Η απόφαση της Ελλάδας να προχωρήσει στην απόκτηση των μαχητικών Rafale αποτέλεσε μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις σύγχρονου εξοπλιστικού προγράμματος στην Ευρώπη, όπου η πολιτική απόφαση, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός και η οικονομική λογική κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής δεν περιορίστηκε στην αριθμητική ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας, με ένα υπερσύγχρονο μαχητικό. Δημιούργησε ποιοτικό, χρονικό και οικονομικό πλεονέκτημα, το οποίο σήμερα μεταφράζεται σε άμεση πίεση πάνω στην τουρκική αεροπορική ισχύ και, ταυτόχρονα, σε σοβαρή οικονομική επιβάρυνση για την Άγκυρα. Το τελευταίο είναι που θα αναλύσουμε, παρακάτω.

Η συζήτηση που άνοιξε στη Γαλλία γύρω από το πραγματικό κόστος του Eurofighter Typhoon, στο πλαίσιο της σύγκρουσης Παρισιού–Βερολίνου για τον έλεγχο του μαχητικού 6ης γενιάς FCAS, αποκάλυψε με σαφήνεια μια πραγματικότητα που στην Ανατολική Μεσόγειο έχει ήδη πρακτικές συνέπειες. Το Rafale λειτουργεί ως αποδοτικότερο σύστημα ισχύος ανά ευρώ, τόσο στο στάδιο της απόκτησης όσο και, κυρίως, στη φάση της επιχειρησιακής εκμετάλλευσης. Το Eurofighter, αντιθέτως, αποδεικνύεται πιο επιβαρυντικό οικονομικά, περισσότερο απαιτητικό στη λειτουργία και σαφώς ακριβότερο στη διατήρηση υψηλών ρυθμών χρήσης.

Στη γαλλική Εθνοσυνέλευση κατατέθηκαν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το πρόγραμμα Eurofighter παρουσίασε εκτροχιασμό κόστους που προσεγγίζει το 75% σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις, ενώ το κόστος υποστήριξης αυξήθηκε σημαντικά σε βάθος χρόνου. Η πολιτική στόχευση αυτών των δηλώσεων συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια της Γαλλίας να έχει τον πλήρη έλεγχο στο FCAS. Παρ’ όλα αυτά, οι αριθμοί που χρησιμοποιήθηκαν βασίζονται σε πραγματικές συμβάσεις και αποτυπώνουν μια οικονομική πραγματικότητα, η οποία έχει άμεση αξία και για την ελληνοτουρκική σύγκριση.

Οι πρόσφατες παραγγελίες Eurofighter από ευρωπαϊκές χώρες είναι αποκαλυπτικές. Η Γερμανία, για 20 αεροσκάφη Tranche 5, θα καταβάλλει περίπου 3,75 δισ. ευρώ, γεγονός που ανεβάζει το κόστος κοντά στα 187,5 εκατ. ευρώ ανά μονάδα, χωρίς να περιλαμβάνονται πλήρη πακέτα οπλισμού και μακροχρόνιας υποστήριξης. Η Ισπανία κινήθηκε σε παρόμοιο πλαίσιο, με συνολικό κόστος 4 δισ. ευρώ για 25 αεροσκάφη, δηλαδή περίπου 160 εκατ. ευρώ ανά μονάδα. Στον αντίποδα, η Γαλλία απέκτησε 42 Rafale με λίγο πάνω από 5 δισ. ευρώ, περίπου 119 εκατ. ευρώ ανά αεροσκάφος. Με λίγα λόγια, το Rafale, αν και ακριβό, είναι πολύ φθηνότερο από το Eurofighter.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική στις εξαγωγικές συμβάσεις. Η συμφωνία που συζητείται για την Τουρκία, ύψους περίπου 6,1 δισ. ευρώ για 20 Eurofighter, οδηγεί σε κόστος που πλησιάζει τα 300 (!) εκατ. ευρώ ανά αεροσκάφος, εφόσον συνυπολογιστούν όπλα, εκπαίδευση και υποστήριξη. Τα αντίστοιχα πλήρη πακέτα Rafale σε εξαγωγές (Ινδία, Αίγυπτος, ΗΑΕ) κινούνται στην περιοχή των 225–230 εκατ. ευρώ ανά μονάδα, διατηρώντας σαφές και διαρκές οικονομικό πλεονέκτημα.

Αυτή η διαφορά αποκτά άμεση επιχειρησιακή σημασία στην ελληνοτουρκική εξίσωση ισχύος. Η Ελλάδα προχώρησε στην ένταξη του Rafale σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η Τουρκία στερούνταν άμεσης δυνατότητας απάντησης. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία κενού ισχύος, το οποίο η Άγκυρα επιχειρεί σήμερα να καλύψει με ιδιαίτερα υψηλό οικονομικό τίμημα και αμφίβολη απόδοση.

Η Ελλάδα απέκτησε συνολικά 24 Rafale, μέσω δύο διαδοχικών συμβάσεων (12 μεταχειρισμένα και 12 καινούργια). Το συνολικό κόστος του προγράμματος κυμάνθηκε μεταξύ 3,3 και 3,5 δισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό ενσωματώθηκαν πακέτα οπλισμού με πυραύλους Meteor, SCALP-EG και MICA, ανταλλακτικά, εκπαίδευση ιπταμένων και τεχνικών, καθώς και συμβάσεις αρχικής υποστήριξης. Το αποτέλεσμα ήταν ένας στόλος που εισήλθε σε υπηρεσία ως πλήρως επιχειρησιακό σύστημα, χωρίς μεταβατικές περιόδους προσαρμογής χάρη και στην ελληνική εμπειρία στα Mirage 2000-5Mk2.

Βέβαια, η σύμβαση εν συνεχεία υποστήριξης (FOS) των ελληνικών Rafale, που ακολούθησε υπήρξε ιδιαίτερα ακριβή, ιδιαίτερα για τα ελληνικά δεδομένα. Το κόστος αυτό, όμως, συνδέεται άμεσα με την επίτευξη υψηλής διαθεσιμότητας και σταθερού ρυθμού πτήσεων. Στην πράξη, αυτή η δαπάνη εξασφαλίζει χρόνο στον αέρα, στοιχείο που καθορίζει την πραγματική μαχητική ικανότητα ενός αεροπορικού στόλου και διαχωρίζει τα αεροσκάφη που «υπάρχουν» από εκείνα που πραγματικά αποδίδουν. Η ΠΑ συνηθισμένη από τα αμερικανικά αεροσκάφη, είδε πως τα γαλλικά απαιτούν 2 ή περισσότερες φορές κόστος ανά ώρα πτήσης. Και πάλι όμως, σε σχέση με τα Eurofighter, μιλάμε για πραγματική ευκαιρία!

Σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες, με πλήρη φόρτο αισθητήρων και όπλων, καθώς και με έντονη εκπαίδευση, το κόστος ώρας πτήσης του Rafale εκτιμάται ρεαλιστικά μεταξύ 30.000 και 35.000 ευρώ. Το εύρος αυτό περιλαμβάνει καύσιμα, φθορές, ανταλλακτικά, τεχνική υποστήριξη και έμμεσες δαπάνες που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητα. Πρόκειται για κόστος τσουχτερό, απολύτως συμβατό όμως με τη μαχητική αξία που προσφέρει το αεροσκάφος και με το επιχειρησιακό αποτέλεσμα που παράγει.

Το αντίστοιχο κόστος για το Eurofighter κινείται σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα. Σε πλήρως επιχειρησιακή χρήση, με απαιτήσεις υψηλής διαθεσιμότητας και έντονης εκπαίδευσης, η ώρα πτήσης εκτιμάται μεταξύ 50.000 και 55.000 ευρώ, και μάλιστα χωρίς να μπορούν να επιτύχουν τις διαθεσιμότητες των Rafale. Το κόστος αυτό απορρέει από τη δομή υποστήριξης του αεροσκάφους, την πολυεθνική εφοδιαστική αλυσίδα και τη δυσκολία διατήρησης σταθερών ρυθμών διαθεσιμότητας χωρίς συνεχή εισροή πόρων.

Για την Τουρκία, αυτή η πραγματικότητα θα δημιουργήσει σοβαρό και μακροχρόνιο οικονομικό πρόβλημα. Η αρχική επένδυση πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ συνοδεύεται από μια διαρκή δέσμευση λειτουργικών δαπανών, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, νομισματικής αστάθειας και πιεσμένων δημοσίων οικονομικών. Κάθε ώρα πτήσης Eurofighter θα απορροφά περισσότερους πόρους, περιορίζοντας τον συνολικό αριθμό ωρών εκπαίδευσης και, κατ’ επέκταση, τη μαχητική ετοιμότητα.

Το στοιχείο του χρόνου προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πίεσης. Μέχρι τη στιγμή που τα πρώτα Eurofighter θα καταστούν επιχειρησιακά στην Τουρκία, η Πολεμική Αεροπορία θα έχει ήδη εισέλθει σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο αεροπορικής ισχύος, με την ένταξη του F-35. Η παράλληλη παρουσία Rafale και F-35 δημιουργεί ένα συνεκτικό, δικτυοκεντρικό περιβάλλον επιχειρήσεων, στο οποίο οι δύο πλατφόρμες λειτουργούν συμπληρωματικά.

Το Rafale προσφέρει αισθητήρες μεγάλης εμβέλειας, ισχυρό ραντάρ AESA και δυνατότητα μεταφοράς όπλων πολύ μεγάλου βεληνεκούς. Το F-35 εισάγει χαμηλή παρατηρησιμότητα, συγχώνευση αισθητήρων και δυνατότητα λειτουργίας ως κόμβος συλλογής και διανομής δεδομένων. Η συνύπαρξη αυτών των δύο αεροσκαφών αυξάνει εκθετικά την επιχειρησιακή αξία του ελληνικού στόλου. Φυσικά κάπου εκεί θα υπάρχει κι ένας μεγάλος και ικανότατος στόλος ελληνικών F-16V, επίσης με ένα ισχυρό ραντάρ AESA και προηγμένο υπολογιστή και δυνατότητα δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων.

Στον αντίποδα, η Τουρκία καλείται να ενοποιήσει τα παλιότερης γενιάς F-16, υπερσύγχρονα Eurofighter και μη επανδρωμένα συστήματα loyal wingman, όπως το Kizilelma. Η ταυτόχρονη επιχειρησιακή σύζευξη αυτών των πλατφορμών απαιτεί επίπεδο ωρίμανσης συστημάτων, λογισμικού και δικτυοκεντρικής ολοκλήρωσης που παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, ακόμη και για χώρες με ισχυρότερη βιομηχανική βάση. Θα μπορέσει να το καταφέρει, αλλά με συστήματα add-on (π.χ. με tablet στο κόκπιτ) κι όχι μέσα στον πυρήνα των υπολιγιστών του αεροσκάφους. Ο λόγος είναι απλός, ακόμη και τα F-16C/D CCIP δεν έχουν σχεδιαστεί για τέτοιες δυνατότητες.

Στο πεδίο των όπλων, το χάσμα διευρύνεται ακόμη περισσότερο. Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη τον πύραυλο Meteor μέσω των Rafale, ενώ η παράλληλη ένταξη των F-35 δημιουργεί προϋποθέσεις κοινής επιχειρησιακής αξιοποίησης όπλων μεγάλης εμβέλειας. Παράλληλα, η Ελλάδα θα προχωρήσει στην απόκτηση πυραύλων νέας γενιάς, ειδικά σχεδιασμένων για το F-35, όπως οι AIM-120D3, αυξάνοντας περαιτέρω την ακτίνα εμπλοκής και την επιβιωσιμότητα των ελληνικών αεροσκαφών.

Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ξεκάθαρο. Η Τουρκία βαδίζει να επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ για να καλύψει ένα κενό που ήδη υπάρχει, την ίδια στιγμή που το σημείο αναφοράς μετακινείται διαρκώς προς τα πάνω. Η ελληνική επένδυση στα Rafale λειτούργησε ως καταλύτης στρατηγικής φθοράς. Ανάγκασε την Άγκυρα να ξοδέψει μεγάλα ποσά, χωρίς πρακτικό και άμεσο επιχειρησιακό αποτέλεσμα.

Το τελικό συμπέρασμα προκύπτει με σαφήνεια μέσα από τα δεδομένα. Τα ελληνικά Rafale έχουν ήδη νικήσει τα τουρκικά Eurofighter, όχι σε επίπεδο επικοινωνίας, αλλά στο επίπεδο που μετρά πραγματικά: στον συνδυασμό επιχειρησιακής αξίας, χρόνου και οικονομικής βιωσιμότητας.