Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του flight.com.gr, η Γερμανία βρίσκεται σε φάση προετοιμασίας για την αποστολή τεσσάρων οχημάτων GARMR στην Κύπρο. Πρόκειται για κινητές πλατφόρμες της Diehl Defence, σχεδιασμένες ως ολοκληρωμένες λύσεις χαμηλότερου κόστους ανά εμπλοκή απέναντι σε drones, περιφερόμενα πυρομαχικά και επιθέσεις κορεσμού. Στον πυρήνα της φιλοσοφίας τους βρίσκεται η κλιμακούμενη χρήση μέσων, από ηλεκτρονικά αντίμετρα έως κινητική κατάρριψη με πολυβόλο υψηλού ρυθμού βολής αλλά και με “αναχαιτιστές” άλλα εξειδικευμένα drone.

Η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχει ήδη απορροφήσει, σε επίπεδο σχεδίασης αεράμυνας, τα διδάγματα από τη σύγκρουση στην Ουκρανία, όπου η μαζική χρήση φθηνών UAV μετατρέπει κάθε σταθερό σημείο σε πιθανό στόχο και κάθε μικρή μονάδα σε πιθανό δέκτη επίθεσης. Η απειλή δεν περιορίζεται σε ένα είδος drone. Υπάρχουν μικρά multicopters για παρατήρηση και στοχοποίηση, περιφερόμενα πυρομαχικά, και μεγαλύτερα τύπου Shahed που επιδιώκουν να εξαντλήσουν ακριβά αντιαεροπορικά βλήματα. Σε αυτό το περιβάλλον, ζητούμενο γίνεται η αντιαεροπορική αντοχή και η οικονομία αποθέματος αναχαίτισης.

Το GARMR είναι η νεότερη μορφή του γνωστού Kinetic Defence Vehicle (KDV), το οποίο η Diehl Defence παρουσίασε και πλέον «επανεκκινεί» με νέο όνομα και ενσωματώνοντας μια σημαντική αναβάθμιση. Η εταιρεία περιγράφει το σύστημα ως υβριδικό και αρθρωτό, με υποβοηθούμενη από AI αρχιτεκτονική ανίχνευσης και υποστήριξης απόφασης, ενώ προβλέπει και χρήση δυο τύπων αναχαιτιστών (δηλαδή drones) μικρής και μεσαίας εμβελείας.

Οι προηγούμενες εκδόσεις που παρουσιάστηκαν είχαν ως πλατφόρμα το όχημα Enok AB και ενσωματωμένο πακέτο αισθητήρων που περιλάμβανε ραντάρ Echodyne, οπτικό σύστημα της Diehl με πολλαπλές κάμερες και αυτοματοποιημένη αναγνώριση αντίθεσης στόχου. Πλέον αυτά δένουν με την ένταξη AI λογισμικού AirScout της Walaris με συγχώνευση (fusion) δεδομένων αισθητήρων και κλιμακούμενη αρχιτεκτονική, ώστε το σύστημα να προσαρμόζεται σε διαφορετικά σενάρια απειλών. Αυτό έχει άμεση επιχειρησιακή αξία, επειδή τα drones δεν συμπεριφέρονται ως τυπικοί εναέριοι στόχοι, καθώς έχουν μικρό ίχνος σε ραντάρ, πετούν σε χαμηλό ύψος και με ακανόνιστη κίνηση. Εκεί απαιτείται συνεχής αξιολόγηση σε πραγματικό χρόνο, με αυτοματοποίηση που μειώνει τον χρόνο αντίδρασης.

Η αναχαίτιση μέσω πλήγματος, στο GARMR βασίζεται σε πολυβόλο σε τηλεχειριζόμενο σταθμό όπλων, είτε M134D Minigun διαμετρήματος 7,62×51 mm, είτε ισχυρότερου διαμετρήματος 12,7×99 mm, επίσης πολλαπλών καννών. Στην περίπτωση του M134D, η αποτελεσματική ζώνη εμπλοκής είναι της τάξης των 1.000 έως 1.200 μέτρων, ανάλογα με το μέγεθος του στόχου, την αναγνώριση και το προφίλ ριπής. Η μετάβαση σε διαμέτρημα 12,7 mm ανεβάζει την πιθανότητα κατάρριψης για πιο «σκληρούς» στόχους, μπορεί να ενσωματώσει ειδικά πυρομαχικά με καλύτερη συμπεριφορά κατά εναέριων απειλών περιορισμένου μεγέθους, ενώ η εμβέλεια αναφέρεται έως 2.000 μέτρα.

To soft kill γίνεται μέσω ηλεκτρομαγνητικής παρεμβολής με τεχνολογίες παλμού υψηλής ισχύος, με στόχο μειωμένες παράπλευρες επιπτώσεις και αποτελεσματικότητα κατά εμπορικών drones και επιθέσεων κορεσμού, ανάλογα με το μοντέλο και την απόσταση.

Το στοιχείο που διαφοροποιεί το GARMR από παρόμοιες λύσεις είναι ότι ενσωματώνει και αναχαιτιστές drone, που παρέχουν μεγαλύτερη ακρίβεια. Στην έκδοση GARMR SRS, ο βασικός αναχαιτιστής είναι ο CICADA, ο οποίος μπορεί να φέρει είτε δίχτυ σύλληψης για soft kill αποτέλεσμα είτε εκρηκτική κεφαλή για hard kill. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, ο ηλεκτρικής πρόωσης CICADA διαθέτει εμβέλεια περίπου 5 χιλιομέτρων, ενώ μπορεί να φορτωθούν έως 15 τέτοια σε φορέα στο πίσω μέρος του οχήματος. Ενδιαφέρον έχει ότι έχει αναφερθεί ρητά δυνατότητα εμπλοκής μεγάλων UAV όπως Shahed και Lancet.

O αναχαιτιστής CICADA της Diehl

Για μεγαλύτερες αποστάσεις, η Diehl προτείνει την έκδοση GARMR MRS, όπου το πακέτο αναχαιτιστών αλλάζει φιλοσοφία και ανεβαίνει επίπεδο κάλυψης. Σε αυτή τη διαμόρφωση έχει παρουσιαστεί φορέας 4 κανίστρων με Destinus Hornet Block 2, δηλαδή επίσης ηλεκτρικά κινούμενους αναχαιτιστές με δηλωμένη εμβέλεια άνω των 70 χιλιομέτρων και εκρηκτικό φορτίο 3 κιλών.

Το GARMR στοχεύει να μπορεί να λαμβάνει στοχοποίηση και καθοδήγηση από διασπαρμένους αισθητήρες και ανώτερα επίπεδα διοίκησης, εκμεταλλευόμενο το βεληνεκές των αναχαιτιστών, χωρίς να απαιτείται ο στόχος να βρίσκεται αποκλειστικά εντός του ορίζοντα του ίδιου του οχήματος.

Η ουκρανική διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το αρχικό όχημα KDV έχει δοκιμαστεί στην Ουκρανία (με παραδόσεις δώδεκα συστημάτων έως τις αρχές του 2025 και επιπλέον ενίσχυση μεταγενέστερα). Οπότε το GARMR, όπως παρουσιάζεται πλέον, «κουβαλά» την εμπειρία ενός προγράμματος που έχει βρεθεί σε περιβάλλον υψηλής έντασης, εκεί όπου οι τακτικές των drones αλλάζουν συνεχώς και οι αλγόριθμοι αναγκάζονται να “ωριμάζουν” υπό πολεμική πίεση.

Σε ένα νησιωτικό και παραθαλάσσιο περιβάλλον όπως της Κύπρου, ένα κινητό αντι-drone σύστημα αποκτά αξία, επειδή η απειλή μπορεί να έρθει από διαφορετικούς άξονες, με μικρό χρόνο προειδοποίησης και με δυνατότητα εκμετάλλευσης ανάγλυφου και θαλάσσιου clutter.

Αν επιβεβαιωθεί η αποστολή των τεσσάρων GARMR, η Κύπρος θα αποκτήσει ένα σύγχρονο αντι-drone μέσο, που μπορεί να λειτουργήσει ως επιπλέον στρώμα άμυνας και για για την προστασία κρίσιμων υποδομών και περιοχών.