Η αποτελεσματικότητα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την επιβιωσιμότητα των αισθητήρων της. Οι πύραυλοι αναχαίτισης αποτελούν το ορατό τμήμα του συστήματος, όμως η εμπλοκή αρχίζει από τη στιγμή που το ραντάρ θα εντοπίσει την απειλή, θα δημιουργήσει σταθερό ίχνος και θα υπολογίσει την πορεία της.
Έτσι στο βασικό κορμό του νέου ελληνικού δικτύου αεράμυνας, προορίζεται να ενταχθεί το EL/M‑2084 Multi-Mission Radar της ισραηλινής Elta, που ανήκει στον όμιλο της Israel Aerospace Industries (IAI). Πρόκειται για κινητό ραντάρ πολλαπλών αποστολών, με δυνατότητα επιτήρησης αέρος, ελέγχου πυρός, αντιβαλλιστικής προειδοποίησης και εντοπισμού ρουκετών, βλημάτων πυροβολικού και όλμων. Η επιχειρησιακή του διαδρομή συνδέεται άμεσα με τα Iron Dome και David’s Sling, ενώ χρησιμοποιείται και με άλλες ισραηλινές αρχιτεκτονικές αεράμυνας.

S-band AESA με ηλεκτρονική σάρωση
Το EL/M‑2084 λειτουργεί στην S-band και χρησιμοποιεί περιστρεφόμενη κεραία τεχνολογίας AESA, με μεγάλο αριθμό ανεξάρτητων μονάδων εκπομπής και λήψης, νιτριδίου του γαλλίου. Η μεταβολή της φάσης του σήματος σε κάθε μονάδα κατευθύνει ηλεκτρονικά τη δέσμη σε αζιμούθιο και ανύψωση μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Αστοχία περιορισμένου αριθμού μονάδων πάνω στην κεραία μειώνει την ισχύ και την ευαισθησία του, χωρίς όμως να προκαλεί αχρήστευση ολόκληρου του ραντάρ. Οπότε αυτό μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, έστω με μειωμένη απόδοση μέχρι την αντικατάσταση των προβληματικών στοιχείων.
Η μηχανική περιστροφή εξασφαλίζει κάλυψη ολόκληρου του ορίζοντα, ενώ η ηλεκτρονική σάρωση επιτρέπει στο σύστημα να επιστρέφει συχνότερα στους στόχους υψηλής προτεραιότητας. Ένα αεροσκάφος σταθερής πορείας μπορεί να ανανεώνεται αραιότερα, ενώ ένας πύραυλος cruise, ένα μαχητικό σε ελιγμό ή ένας τακτικός βαλλιστικός πύραυλος, λαμβάνει πολύ πυκνότερες μετρήσεις.
Το ραντάρ ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια MMR της εταιρείας, με ποικιλία μοντέλων και αντίστοιχα ειδικά χαρακτηριστικά. H IAI δεν δημοσιοποιεί όμως τις επιδόσεις κάθε μοντέλου, αλλά δίνει ένα “γενικό” πακέτο προδιαγραφών, που αναφέρουμε παρακάτω.

Περιστροφή 360 μοιρών και λειτουργία τομέα
Στην κανονική λειτουργία η κεραία περιστρέφεται μηχανικά με ταχύτητα έως 30 στροφές το λεπτό οπότε μία πλήρης κάλυψη του ορίζοντα ολοκληρώνεται κάθε δύο δευτερόλεπτα. Στο ίδιο διάστημα η ηλεκτρονική σάρωση δημιουργεί πρόσθετες δέσμες προς τα κρίσιμα ίχνη. Εδώ η μέγιστη εμβέλεια της οικογένειας MMR, αναφέρεται στα 475 χιλιόμετρα, με κάλυψη ανύψωσης από μείον 7 έως συν 70 μοίρες.
Προσφέρεται όμως και η λειτουργία “Stop and Stare”, όπου η κεραία ακινητοποιείται σε συγκεκρίμενη κατεύθυνση ενδιαφέροντας, καλύποντας τόξο 130 μοιρών. Εδώ η συγκέντρωση χρόνου και ενέργειας αυξάνει τη μέγιστη εμβέλεια στα 650 χιλιόμετρα και την κάλυψη ανύψωσης από μείον 7 έως συν 90 μοίρες. Και στις δύο μεθόδους λειτουργίας, το υψόμετρο ανίχνευσης του ραντάρ είναι τα 30,5 χιλιόμετρα (100.000 πόδια).

Παλαιότερες πληροφορίες απέδιδαν στο EL/M‑2084 δυνατότητα παρακολούθησης έως 1.200 ιχνών αεροσκαφών και πυραύλων. Ο αριθμός περιγράφει τη μέγιστη χωρητικότητα του αρχείου ιχνών και απέχει από τον αριθμό των στόχων που μπορούν να προσβληθούν ταυτόχρονα. Η κεραία κατανέμει διαφορετικούς πόρους ανά στόχο. Ένα πολιτικό αεροσκάφος σταθερής πορείας χρειάζεται αραιότερη ανανέωση. Ένας cruise χαμηλού ύψους ή ένας βαλλιστικός πύραυλος λαμβάνει περισσότερες επισκέψεις της δέσμης και μεγαλύτερο τμήμα της υπολογιστικής ισχύος. Οπότε μόνο ένα υποσύνολο των 1.200 στόχων αποκτά ανά πάσα στιγμή ίχνος ποιότητας ελέγχου πυρός. Οι πραγματικές ταυτόχρονες εμπλοκές καθορίζονται από το σύστημα διοίκησης, τους εκτοξευτές, τα διαθέσιμα βλήματα, τις ζεύξεις δεδομένων και τη γεωμετρία της επίθεσης.
Το Ground Fire, μια πλατφόρμα που “την ξέρουμε” στην Ελλάδα
Στην ίδια κατηγορία ρόλου και επιδόσεων βρίσκεται και το ευρωπαϊκό Ground Fire της Thales. Αποτελεί το χερσαίο αντίστοιχο της τεχνολογίας του Sea Fire των φρεγατών FDI άρα σε κάποιο βαθμό είναι γνωστή και στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, αλλά πλέον σε έκδοση με περιστρεφόμενη κεραία S-band AESA, πάνω σε φορτηγό 8Χ8. Το συγκεκριμενο ραντάρ, προσαρμοσμένο στις ανάγκες επίγειας αντιαεροπορικής/ αντιβαλλιστικής άμυνας, αποτελεί το βασικό αισθητήρα του γαλλικού συστήματος επίγειας αεράμυνας SAMP/T NG, με χρήση πυραύλων Aster 30 NG.

Η κατασκευάστρια αναφέρει για το Ground Fire μέγιστη εμβέλεια έως 400 χιλιόμετρα, κάλυψη 360 μοιρών και ανύψωση έως 90 μοίρες. Και αυτό είναι 4D, με στοιχεία νιτριδίου του γαλλίου, επίσης με ικανότητα Stare, δηλαδή εστιάσης σε ένα συγκεκριμένο τομέα, οπότε και ανεβαίνει κατακόρυφα ο ρυθμός ανανέωσης στοιχείων ανά στόχο. Το ραντάρ μπορεί να αναλύσει πάνω από 1.000 ίχνη στόχων, με παρεμφερείς με το ισραηλινό περιορισμούς. Ενδιαφέρον είναι πως και τα δύο ραντάρ είναι αερομεταφερόμενα με αεροσκάφη C-130 και μεγαλύτερα.
Ο χρόνος σύμπτυξης και ο κίνδυνος καταστροφής
Η κινητικότητα των σύγχρονων ραντάρ αεράμυνας αποτελεί βασική προϋπόθεση επιβίωσης τους. Ο Καναδικός Στρατός που είναι χρήστης του EL/M‑2084 σε ρυμουλκούμενη διαμόρφωση, αναφέρει περίπου 20 λεπτά για ανάπτυξη και αντίστοιχο χρόνο για σύμπτυξη. Ο χρόνος αυτός αφορά συγκεκριμένη έκδοση, παρέχει όμως σαφή ένδειξη της διαδικασίας. Από την πλευρά του Ground Fire, ο χρόνος τάξης είναι 15 λεπτά και σύμπτυξης 10 λεπτά.
Είκοσι λεπτά αποτελούν μεγάλο διάστημα απέναντι σε αντίπαλο που διαθέτει βαλλιστικά όπλα ακριβείας. Καθώς μετά τον γεωεντοπισμό της εκπομπής ενός ραντάρ από συστήματα ηλεκτρονικής υποστήριξης, κάποιο μη επανδρωμένο, ή δορυφορικό αισθητήρα, οι συντεταγμένες της θέσης του πάνε σε μονάδα κρούσης, όπως ένας βαλλιστικός πύραυλος, μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Αν ακολουθήσει διακοπή της εκπομπής του ραντάρ, αυτό αφαιρεί μεν το ηλεκτρομαγνητικό ίχνος του, αλλά η θέση έχει ήδη καταγραφεί από τις εχθρικές δυνάμεις.
Για την ελληνική διαμόρφωση του EL/M‑2084 o κρίσιμος χρόνος θα είναι το διάστημα από τη διακοπή λειτουργίας μέχρι την κίνηση του οχήματος που το ρυμουλκεί (ή το φέρει ως φορτίο επάνω του). Οπότε για το όσο δυνατόν ταχύτερη απομάκρυνση, η κεραία πρέπει να αναδιπλώνεται αυτόματα, τα συστήματα ισχύος και επικοινωνιών να αποσυνδέονται χωρίς πολύπλοκες διαδικασίες και η μονάδα να εγκαταλείπει την αρχική θέση μέσα σε λίγα λεπτά.

Αν υπάρχει παρουσία αντιαεροπορικών μεγάλης εμβελείας κοντά στο ραντάρ (όπως π.χ. τα ισραηλινά David’s Sling), αυτό αυξάνει την προστασία του πολύτιμου αισθητήρα, όμως μία επίθεση κορεσμού μπορεί να συνδυάσει βαλλιστικούς πυραύλους και cruise, drones, δολώματα και όπλα αντιραντάρ.
Μάλιστα οι ιρανικές αντεπιθέσεις φέτος, σε αμερικανικές και συμμαχικές εγκαταστάσεις στον Περσικό Κόλπο, έδειξαν ότι ακόμη και περιοχές με αντιαεροπορικά Patriot και THAAD αλλά και ισχυρή αεροπορική προστασία, μπορούν να υποστούν ζημιές από επαναλαμβανόμενα κύματα εισερχομένων βλημάτων/drones. Και βέβαια τα μεγάλα ραντάρ και οι γνωστές θέσεις τους αποτελούν στόχους υψηλής προτεραιότητας.
Οπότε η επιβίωση των ελληνικών EL/M‑2084 θα στηριχθεί σε πολλαπλές προετοιμασμένες θέσεις στάθμευσης τους, συχνές μετακινήσεις, ομοιώματα τους για παραπλάνηση, πειθαρχία εκπομπών, παθητικούς αισθητήρες και τοπική προστασία από κάθε είδους απειλή. Απαιτείται επίσης επαρκής αριθμός των ίδιων των EL/M‑2084, ώστε η μετακίνηση ενός να μην ανοίγει κενό στην κάλυψη.
Ο αισθητήρας που θα καθορίζει τον χρόνο αντίδρασης
Το EL/M‑2084 μπορεί να προσφέρει στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» επιτήρηση αεράμυνας μεγάλης εμβελείας, ίχνη ελέγχου πυρός, αντιβαλλιστική προειδοποίηση, μέχρι και εντοπισμό πυροβολικού από μια πλατφόρμα. Η αξία του βρίσκεται στη δυνατότητα να αναγνωρίζει γρήγορα τι πλησιάζει, από πού προήλθε, πού κατευθύνεται και ποιο όπλο πρέπει να αναλάβει την εμπλοκή.
Η τελική επιχειρησιακή απόδοση θα κριθεί από την ακριβή έκδοση που θα επιλεγεί, την ταχύτητα αλλαγής θέσης, την πυκνότητα του δικτύου και τη διασύνδεση με τα υπόλοιπα ελληνικά ραντάρ και συστήματα αναχαίτισης.