Η σύγκρουση που εξελίχθηκε το 2025 στα σύνορα Ταϊλάνδης και Καμπότζης αποτέλεσε την πρώτη πραγματική πολεμική εμπλοκή για τα JAS 39 Gripen της Βασιλικής Ταϊλανδικής Αεροπορίας (RTAF). Τα αεροσκάφη χρησιμοποιήθηκαν σε αποστολές κρούσης, διακοπής γραμμών ανεφοδιασμού και υποστήριξης χερσαίων δυνάμεων.

Η εμπλοκή των Gripen εντάσσεται σε μια κλιμακούμενη συνοριακή κρίση με βαθιές ρίζες. Η συνοριακή περιοχή του Preah Vihear στην Καμπότζη παραμένει στρατιωτικοποιημένη από τις συγκρούσεις της περιόδου 2008–2011. Κατά τη διάρκεια της άνοιξης του 2025, η Ταϊλάνδη κατέγραψε αυξημένη δραστηριότητα καμποτζιανών μονάδων κοντά στη γραμμή αντιπαράθεσης. Οι αναφορές περιλάμβαναν μετακινήσεις εκτοξευτών BM-21, ανάπτυξη πυροβολικού και χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών για αναγνώριση και προσβολές. Η ένταση μετατράπηκε σε ανοιχτή σύγκρουση στις αρχές Ιουλίου.

Η απόφαση για χρήση αεροπορικής ισχύος ελήφθη μετά από επαναλαμβανόμενες απώλειες στο έδαφος. Η RTAF ενεργοποίησε σχέδια αεροπορικής υποστήριξης και κρούσης ακριβείας. Το επιχειρησιακό βάρος μοιράστηκε μεταξύ F-16 και Gripen.

Τα Gripen C/D της Ταϊλάνδης, ανεπτυγμένα στην 7η Πτέρυγα, χρησιμοποιήθηκαν αρχικά σε αποστολές συνοδείας και αναγνώρισης. Πολύ σύντομα ανέλαβαν καθήκοντα άμεσης κρούσης κατά χερσαίων στόχων, με πλήρη εκμετάλλευση των αισθητήρων και των ζεύξεων δεδομένων τους. Οι αποστολές πραγματοποιήθηκαν σε μικτούς σχηματισμούς.

Στις 24 Ιουλίου 2025, Gripen συμμετείχαν σε επιδρομές κατά θέσεων πυροβολικού και κόμβων διοίκησης κοντά στο Phu Makuea και στην ευρύτερη περιοχή των ναών Ta Muen Thom και Ta Kwai. Οι στόχοι αυτοί συνδέονταν με επιθέσεις ρουκετών και πυρών πυροβολικού προς το ταϊλανδικό έδαφος. Κατά τη φάση αυτή, τα Gripen έφεραν κυρίως βόμβες καθοδήγησης λέιζερ GBU-12 Paveway II, σε συνδυασμό με ατρακτίδια σκόπευσης. Για αυτοπροστασία, τα αεροσκάφη ήταν εξοπλισμένα με πυραύλους IRIS-T και AIM-120 AMRAAM, ενώ το πακέτο ηλεκτρονικού πολέμου περιλάμβανε παρεμβολές και προειδοποιήσεις απειλής. Ο ρόλος τους ήταν καθαρά επιθετικός.

Η εμπλοκή αυτή αποτέλεσε το βάφτισμα του πυρός για τα Gripen, οπότε οι δυνατότητες του αεροσκάφους αξιολογήθηκαν υπό πραγματική απειλή.

Η σύγκρουση εισήλθε σε νέα φάση τον Δεκέμβριο του 2025. Η RTAF αύξησε τις αποστολές της σε βάθος, χτυπώντας στόχους αρκετά εντός του καμποτζιανού εδάφους. Τα Gripen ανέλαβαν αποστολές κρούσης εναντίον γραμμών ανεφοδιασμού, στοχεύοντας υποδομές μεταφοράς και συγκέντρωσης δυνάμεων.

Στο πλαίσιο αυτό, τα Gripen πραγματοποίησαν προσβολές γεφυρών και οδικών αξόνων προς το μέτωπο. Οι επιθέσεις αυτές είχαν σκοπό τη μείωση της δυνατότητας μεταφοράς πυρομαχικών και εφεδρειών. Οι αποστολές εκτελέστηκαν με ακρίβεια, με χρήση κατευθυνόμενων βομβών σε συνδυασμό με τα ατρακτίδια στόχευσης των αεροσκαφών.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν επιδρομές στην περιοχή O’Smach, με στόχους μεγάλα συγκροτήματα… καζίνο. Η Ταϊλάνδη υποστήριξε ότι τα κτίρια αυτά λειτουργούσαν ως κόμβοι στρατιωτικής υποστήριξης, αποθήκες πυρομαχικών και βάσεις για drones.

Οπτικό υλικό από τις επιθέσεις έδειξε προσβολές υψηλής ακρίβειας, με περιορισμένη διασπορά των βομβών. Τα προφίλ πτήσης υποδείκνυαν επιχειρήσεις μέσου ύψους με καθοδήγηση λέιζερ.

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, εφαρμόστηκε το δόγμα διασποράς και ταχείου ανεφοδιασμού των Gripen, που έχει αναπτύξει η Σουηδία. Υπήρξαν αναφορές για ανάπτυξη σε εναλλακτικές υποδομές που είχαν έτοιμες οι Ταϊλανδοί, και αυξημένη ετοιμότητα επαναφόρτωσης οπλισμού. Το στοιχείο αυτό ενίσχυσε τη βιωσιμότητα του στόλου.

Η καμποτζιανή πλευρά βασίστηκε σε αντιαεροπορικά πυρά μικρού βεληνεκούς και φορητά αντιαεροπορικά βλήματα. Δεν καταγράφηκαν επιβεβαιωμένες απώλειες ταϊλανδικών αεροσκαφών, κάτι που μάλλον δύσκολα θα μπορούσε να γίνει. Η αεροπορική υπεροχή της Ταϊλάνδης διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Οι συγκρούσεις προκάλεσαν σημαντικές απώλειες και εκτοπισμούς πληθυσμών και από τις δυο πλευρές. Παρά τις διεθνείς εκκλήσεις για κατάπαυση του πυρός, οι επιχειρήσεις συνεχίζονται αλλά η χρήση αεροπορικής ισχύος διαμόρφωσε το επιχειρησιακό περιβάλλον, κάνοντας έτσι πολύ δύσκολες τις επιχειρήσεις από πλευράς Καμπότζης.

Για την Ταϊλανδική Αεροπορία, η ποελμική εμπλοκή των Gripen παρείχε πολύτιμα επιχειρησιακά δεδομένα. Η εμπειρία αυτή επηρεάζει άμεσα την αξιολόγηση και χρήση του τύπου, όχι μόνο από την Ταϊλάνδη, αλλά και από άλλες χώρες-χρήστες του τύπου.