Η εκδήλωση μνήμης και αποτίμησης για την κρίση των Ιμίων, τριάντα χρόνια μετά του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, η οποία έγινε στις 3 Μαρτίου 2026, ανέδειξε τις πολλαπλές διαστάσεις ενός γεγονότος που σημάδεψε την ελληνική εξωτερική πολιτική και τις Ένοπλες Δυνάμεις. Οι ομιλητές – ο πρέσβης επί τιμή Δημήτριος Καραϊτίδης, ο Ναύαρχος ε.α. Βασίλειος Μαρτζούκος και ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου Άγγελος Συρίγος – παρουσίασαν μαρτυρίες και αναλύσεις από πολιτική, στρατιωτική και νομική σκοπιά, αποκαλύπτοντας τις σοβαρές δυσαρμονίες στην ηγεσία, την έλλειψη συντονισμού και τα στρατηγικά λάθη που οδήγησαν σε “γκρίζες ζώνες” στο Αιγαίο.

Ο πρέσβης Δ. Καραϊτίδης, ως διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, περιέγραψε τη δραματική σύσκεψη του ΚΥΣΕΑ τη νύχτα της 30ής προς 31ης Ιανουαρίου 1996. Τόνισε την ένταση μεταξύ του πρωθυπουργού, που επεδίωκε αποκλιμάκωση χωρίς πλήγμα στην εθνική αξιοπρέπεια, και του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Χρήστου Λυμπέρη, που θεωρούσε ότι η Ελλάδα βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση και μπορούσε να δώσει «σκληρό μάθημα» στους Τούρκους. Η δυσαρμονία κορυφώθηκε όταν αποκαλύφθηκε ότι δεν είχαν ληφθεί όλα τα μέτρα ασφαλείας στα Ίμια, παρά τις επανειλημμένες εντολές Σημίτη. Η αποβίβαση Τούρκων κομάντος στη Δυτική Ίμια και η πτώση του ελληνικού ελικοπτέρου ενίσχυσαν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, ενώ η απουσία του διοικητή της ΕΥΠ και η σιωπή του υπουργού Εθνικής Άμυνας Γεράσιμου Αρσένη άφησαν κενά.

Ο Ναύαρχος Β. Μαρτζούκος, με εμπειρία από διοικήσεις φρεγατών, χαρακτήρισε την κρίση κλασικό παράδειγμα προς αποφυγήν. Επεσήμανε ότι η προσάραξη του τουρκικού πλοίου «Φιγκέν Ακάτ», έναν μήνα νωρίτερα, δεν αναγνωρίστηκε ως καταλύτης κρίσης, ενώ το ΚΥΣΕΑ συνεκλήθη μόνο στο αποκορύφωμα. Η πολιτική ηγεσία αγνόησε βασικές διαδικασίες – εθνικούς κανόνες εμπλοκής, μέτρα συναγερμού, συντονισμό υπουργείων – και δεν ζήτησε συνδρομή από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έλλειψη στρατηγικής επικοινωνίας άφησε την κοινή γνώμη στην τύχη των ΜΜΕ, ενώ η στρατιωτική ηγεσία δεν διεκδίκησε σαφή «end state». Το αποτέλεσμα: γκρίζες ζώνες, ζωτικά τουρκικά συμφέροντα στο Αιγαίο και μειωμένη άσκηση κυριαρχίας.

Ο καθηγητής Α. Συρίγος υπογράμμισε ότι η στρατιωτική κλιμάκωση – έξοδος του στόλου, αποβίβαση άγηματος, τοποθέτηση σημαίας από πολεμικό πλοίο – ήταν επιλογή της ελληνικής πλευράς, ενώ οι Τούρκοι ξαφνιάστηκαν από την ένταση. Η εξάρτηση από την αμερικανική παρέμβαση («no boats, no flags, no men of war») και η μη ύπαρξη εναλλακτικών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα αποδυνάμωσαν τη δική μας διαπραγματευτική θέση. Η μη φύλαξη της Δυτικής Ίμια από ελληνικές δυνάμεις επέτρεψε την αποβίβαση Τούρκων κομάντος, ενώ η αμφισβήτηση της κυριαρχίας σε πολλά νησιά μετά το 1996 δυσκόλεψε την προσφυγή στη Χάγη.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η διευκρίνισή του για τη φράση «no men of war»: δεν αναφέρεται σε στρατιώτες ή άγημα, αλλά αποκλειστικά σε πολεμικά πλοία (men-of-war = μεγάλα πολεμικά σκάφη στην αγγλική ναυτική ορολογία). Άρα η συμφωνία απαγόρευε πολεμικά πλοία κοντά στα νησιά, όχι την παρουσία στρατιωτών ή σημαιών – μια παρανόηση που επηρέασε βαθιά την ελληνική ερμηνεία των γεγονότων.

Οι ομιλητές συμφώνησαν ότι τα μαθήματα παραμένουν επίκαιρα: αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης, σαφείς κόκκινες γραμμές, ενίσχυση αποτροπής, τακτική συνεργασία πολιτικής-στρατιωτικής ηγεσίας και πολλαπλοί διπλωματικοί δίαυλοι. Ενώ η ατολμία στην άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων – όπως η μη επέκταση χωρικών υδάτων – ενίσχυσε τις τουρκικές διεκδικήσεις. Η κρίση των Ιμίων δεν ήταν μόνο στρατιωτική ή διπλωματική αποτυχία· ήταν αποκάλυψη βαθύτερων αδυναμιών στο σύστημα λήψης αποφάσεων. Τριάντα χρόνια μετά, η μνήμη των τριών Ελλήνων ηρώων που έπεσαν εκεί, του Χριστόδουλου Καραθανάση, του Παναγιώτη Βλαχάκου και του Έκτορα Γιαλοψού, υπενθυμίζει ότι η εθνική ισχύς απαιτεί τόλμη, συντονισμό και σαφώς αυτοκριτική.