Η ιρανική στρατιωτική ηγεσία υποστηρίζει ότι έχει αυξήσει την παραγωγή μη επανδρωμένων αεροχημάτων έως και δέκα φορές μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Αν η εκτίμηση αυτή αντανακλά την πραγματικότητα, σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση προς επιχειρήσεις υψηλού όγκου, με στόχο τον κορεσμό προηγμένων συστημάτων αεράμυνας.
Με τα συστήματα βαλλιστικών πυραύλων να έχουν υποστεί πλήγματα, η Τεχεράνη φαίνεται να επενδύει όλο και περισσότερο σε αναλώσιμα UAV και περιφερόμενα πυρομαχικά, ικανά να εκτοξεύονται σε διαδοχικά κύματα. Η τακτική αυτή αυξάνει την πιθανότητα διείσδυσης μέσω υπερφόρτωσης των αισθητήρων και των δυνατοτήτων εμπλοκής των αμυντικών συστημάτων, ιδίως όταν συνδυάζεται με απειλές από πολλαπλούς άξονες.
Καθοριστικός παράγοντας είναι η ασυμμετρία κόστους. Τα ιρανικά drones παραμένουν σημαντικά φθηνότερα από τους αναχαιτιστές που απαιτούνται για την κατάρριψή τους. Σε παρατεταμένη σύγκρουση, η δυναμική αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί κρίσιμη.
Παράλληλα, η αποκεντρωμένη παραγωγή ενισχύει την επιβιωσιμότητα. Σε αντίθεση με τα βαλλιστικά συστήματα, τα UAV μπορούν να κατασκευάζονται σε διασπαρμένες εγκαταστάσεις και να εκτοξεύονται από κινητές πλατφόρμες, μειώνοντας την ευπάθεια σε αεροπορικά πλήγματα και επιτρέποντας διαρκή ρυθμό επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα τέτοιων επιχειρήσεων εξαρτάται από την ικανότητα συντονισμού, ανθεκτικότητας σε ηλεκτρονικό πόλεμο και επάρκειας εφοδιαστικής αλυσίδας. Την ίδια στιγμή, οι αμυνόμενοι επιταχύνουν την ανάπτυξη αντιμέτρων, όπως συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, πυροβόλα μικρού διαμετρήματος και λύσεις κατευθυνόμενης ενέργειας.