Με ορατή την απόγνωση και την απελπιστική ανάγκη για κάποιου τύπου αεροπορική “αιχμή” κατά τα τελευταία στάδια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ναζιστική Γερμανία ανέπτυξε ένα από τα πιο πρωτοποριακά, αλλά και αντιφατικά από πλευράς απόδοσης, αεροσκάφη της εποχής, το Heinkel He 162 Volksjäger. Γνωστό και ως “Salamander” ή “Volksjäger” (Καταδιωκτικό του Λαού), αποτελεί μια ακόμη ιστορία τεχνολογικής καινοτομίας, εντός ενός όμως πολύ στενού χρονικού πλαισίου.
Το 1944 η Γερμανία βομβαρδίζεται συνεχώς, το πρωί από την Αμερικανική Αεροπορία και το το βράδυ από τη Βρετανική. Η Luftwaffe προσπαθούσε να βρει τρόπους να σταματήσει τους ασταμάτητους βομβαρδισμούς, αλλά η υπεροχή στους γερμανικούς ουρανούς είχε χαθεί. Έτσι, με το Χίτλερ να παίζει σημαίνοντα ρόλο στην απόφαση, η Γερμανία αποφάσισε να αντιμετωπίσει τα ατελείωτα Ρ-51 και Β-17, με νέας τεχνολογίας μαχητικά τζετ. Tα “θαυματουργά όπλα” (Wunderwaffen) όμως, όπως τα πρόβαλλε η ναζιστική προπαγάνδα, είχαν πολλά μειονεκτήματα, με το βασικότερο την αδυναμία μαζικής παραγωγής τους. Έτσι, οι αριθμοί που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των συμμαχικών βομβαρδιστικών, δεν επιτεύχθηκαν ποτέ.
Η ανάγκη για ένα οικονομικό και εύκολο στην κατασκευή αεριωθούμενο μαχητικό, που θα μπορούσε να κατασκευαστεί μαζικά, οδήγησε στην ανάπτυξη του He 162. Το πρόγραμμα ξεκίνησε το Σεπτέμβριο του 1944, με πρόσκληση από το υπουργείο Αεροπορίας για αεροσκάφος που θα μπορούσε να κατασκευαστεί από μη ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, συμπεριλαμβανομένων μαθητών και γυναικών. Η Heinkel Flugzeugwerke, υπό την καθοδήγηση του Ernst Heinkel, σήκωσε το “γάντι” και σε 3 μήνες, το πρώτο He 162 πέταξε. Το ημερολόγιο έγραφε 6 Δεκεμβρίου 1944.
Οι επιδόσεις του He 162 ήταν εντυπωσιακές για την εποχή. Εξοπλισμένο με κινητήρα τζετ, BMW 003 ή Junkers Jumo 004, έφθανε στην πρώτη περίπτωση τη μέγιστη ταχύτητα των 838 km/h σε ύψος 6.000 μέτρων. Η ανάβαση στα 6.000 μέτρα γινόταν σε περίπου 12 λεπτά, ενώ η ακτίνα δράσης του ήταν περίπου 975 χιλιόμετρα, στην πράξη σημαντικά μικρότερη. Το μήκος του ήταν 9,05 μέτρα, το εκπέτασμα 7,2, ενώ μετέφερε μόλις 700 λίτρα καυσίμων. Είχε μεικτό βάρος απογείωσης μόλις 2.800 kg, ενώ ήταν εξοπλισμένο με δύο πυροβόλα MK 108 των 30 mm, με μόλις 50 βλήματα το καθένα, τα οποία ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικά κατά των συμμαχικών βομβαρδιστικών. Μεγάλο μέρος του αεροσκάφους ήταν από ειδικά επεξεργασμένο ξύλο, ενώ χρησιμοποιήθηκε και κόλλα για την σταθεροποίηση των ξύλινων τμημάτων, μόνο που αυτή ήταν καυστική για αυτά!
Η υψηλή ευελιξία του αεροσκάφους συνοδευόταν από αρκετά προβλήματα, όπως η εξαιρετική αστάθεια στην πτήση, κυρίως λόγω του κεντρικού τοποθετημένου κινητήρα, ενώ ήταν και πολύ ευάλωτο σε εχθρικά πυρά, καθώς ο κινητήρας πάνω από την άτρακτο ήταν εκτεθειμένος και η δεξαμενή καυσίμων δεν είχε θωράκιση. Γενικότερα ο χειρισμός του απαιτούσε επιδεξιότητα (οπότε τότε πράγματι ήταν αποτελεσματικό), άρα ακυρωνόταν και η απαίτηση να μπορεί να επανδρωθεί από νεαρούς πιλότους με ελάχιστη εμπειρία (στην περιόδο που εξελισσόταν, η Γερμανία αντιμετώπιζε τεράστιο έλλειμμα πιλότων και αδυναμία συστηματικής εκπαίδευσης νέων). Πρωτότυπο πάντως ήταν ένα σύστημα εκτινασσόμενου καθίσματος που είχε εγκατασταθεί, ώστε ο πιλότος να αποφεύγει τον κινητήρα, που ήταν ακριβώς πίσω από την καλύπτρα.
Συγκρίνοντας το He 162 με το Messerschmitt Me 262, το τελευταίο ήταν σαφώς πιο βαρύ (περίπου 6.400 kg μεικτό βάρος απογείωσης), με δύο κινητήρες Jumo 004, προσφέροντας μέγιστη ταχύτητα γύρω στα 870 km/h και καλύτερο ρυθμό ανόδου, φτάνοντας τα 10.000 μέτρα σε περίπου 11 λεπτά. Το Me 262 είχε επίσης μεγαλύτερη ακτίνα δράσης, περίπου 1.050 km, και ήταν καλύτερα εξοπλισμένο, με πυροβόλα όσο και με δυνατότητα μεταφοράς ρουκετών και βομβών. Ακόμη η ποιότητα κατασκευής και η αξιοπιστία του ήταν ανώτερες, αλλά η παραγωγή του ήταν πολύ πιο πολύπλοκη και χρονοβόρα.
Το He 162, παρά την εντυπωσιακή ταχύτητα, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα στην παραγωγή και λειτουργία του. Οι περιορισμοί στα υλικά, η έλλειψη εξειδικευμένων εργατών και οι συνεχείς επιδρομές των Συμμάχων σε γερμανικά εργοστάσια επηρέασαν την ποιότητα και τον αριθμό των παραγόμενων αεροσκαφών. Περίπου 120 He 162 είδαν υπηρεσία ξεκινώντας από το Φεβρουάριο του 1945, πολύ λιγότερα από τα 1.430 Me 262 που παραδόθηκαν. Οπότε η δράση τους ήταν περιορισμένη, πετυχαίνοντας κάποιες καταρρίψεις, αλλά καταγράφοντας και πολλές απώλειες, κυρίως λόγω δομικών αστοχιών και τεχνικών προβλήματων. Παρόλα αυτά είναι ένα δείγμα τεχνολογικής εξέλιξης σε ασφυκτικές συνθήκες, που μαζί με άλλα αεροσκάφη, εγκαινίασε την εποχή των τζετ στην πολεμική αεροπορία.