Στα τέλη του 2014, η Bell Boeing χρηματοδότησε μια σειρά δοκιμών στο Yuma Proving Ground της Αριζόνα. Ένα τροποποιημένο MV‑22 («N204TR») εξοπλίστηκε με πλευρικούς φορείς στην εμπρόσθια άτρακτο, τους λεγόμενους cheek‑mounted pylons.
Οι δοκιμές περιλάμβαναν εκτοξεύσεις απλών Hydra 70, APKWS και πυραύλων Griffin B, τόσο σε αιώρηση όσο και σε πτήση, φτάνοντας σε ταχύτητες περίπου 110 κόμβων. Για τον εντοπισμό και την κατάδειξη στόχων χρησιμοποιήθηκε σύστημα L‑3 Wescam MX‑15, επιτρέποντας στο πλήρωμα να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες καθοδήγησης λέιζερ.

Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά. Το Osprey απέδειξε ότι μπορεί να εκτελέσει σταθερές, ακριβείς βολές προς τα εμπρός, χωρίς να επηρεάζεται η πτητική του συμπεριφορά. Οι δοκιμές επιβεβαίωσαν ότι το MV‑22 θα μπορούσε, θεωρητικά, να αναλάβει ρόλους περιορισμένης προσβολής, αυτοπροστασίας ή ακόμη και συνοδείας άλλων Osprey σε αποστολές υψηλού κινδύνου.
Παρά τα θετικά αποτελέσματα όμως το θέμα παρέμειναν σε επίπεδο proof‑of‑concept και δεν εξελίχθηκαν σε πρόγραμμα επιχειρησιακής ενσωμάτωσης.

Το Σώμα των Πεζοναυτών εξέτασε εκ νέου την ιδέα το 2018, αναγνωρίζοντας ότι η έλλειψη τέτοιου οπλισμού αποτελεί αδυναμία σε περιβάλλοντα με αυξημένη απειλή. Παρ’ όλα αυτά δεν προχώρησε σε υιοθέτηση του APKWS ή άλλων συστημάτων. Το MV‑22 εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στο κοιλιακό GAU‑17, μέρος του Interim Defensive Weapon System, το οποίο προσφέρει κατασταλτική ισχύ αλλά δεν συγκρίνεται με την ακρίβεια και την εμβέλεια ενός κατευθυνόμενου όπλου.