε ένα κενό που η Βαγδάτη επιδιώκει να καλύψει με την ενίσχυση των δικών της δυνατοτήτων.