Ένα από τα κύρια επιχειρήματα που κυκλοφόρησαν στο δημόσιο διάλογο, μετά την ανακοίνωση αποστολής ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο (φρεγατών και μαχητικών) είναι το εξής: “Γιατί η Ελλάδα να πάει να υπερασπίσει από ιρανικές επιθέσεις τις βρετανικές βάσεις εκεί, που είναι και βρετανικό έδαφος; Εμπλεκόμενη κιόλας έτσι, έστω και έμμεσα, στον μη νομιμοποιημένο πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά της Τεχεράνης;”
Το επιχείρημα αυτό, με λογικοφανή διατύπωση βέβαια, αλλά και πολλές “παραδοχές” στο υπόβαθρο του, έχει σοβαρότατο λάθος, τόσο επιχειρησιακό, όσο και γεωπολιτικό και ειδικά και εθνικό. Να παραθέσουμε λοιπόν τη μεγάλη αστάθεια θεμελίωσης του.
Αρχικά, όποιος το διατυπώνει αγνοεί την γεωγραφία της Κύπρου. Οι βρετανικές βάσεις είναι πράγματι έδαφος κυρίαρχο του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως προέβλεψαν (δυστυχώς) οι συνθήκες Λονδίνου και Ζυρίχης του 1959 και 1960, με τις οποίες συνεστήθη και το ανεξάρτητο κυπριακό κράτος. Όμως στο έδαφος, εντός της περιμέτρου τους, σε Ακρωτήρι και Δεκέλεια, ζουν και εργάζονται πολλές χιλιάδες Κύπριοι. Έτσι η υποτιθέμενη “υπεράσπιση” των βάσεων, δεν αφορά το βρετανικό προσωπικό και τις εγκαταστάσεις αλλά και την πολυπληθή αυτή ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Περαιτέρω, στο στενό χωρικά κυπριακό έδαφος δεν μπορεί κανείς να “διαχωρίσει” σε επιχειρησιακό επίπεδο την έκταση των βάσεων, των 254 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Μόλις 3 χιλιόμετρα από τη βάση στο Ακρωτήρι είναι η αστική ζώνη της Λεμεσού. Δίπλα ακριβώς στη βάση της Δεκέλειας είναι το μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, της ΑΗΚ (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου), που αν χτυπηθεί θα υπονομεύσει όλη την λειτουργία του νησιού. Σε ελάχιστη απόσταση, ακόμη και εκατοντάδων μέτρων από την περίμετρο των βάσεων ή και εντός τους (που διασχίζονται και από δρόμους μαζικής μετακίνησης των Κυπρίων) υπάρχουν συνοικισμοί και χωριά.

Άρα; Αν εξαπολύθει κάποιο ή κάποια drone, ή ακόμη χειρότερα βαλλιστικοί πύραυλοι, προς τις βρετανικές βάσεις ποιός εγγυάται ότι αυτοί θα χτυπήσουν μόνο τους “δόλιους Άγγλους” και όχι Ελληνοκυπρίους; Τι αναμένει κανείς; Να εντοπίζονται τα εισερχόμενα βλήματα και η Κύπρος να τα παρακολουθεί παθητικά να διασχίζουν τον ενάεριο χώρο της παραβιάζοντας την εθνική της κυριαρχία (όπου έχει κάθε δικαίωμα αναχαίτισης); Ελπίζοντας ότι δεν θα λοξοδρομήσουν, δεν θα έχουν εκτροπή, δεν θα έχουν αστοχία και τεχνικό σφάλμα, ώστε να πλήξουν “τους ξενομπάτες και όχι εμάς σε λίγα μέτρα απόσταση”;

Να τονίσουμε και κάτι ακόμη. Το Ιράν, στην πολεμική κρίση των ημερών έχει δείξει την στρατηγική του. Ότι απαντώντας στις επιθέσεις Ισραήλ και ΗΠΑ θα διασπείρει την δική του επίθεση σε κάθε χώρα στην περιφέρεια που ανήκει-στηρίζει τη Δύση. Έτσι η Τεχεράνη έχει χτυπήσει όχι μόνο τις αμερικανικές βάσεις, τις πρεσβείες και άλλες εγκαταστάσεις στις χώρες του Κόλπου, αλλά και τις ίδιες τις χώρες αυτές. Θεωρώντας πως εφόσον φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές υποδομές είναι συνυπεύθυνες στην επίθεση που δέχεται. Άρα πέρα από τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, και το ίδιο το Κυπριακό κράτος είναι -ή μπορεί να γίνει οποιαδήποτε στιγμή- στόχος του Ιράν, ή των φιλικών του ισλαμιστικών οργανώσεων. Οπότε σε γεωπολιτικό επίπεδο η Κύπρος είναι πλέον σε κίνδυνο ανεξάρτητα των ενεργειών της έναντι του Ιράν, (που δεν υπάρχουν και τέτοιες). Παρά το ότι η Λευκωσία έχει ζητήσει διαβεβαιώσεις από το Λονδίνο, πως οι βάσεις εντός Κύπρου δεν θα χρησιμοποιηθούν επιθετικά.
Επιχειρησιακά λοιπόν είναι αδύνατο λόγω γειτνίασης, συνύπαρξης και συνάφειας, να αφεθεί η Κύπρος “ακάλυπτη” από πιθανές επιθέσεις. Και η υπεράσπιση του εθνικού κυπριακού εδάφους τελικά είναι ο στόχος και της ελληνικής αποστολής αλλά προφανώς και των κυπριακών ενόπλων δυνάμεων.
Η Κύπρος ζητά βοήθεια, η Ελλάδα δεν θα ανταποκριθεί;
Σε επόμενο στάδιο ανάλυσης, πολιτικό αυτή τη φορά: Την απόφαση κατάρριψης των όποιων εισερχομένων απειλών, ανεξάρτητα τι τελικό στόχο έχουν (και κανείς δεν μπορεί να διακρίνει σε ένα ραντάρ, που ακριβώς θα… προσγειωθεί ένα drone-καμικάζι), την έχει πάρει ήδη το Κυπριακό κράτος. Και το ίδιο, ως ανεξάρτητη οντότητα ζήτησε την επιχειρησιακή συνδρομή, πρώτα από όλα της Ελλάδας και μετά και άλλων ευρωπαίων εταίρων της. Έτσι -και δεν έχει τονιστεί αρκετά- η ελληνική στρατιωτική αποστολή στην Κύπρο, δεν πάει για να “υπερασπίσει τις βρετανικές βάσεις”. Δεν έχει διατυπωθεί από κανέναν κάτι τέτοιο, αλλά ακριβώς το διάφορο, πως γίνεται για προστασία της ίδιας της Κύπρου.
Παραθέτουμε εδώ τις πρόσφατες δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου της Λευκωσίας, Κωνσταντίνου Λετυμπιώτη: «Αυτό που ισχύει είναι η ανταπόκριση του στενότερού μας εταίρου, της Ελληνικής Κυβέρνησης, στην ενίσχυση των προληπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πέραν τούτου, την ίδια ακριβώς προσέγγιση, και ακολουθώντας το παράδειγμα της Ελλάδας και με την ίδια άμεση ανταπόκριση, έχουμε δει και από πλευράς της Γαλλικής Δημοκρατίας, μετά από αντίστοιχες τηλεφωνικές επικοινωνίες του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον Πρόεδρο Macron, αλλά και από τη Γερμανία, μετά από επικοινωνία που είχε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τον Γερμανό Καγκελάριο. Αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που θεωρώ είναι δεδομένο, στην ενίσχυση των προληπτικών μέτρων που παίρνει η Κυπριακή Δημοκρατία, τη συνδρομή των εταίρων μας και πόσω μάλλον του στενότερου εταίρου μας, που πάντοτε ο συντονισμός είναι διαρκής, της Ελλάδας.»
Έτσι σε πολιτικό επίπεδο, η ίδια η Κύπρος έχει κινητοποιηθεί για να αντιμετωπίσει άγνωστης πρόθεσης και στόχευσης εισερχόμενες απειλές και ζήτησε διεθνή συνδρομή, στην οποία η Ελλάδα -και ορθά- ανταποκρίθηκε, κάτι που παραβλέπουν ή αγνούν οι εγχώριοι οπαδοί του απομονωτισμού.
Το δόγμα περί “Ενιαίου Χώρου” και η έλλειψη του
Να εξελίξουμε την σκέψη μας όμως και να δείξουμε το σαθρότερο του επιχειρήματος περί “υπεράσπισης των ξένων/Άγγλων στην Κύπρο”. Από το 1974 και την τότε τραγωδία της τουρκικής εισβολής, η μετακίνηση περισσότερων ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Κύπρο ήταν κάτι που θεωρούσαμε “ταμπού”. Πέρα δηλαδή από τη μόνιμη παρουσία της ΕΛΔΥΚ (Ελληνική Δύναμη Κύπρου), που έχει και την σχετική πρόβλεψη σταθερής παρουσίας, πάλι λόγω ιδρυτικών συνθηκών του Κυπριακού κράτους, η Ελλάδα απέφευγε να στέλνει στην Κύπρο, άλλα στοιχεία και μονάδες των Ενόπλων Δυνάμεων της. Το γιατί; Γνωστό. Για να μην δοθεί στην τουρκική επιθετικότητα νέο επιχειρήμα περί “ελληνικών-ελληνοκυπριακών προκλήσεων”. Για να μην μας κατηγορήσει η Άγκυρα ότι παραβιάζουμε τις συνθήκες ίδρυσης. Για να μην προκληθεί κάποιο στρατιωτικό επεισόδιο το οποίο πιθανά θα κλιμακωνόταν.
Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Υπήρξε όλα αυτά τα χρόνια και μια φοβική διαχείριση (Ελλάδας και Κύπρου) στο θέμα στρατιωτικής ενίσχυσης της νήσου από την Αθήνα. Το περίφημο δόγμα περί “Ενιαίου Αμυντικού Χώρου” (ΕΑΧ) για αυτό έμεινε “περίφημο”, γιατί δεν εφαρμόστηκε ουσιαστικά και σε πληρότητα και κυρίως σε συνέχεια. Το ΕΑΧ που διατυπώθηκε το 1993 επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργείας στο Άμυνας του Γεράσιμου Αρσένη, είχε μεν αποτελέσματα, όπως τη δημιουργία στην Κύπρο υποδομών – εμφανέστερη όλων η αεροπορική βάση στην Πάφο- είχε ενίοτε δράσεις, όπως κοινές ασκήσεις, συντονισμό επικοινωνιών και στρατηγείων, διελεύσεις ελληνικών μαχητικών, δημιουργία νέων επιχειρησιακών σχεδίων, και αρκετά ακόμη, αλλά του έλειπε ένα κυρίαρχο στοιχείο. Αυτό της συνέχειας και της εξέλιξης. Ως δόγμα κεντρικό και κυρίαρχων αδελφών κρατών, ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος έπρεπε να εφαρμόζεται, δοκιμάζεται, βελτιστοποιείται, ισχυροποιείται, αναβαθμίζεται και προβάλλεται διαρκώς, κάθε έτος, κάθε εξάμηνο, κάθε στιγμή, ανεξάρτητα από τις όποιες διακυμάνσεις στα ελληνο-κυπρο-τουρκικά. Και αυτό δεν το καταφέραμε. Καθώς στις όποιες περιστασιακές “εξάρσεις” κοινής στρατιωτικής διαδρομής μεσολαβούσαν και μεγάλα χρονικά κενά, υποτονικότητα, ανακατατάξεις πολιτικές και αλλαγές φιλοσοφίας ή παρεκκλίσεις που γίνονταν και ημιμόνιμες “αλλαγής πρακτικής”.
Η ευθύνη της μη συστηματικής εφαρμογής του ΕΑΧ; Μοιρασμένη. Και η Ελλάδα δεν έδειξε την διάθεση για στιβαρή παραμονή σε μια τόσο σοβαρή δέσμευση, όπου λόγω μεγέθους -συγκριτικά με την Κύπρο- όφειλε να έχει ηγετικό ρόλο και την πρωτοβουλία. Ενώ και η Κυπριακή πολιτική σκηνή, με τις παλινδρομήσεις της και τις υπεκφυγές της δεν μπόρεσε να “απαιτήσει” μια τέτοια κοινή πορεία. Μεσολάβησαν προφανώς και μη αναμενόμενα, όπως οι οικονομικές κρίσεις εκατέρωθεν, αλλά και η γεωπολιτική εξέλιξη, όπου και η Τουρκία είχε κατά διαστήματα επιδείξει προθέσεις (όχι ουσιαστικές όπως αποδείχθηκε) κάποιας σύγκλισης. Το αποτέλεσμα πάντως είναι αυτό που ήδη αναφέραμε, ένα “Δόγμα”, χωρίς όμως το… δογματισμό εφαρμογής που χρειαζόταν, για να γίνει πειστικό και μεστό αποτροπής.
Επιστρέφουμε στην τωρινή αποστολή ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο. Αυτή σε πολλά ελληνικά και κυπριακά Μέσα Ενημέρωσης χαιρετίζεται ως “αναβίωση/εφαρμογή του δόγματος Ενιαίου Αμυντικού Χώρου”. Και περιγράφεται με πομπώδεις λόγους, ενώ και οι πολιτικοί ταγοί μας κάνουν το ίδιο, ως μια αντιστροφή του πεσιμισμού των απομονωτιστών. Θα διαφωνήσουμε με αμφότερους. Η αποστολή των δυνάμεων σήμερα είναι κρίσιμη, είναι σημαντική, είναι απαραίτητη, γιατί πράγματι εμφανίζει να ενοποιεί αμυντικά Ελλάδα και Κύπρο, να αναδεικνύει τον ιστορικό μας δεσμό και την ιδέα της στρατιωτικής δράσης σε κοινό εθνικό χώρο (έστω και συμβολικά). Για αυτό και πρέπει να γίνει, ανεξάρτητα από τα επιχειρησιακά αναγκαία και θεσμικά, που αναφέραμε. Αλλά για να θεωρηθεί ως πραγματική ενεργοποίηση του ΕΑΧ, αυτό θα κριθεί μόνο στο μετέπειτα. Όταν δηλαδή η τρέχουσα διεθνής κρίση λήξει, όταν επέλθει κάποια εκεχειρία ή ειρήνη.

Τότε λοιπόν ο “Κίμων” ή η “Ψαρά” ή τα ελληνικά F-16 θα παραμείνουν για κάποιο διάστημα στην Κύπρο; Θα την επισκέπτονται συστηματικά στα επόμενα χρόνια; Θα ασκούνται ετησίως και εντός κυπριακού εναέριου και θαλάσσιου χώρου; Θα γίνεται κάποια περιοδική μεταστάθμευση δικών μας ενόπλων δυνάμεων έστω μετά “προσκλήσεως για ανταλλαγή εμπειρίας”; Θα εξελιχθούν οι αμυντικές υποδομές στην Κύπρο για υποδοχή σημαντικών ελληνικών δυνάμεων; Θα συντονιστούμε περαιτέρω με την Κύπρο σε αγορές όπλων και κοινή/συνδυασμένη εκπαίδευση και χρήση τους; Θα αξιοποιήσουμε μαζί όλες τις ευκαιρίες αμυντικής χρηματοδότησης όπως το SAFE; Θα αποδώσει η Ελλάδα έργο σε κυπριακές αμυντικές εταιρείες που είναι και αρκετές και με δημιουργικές ιδέες και το αντίστροφο, η Κύπρος σε ελληνικές; Θα δούμε ενιαίο στρατηγείο των δύο χωρών; Τα ερωτήματα αυτά, και ουσιώδη αλλά και θλιβερώς ρητορικά, δεν τελειώνουν. Και δόγμα που ισχύει μόνο “εορτάς και Κυριακάς” δεν υφίσταται.
Οπότε: Ναι, γεωπολιτικά, ιστορικά, θεσμικά, χρονικά, η αποστολή των Ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο που γίνεται τώρα είναι πολύ σημαντική. Γιατί ενισχύει -την όψη έστω- μιας στενότερης αμυντικής συνεργασίας. Γιατί υλοποιεί μια “φλοίδα” ενός δόγματος που ακόμη δεν έχει ριζώσει βαθιά. Γιατί ενοχλεί την Τουρκία που πάντα, ευθέως ή έμμεσα, απειλούσε κατά μεγαλύτερης ελληνικής αμυντικής παρουσίας στην Κύπρο. Γιατί η Άγκυρα αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να μπορεί να αντιδράσει σε μια τέτοια ενίσχυση της Λευκωσίας. Γιατί η στήριξη της Κύπρου γίνεται και μέσω υλοποίησης μιας επίσης “φλοίδας” ευρωπαϊκής συσπείρωσης και ενιαίας άμυνας της Ε.Ε., με αποστολή εκεί και άλλων μέσων από Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία κ.λπ.
Εδώ όμως μας συμφέρει η Ελλάδα να εμφανίζεται στην πρωτοπορία “υπεράσπισης της Κύπρου”, ως “αδελφή χώρα”, πριν καταφθάσουν άλλες δυνάμεις και διεθνοποιήσουν την προστασία της Λευκωσίας. Και βέβαια, έχοντας εμείς την πρωτοβουλία και την “πρωτιά” κινητοποίησης, αποδεικνύουμε στην πράξη αυτό που χρόνια ισχυριζόμαστε διεθνώς, περί ειδικής σχέσης με την Κύπρο.
Αλλά όλα τα παραπάνω πρέπει να διαφύγουν από το περιστασιακό και το έκτακτο των ημερών. Όλα τα σχετικά πρέπει να αποτελέσουν βάση έναρξης πάγιας πολιτικής και όχι διαφήμιση πολιτικών προσώπων και συγκυριών. Τα οποία πρόσωπα, ίσως και να απολαύσουν ένα “παράσημο” στο πέτο για την κινητικότητα τους, χωρίς όμως την υποχρέωση μόνιμης διατήρησης ενιαίας άμυνας που είναι βαρύ φορτίο.

Και στα παραπάνω 4 καταληκτικές επισημάνσεις:
Η πρώτη: Αν αντιμετωπίζουμε την αποστολή της φρεγάτας “Κίμων” στην Κύπρο με τη ρομαντική γλαφυρότητα της αναπαράστασης μιας κάποτε εκστρατείας του Αθηναίου στρατηγού Κίμωνα στο νησί το 450 προ Χριστού (!), που τότε καταναυμάχησε τους Πέρσες (ήδη νεκρός…), αυτό έχει και παγίδα. Να μετατρέψουμε σε “σκηνή θεάτρου” το όλο δράμα της σημερινής πολεμικής κινητοποίησης, να χάσουμε την τρέχουσα σημαντικότητα του, να μπερδέψουμε τους Πέρσες με τους Τούρκους, να αναθαρρήσουμε περιστασιακά και να ανακουφιστούμε ηθικά. Όπως σε κάθε λήξη παράστασης αρχαίου δράματος, επιστρέφοντας μετά στα καθημερινά μας, χωρίς όμως περισσότερο ήθος περί του “αμύνεσθαι”.
Η δεύτερη: Αν αντιμετωπίζουμε την αποστολή φρεγατών και μαχητικών στην Κύπρο, ως μια ανάγκη φαντασιακής εκτόνωσης “ιστορικού μεγαλείου” ή και χειρότερα, εθνικιστικής έκστασης, που θα μας ξεπλύνει κάποιο ιδεοληπτικό καταναγκασμό, και εδώ η παγίδα βαθαίνει. Καθώς η Κύπρος και η Ελλάδα, τέτοιες ονειρώξεις τις έχουν πληρώσει ακριβά, σε αφέλεια, αυτοκαταστροφικό-εμφύλιο εξτρεμισμό αλλά και ιστορική αστοχία έως και καταστροφή. Αλλά και γιατί τέτοια, υποκρύπτουν σχεδόν πάντα την έλλειψη στρατηγικής, τη θολότητα ιδεολογίας και τον παθολογικό μεγαλοϊδεατισμό, που δεν παράγουν ουσία αλλά κυρίως ιστορικά πυροτεχνήματα.
Η τρίτη: Αν αντιμετωπίζουμε την εμφάνιση Ελλήνων στρατιωτικών στην Κύπρο, ως απόδειξη του “ιμπεριαλιστικού πολέμου” και της “νατοποίησης της νήσου” και της “πιθανής σπονδής ελληνικού αίματος στα σχέδια των αστών”, τότε, πέρα από την μονοτονία της μονόπλευρης ανάλυσης της γεωπολιτικής, που αγνοεί ή υποτιμά δεκάδες άλλες παραμέτρους εξέλιξης των διεθνών κυματισμών, μπορεί να πέσουμε στη γνωστή παγίδα. Να μετατραπούμε για μια ακόμη φορά σε αυτάρεσκους παρατηρητές των τραγικών ημερών, ως παθητικοί δηλαδή αποδέκτες των κινήσεων των “άλλων”, αποδεχόμενοι έμμεσα τη δική μας “ασημαντότητα” (μέχρι βέβαια να ωριμάσουν οι συνθήκες…).
Η τέταρτη και τελευταία: Αν βλέπουμε στην μετακίνηση ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Κύπρο, μόνο το σημαίνον “πύραυλοι και κανόνια” και όχι το σημαινόμενο της επανασύστασης -έστω και κατά συγκυρία και ίσως για ελάχιστο χρόνο – ενός ενιαίου εθνικού κορμού, που κάποτε τεμαχίστηκε αν και άλλο ήταν το λαϊκό αίτημα, τότε η παγίδα δεν είναι παγίδα, αλλά “αυτοτύφλωση”. Και παραίσθηση πως το “Κυπριακό έχει τελειώσει”.