Το flight.com.gr αποκαλύπτει σήμερα ότι οι ΗΠΑ, από το περασμένο καλοκαίρι, έχουν προτείνει παραχώρηση μεταχειρισμένων, μη επανδρωμένων αεροχημάτων, τύπου MQ-1C Gray Eagle, που ο Αμερικανικός Στρατός αποσύρει σε πλαίσιο αναδιοργάνωσης του. Ο Ελληνικός Στρατός έχει ήδη εκφράσει ενδιαφέρον, με το θέμα να αποκτά βαρύτητα επειδή αφορά οπλισμένα UAV που μπορούν να μεταφέρουν αισθητήρες και πυρομαχικά ακριβείας, με ικανότητα πτήσης πολλών ωρών και δυνατότητα λειτουργίας σε ρόλους επιτήρησης, στοχοποίησης, αναγνώρισης αλλά και προσβολής στόχων. Το MQ-1C κατασκευάζεται από την General Atomics και ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των γνωστών μη επανδρωμένων Predator και Reaper.
Σημειώνουμε πως στο ΓΕΕΘΑ υπήρχε εικόνα από το 2022-23 για δρομολόγηση επιλογής των μεγαλύτερων MQ-9B Reaper, μαζί με τη δημιουργία υποδομής υποστήριξης, ώστε η χώρα να αποκτήσει δίκτυα δεδομένων, σταθμούς εδάφους και αλυσίδα συντήρησης για την οικογένεια αυτών των αεροχημάτων. Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε και την σταδιακή απόκτηση και άλλων παρόμοιων μεταχειρισμένων, ώστε τελικά να προκύψει κοινή βάση υποδομών και χρήσης που θα εξυπηρετούσε και τους τρεις Κλάδους. Μετά το 2024, το πρόγραμμα αγοράς των MQ-9B πάγωσε, αλλά την ίδια στιγμή η διαθεσιμότητα μεταχειρισμένων από τις ΗΠΑ αυξάνεται, καθώς ο Αμερικανικός Στρατός αναζητά αντικαταστάτες τους.

Το MQ-1C Gray Eagle αποτελεί την επιλογή του Αμερικανικού Στρατού για αποστολές ISTAR (παρακολούθησης και συλλογής πληροφοριών) και κρούσης, σε επίπεδο Μεραχίας, ενώ το MQ-9 αφορά κυρίως την Αεροπορία των ΗΠΑ, όπου αναλαμβάνει αποστολές πιο μεγάλης εμβελείας. Το Grey Eagle σχεδιάστηκε με έμφαση σε μεγάλη αυτονομία, αυτοματοποιημένη απογείωση και προσγείωση, λειτουργία από προωθημένες βάσεις, άμεση διασύνδεση με χερσαίες δυνάμεις και δυνατότητα να ενσωματωθεί σε ένα πλέγμα όπου πυροβολικό, ελικόπτερα και χερσαίοι αισθητήρες μοιράζονται εικόνα και στοχοποίηση σε πραγματικό χρόνο.
Το αεροσκάφος λειτουργεί ως σχεδόν σταθερός αισθητήρας πάνω από το πεδίο, με δυνατότητα να παρακολουθεί κινήσεις, να εντοπίζει στόχους, να τους ταυτοποιεί, να τους “φωτίζει” με λέιζερ, να παρέχει συντεταγμένες και να υποστηρίζει την κατεύθυνση πυρών πυροβολικού και αεροσκαφών, αλλά να βάλλει το ίδιο. Στο Αφγανιστάν και σε άλλες ζώνες επιχειρήσεων, αξιοποιήθηκε ως εργαλείο “κυνηγιού” στόχων υψηλής αξίας, για συνοδεία αυτοκινητοπομπών, επιτήρηση οδικών αξόνων, εντοπισμό απειλών και για προσβολή με πυρομαχικά ακριβείας.

Η τυπική διάταξη εξοπλισμού περιλαμβάνει σταθεροποιημένο συγκρότημα ηλεκτροοπτικών, με αποστασιόμετρο και καταδείκτη laser, επιτρέποντας αναγνώριση ημέρα νύχτα και καθοδήγηση όπλων με δέσμη laser. Παράλληλα, η προσθήκη του ελαφριού ραντάρ συνθετικού διαφράγματος, όπως το AN ZPY-1 STARLite προσφέρει δυνατότητα απεικόνισης και εντοπισμού κινούμενων στόχων ανεξάρτητα από φωτισμό, καθώς και ικανότητα να «βλέπει» μέσα από καπνό ή δυσχερείς καιρικές συνθήκες.
Η διασύνδεση με άλλα μέσα είναι εξίσου σημαντική. Το Grey Eagle υποστηρίζει ροή βίντεο και δεδομένων προς επίγειους σταθμούς, προς τερματικά προωθημένων τμημάτων, και προς ελικόπτερα Apache σε σχήματα “manned–unmanned teaming”, δηλαδή ομάδα επανδρωμένου-μη επανδρωμένου. Στην αμερικανική προσέγγιση, πληρώματα Apache μπορούν να λαμβάνουν εικόνα από το UAV, να αποκτούν έλεγχο του ωφέλιμου φορτίου και να εκτελούν προσβολές με καλύτερη επίγνωση κατάστασης και μεγαλύτερη ασφάλεια, αφού η αναζήτηση στόχων γίνεται από τον «μακρύ βραχίονα» του UAV. Η πρακτική αξία ενός τέτοιου σχήματος για επιχειρήσεις στον Έβρο ή στο Αιγαίο είναι προφανής, αφού συνδέει επιτήρηση και κρούση σε ενιαία αλυσίδα.

Στο σκέλος οπλισμού, το MQ-1C μεταφέρει τον αντιαρματικό πύραυλο AGM-114 Hellfire, για κρούση υψηλής ακρίβειας. Υπάρχουν τέσσερα σημεία ανάρτησης, οπότε το αερόχημα φέρει πολλαπλούς Hellfire, ή συνδυασμό αισθητήρων και πυρομαχικών, ανάλογα με το προφίλ της αποστολής. Παράλληλα, έχει γίνει πιστοποίηση κατευθυνόμενων βομβών μικρού μεγέθους όπως η GBU-44B Viper Strike. Το ενδιαφέρον των τελευταίων ετών επεκτείνεται και σε σενάρια αντιμετώπισης UAV, καθώς έχουν δημοσιοποιηθεί δοκιμές με χρήση AGM-114L Longbow Hellfire σε ρόλο κατά ενάεριω στόχων.
Τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του Grey Eagle το τοποθετούν στη μεσαία κατηγορία MALE, με έμφαση σε αντοχή και ωφέλιμο φορτίο. Με μέγιστο βάρος απογείωσης τα 1.600 κιλά, μήκος 8,53 μέτρα, εκπέτασμα 17 και ύψος 2,1 μέτρα, επιτυγχάνει μεγίστη ταχύτητα 300 χιλιόμετρα την ώρα. Η τυπική επιχειρησιακή οροφή είναι στα 25.000 πόδια, (7.600 μέτρα), με ικανότητα παραμονής στον αέρα έως 30 ώρες, ενώ οι νεότερες εκδόσεις Gray Eagle ER και Gray Eagle 25M προσφέρουν βελτιώσεις σε μεταφερόμενο καύσιμο και ωφέλιμο φορτίο με στόχο την παραμονή για πάνω από 40 ώρες σε συγκεκριμένες διαμορφώσεις χρήσης. H αρχιτεκτονική αποστολής επιτρέπει ενσωμάτωση πολλαπλών φορτίων όπως αναμεταδότες επικοινωνιών, αισθητήρες SIGINT και διαμορφώσεις ηλεκτρονικού πολέμου. Το αεροσκάφος κινείται από εμβολοφόρο κινητήρα 165 ίππων και χρησιμοποιεί καύσιμο heavy fuel (μαζούτ).

Ένα πλήρες σύστημα Grey Eagle, περιλαμβάνει αεροχήματα και την υποδομή εδάφους με σταθμούς ελέγχου, τερματικά δεδομένων, δορυφορικές ζεύξεις όπου απαιτείται, και αυτοματοποιημένο σύστημα απογείωσης και προσγείωσης. Σημειώνουμε όμως πως η παραχώρηση μεταχειρισμένων αεροχημάτων αποκτά ουσία όταν συνοδεύεται από επαρκή πακέτα υποστήριξης, ανταλλακτικά, εκπαίδευση, δικτυοκεντρική ένταξη, διαδικασίες ασφάλειας πτήσεων και επιχειρησιακά πρωτόκολλα για πτήσεις σε περιβάλλον με αυξημένη κίνηση. Η εμπειρία δείχνει ότι το κρίσιμο σημείο για κάθε MALE UAV είναι η αλυσίδα διαθεσιμότητας και το σύστημα υποστήριξης, αφού ένα αερόχημα με υψηλή τεχνική απαίτηση, χωρίς σταθερή ροή ανταλλακτικών και τεχνικών, μετατρέπεται σε στατικό μέσο και όχι σε επιχειρησιακό πολλαπλασιαστή.

Η επιχειρησιακή αξία μιας πιθανής ένταξης MQ-1C στον Ελληνικό Στρατό θα ήταν πολυεπίπεδη. Πρώτον, θα μας έδινε ένα αισθητήρα μεγάλης διάρκειας πτήσης για επιτήρηση συνόρων και κρίσιμων περιοχών. Δεύτερον, την ικανότητα στοχοποίησης για πυροβολικό με μείωση χρόνου από τον εντοπισμό στην προσβολή. Τρίτον, θα προσέφερε εικόνα σε συστήματα διοίκησης και ελέγχου. Και τέταρτο, θα άνοιγε το δρόμο για συνεργατική δράση με ελικόπτερα, ειδικά τα Apache.
Υπάρχει όμως και η πραγματικότητα του περιβάλλοντος υψηλής απειλής. Ο Αμερικανικός Στρατός χαρακτηρίζει μέρος του στόλου Grey Eagle ως λιγότερο κατάλληλο για συγκρούσεις υψηλής έντασης απέναντι σε ισχυρή αντιαεροπορική άμυνα και ηλεκτρονικό πόλεμο. Αυτό, για την Ελλάδα, μεταφράζεται σε απαίτηση για ρεαλιστική χρήση. MALE UAV σε περιβάλλον ισχυρής αεράμυνας απαιτούν προσεκτική τακτική, σωστή επιλογή τομέων, αξιοποίηση ύψους και αποστάσεων, διασπορά, προστασία ζεύξεων και ένταξη σε συνολικό δίκτυο που περιλαμβάνει ηλεκτρονικό πόλεμο και μέτρα επιβίωσης. Το Grey Eagle προσφέρει δυνατότητες, η αξία του όμως εξαρτάται από τη συνολική αρχιτεκτονική επιχειρήσεων. Και φυσικά, η όλη παραχώρηση μπορεί πολύ άνετα να βρεθεί μη συμφέρουσα, όπως συνέβη και με άλλα μεταχειρισμένα της “λίστας Μπλίνκεν”.
