Στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί προσέρχονται στις κάλπες για τις λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές («midterms»), οι οποίες πραγματοποιούνται δύο χρόνια μετά τις προεδρικές. Δεν εκλέγουν νέο πρόεδρο, αλλά ανανεώνουν τη σύνθεση του Κογκρέσου , του νομοθετικού σώματος που εγκρίνει τους ομοσπονδιακούς νόμους, τον προϋπολογισμό και ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο στην κυβέρνηση.
Το αμερικανικό Κογκρέσο αποτελείται από δύο σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, με διαφορετικό τρόπο εκλογής και διάρκεια θητείας.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων ανανεώνονται και οι 435 έδρες κάθε δύο χρόνια. Κάθε πολιτεία χωρίζεται σε εκλογικές περιφέρειες, ανάλογα με τον πληθυσμό της, και κάθε περιφέρεια εκλέγει έναν αντιπρόσωπο. Η θητεία είναι διετής, επομένως το σύνολο της Βουλής τίθεται στην κρίση των ψηφοφόρων τόσο στις προεδρικές όσο και στις ενδιάμεσες εκλογές.
Στη Γερουσία, αντίθετα, κάθε μία από τις 50 πολιτείες εκπροσωπείται από δύο γερουσιαστές, ανεξαρτήτως πληθυσμού. Οι 100 γερουσιαστές έχουν εξαετή θητεία, αλλά οι εκλογές είναι κλιμακωτές: κάθε δύο χρόνια ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των εδρών. Το 2026 διεξάγονται 35 αναμετρήσεις για τη Γερουσία, από τις οποίες οι 33 αφορούν την κανονική ανανέωση και οι δύο είναι ειδικές εκλογές για την κάλυψη θέσεων με θητεία που δεν έχει ολοκληρωθεί.
Παράλληλα, διεξάγονται εκλογές για κυβερνήτες σε 36 πολιτείες, καθώς και για τρία εδαφικά διαμερίσματα των ΗΠΑ, ενώ ανανεώνονται πολλά πολιτειακά νομοθετικά σώματα και τοπικές αρχές. Οι εκλογές αυτές επηρεάζουν ζητήματα όπως η εκπαίδευση, η φορολογία, η αστυνόμευση και η εφαρμογή πολιτειακών νόμων.
Το αμερικανικό εκλογικό σύστημα διαφέρει ουσιαστικά από τα αναλογικά συστήματα πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Οι βουλευτικές έδρες δεν κατανέμονται με βάση το συνολικό εθνικό ποσοστό κάθε κόμματος. Στις περισσότερες αναμετρήσεις εκλέγεται ο υποψήφιος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους στη συγκεκριμένη περιφέρεια ή πολιτεία, ακόμη και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία. Υπάρχουν, πάντως, διαφοροποιήσεις στους εκλογικούς κανόνες μεταξύ πολιτειών.
Αυτό σημαίνει ότι ένα κόμμα μπορεί να συγκεντρώσει περισσότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο, αλλά να εξασφαλίσει λιγότερες έδρες στη Βουλή. Ιδιαίτερη σημασία έχει επομένως η χάραξη των εκλογικών περιφερειών, η οποία μπορεί να ευνοεί το ένα ή το άλλο κόμμα μέσω της πρακτικής που είναι γνωστή ως «gerrymandering».
Η σημασία των ενδιάμεσων εκλογών βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ προέδρου και Κογκρέσου. Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του με τους Ρεπουμπλικανούς να ελέγχουν και τα δύο σώματα. Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή ή στη Γερουσία, θα μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τη νομοθετική του πρωτοβουλία.
Η Βουλή έχει καθοριστικό ρόλο στην ψήφιση νομοσχεδίων και στη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ενώ μπορεί να διεξάγει έρευνες και να κινήσει διαδικασία παραπομπής («impeachment») εναντίον ομοσπονδιακών αξιωματούχων, ακόμη και του προέδρου. Η Γερουσία, από την πλευρά της, εγκρίνει σημαντικούς κυβερνητικούς διορισμούς, ομοσπονδιακούς δικαστές και διεθνείς συνθήκες, ενώ είναι αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων «impeachment».
Εάν τα δύο σώματα ελέγχονται από διαφορετικά κόμματα, η νομοθετική διαδικασία γίνεται δυσκολότερη, καθώς απαιτούνται διακομματικές συμφωνίες. Ο πρόεδρος εξακολουθεί να ασκεί τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, αλλά δεν μπορεί να προωθεί με την ίδια ευκολία το νομοθετικό του πρόγραμμα.
Ιστορικά, οι ενδιάμεσες εκλογές συχνά λειτουργούν ως ψήφος αξιολόγησης του εν ενεργεία προέδρου. Το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο συνήθως χάνει έδρες, αν και υπάρχουν εξαιρέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εκλογές του 2010, όταν οι Δημοκρατικοί του Μπαράκ Ομπάμα έχασαν τον έλεγχο της Βουλής, και του 2018, όταν οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν την πλειοψηφία στη Βουλή κατά την πρώτη θητεία Τραμπ.
Υπό το πρίσμα των παραπάνω οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 θα καθορίσουν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κυβερνήσει ο Τραμπ έως το τέλος της θητείας του, τον Ιανουάριο του 2029. Δεν μπορούν να τον απομακρύνουν αυτομάτως από την προεδρία, αλλά μπορούν να περιορίσουν τις δυνατότητές του να νομοθετεί, να εγκρίνει δαπάνες και να προωθεί διορισμούς.
Η σημασία τους επεκτείνεται και στην εξωτερική πολιτική. Παρότι ο πρόεδρος διατηρεί ευρείες αρμοδιότητες στη διπλωματία και στη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων, το Κογκρέσο επηρεάζει τη χρηματοδότηση της άμυνας, τη στρατιωτική βοήθεια προς άλλες χώρες, τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων και τις κυρώσεις.
Έτσι, οι ενδιάμεσες εκλογές δεν αποτελούν απλώς μια αναμέτρηση μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών. Είναι ο θεσμικός μηχανισμός με τον οποίο οι Αμερικανοί μπορούν, στη μέση μιας προεδρικής θητείας, να ενισχύσουν ή να περιορίσουν την πολιτική ισχύ του προέδρου τους, χωρίς να αλλάξουν τον ίδιο τον ένοικο του Λευκού Οίκου.