Η ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κύπρο λαμβάνει χώρα σε μια ιστορικά φορτισμένη συγκυρία, τόσο για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για τον ελληνισμό συνολικά. Για πρώτη φορά, Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται ταυτόχρονα σε ηγετικές θέσεις δύο κορυφαίων ευρωπαϊκών θεσμών, με τη Λευκωσία να προεδρεύει του Συμβουλίου της ΕΕ και την Αθήνα να ηγείται του Eurogroup, μέσω του Κυριάκου Πιερρακάκη. Η σύμπτωση αυτή προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική, θεσμική και γεωστρατηγική βαρύτητα στην περίοδο που ανοίγεται.

Η Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ αποτελεί κομβικό ρόλο για τη λειτουργία της Ένωσης. Η χώρα που την ασκεί καθορίζει την ημερήσια διάταξη, συντονίζει τις εργασίες των κρατών-μελών, διαμορφώνει συμβιβασμούς σε σύνθετα νομοθετικά ζητήματα και εκπροσωπεί το Συμβούλιο στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σε περιόδους έντονης γεωπολιτικής πίεσης, η Προεδρία αποκτά χαρακτήρα πολιτικής καθοδήγησης και θεσμικής σταθερότητας.

Η κυπριακή Προεδρία ξεκινά με ξεκάθαρο προσανατολισμό, όπως αποτυπώνεται στο σύνθημα «μια αυτόνομη Ένωση, ανοιχτή στον κόσμο», φέρνοντας στο προσκήνιο τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ανθεκτικότητα των θεσμών της και την ανάγκη ενεργότερης παρουσίας σε κρίσιμες γεωγραφικές περιοχές. Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης, ως χώρος όπου συγκλίνουν ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας, μεταναστευτικών ροών και θαλάσσιας κυριαρχίας.

Η Τουρκία παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την ευρωπαϊκή στρατηγική στην περιοχή, με τις διεκδικήσεις της σε θαλάσσιες ζώνες, τη συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους και τη συνολικότερη αναθεωρητική της στάση να επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η κυπριακή Προεδρία προσφέρει θεσμικό πλαίσιο για την ανάδειξη των ζητημάτων αυτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συνδέοντας την προστασία της κυριαρχίας των κρατών-μελών με το διεθνές δίκαιο και τη σταθερότητα της περιοχής.

Κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή συζήτηση αναμένεται να διαδραματίσουν οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) και η ενεργειακή διάσταση της Ανατολικής Μεσογείου. Η Κύπρος, σε στενό συντονισμό με την Ελλάδα, φέρνει στο ευρωπαϊκό τραπέζι το ζήτημα της αξιοποίησης των θαλάσσιων ενεργειακών πόρων ως ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας εφοδιασμού. Η προστασία των ΑΟΖ, η ασφάλεια των υποθαλάσσιων υποδομών, των αγωγών και των ενεργειακών διασυνδέσεων αποκτούν στρατηγική σημασία σε μια Ευρώπη που αναζητά σταθερές και διαφοροποιημένες πηγές ενέργειας.

Η ενέργεια λειτουργεί ως καταλύτης ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων. Η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται σε δυνητικό πυλώνα ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής, τόσο μέσω υδρογονανθράκων όσο και μέσω έργων ηλεκτρικής διασύνδεσης και πράσινης μετάβασης. Η κυπριακή Προεδρία δημιουργεί το πλαίσιο για την ενσωμάτωση αυτών των σχεδιασμών στη συνολική ευρωπαϊκή πολιτική, συνδέοντας την ενεργειακή ασφάλεια με τη γεωπολιτική σταθερότητα.

Παράλληλα, η ανάληψη της ηγεσίας του Eurogroup από την Ελλάδα σηματοδοτεί βαθιά θεσμική μετατόπιση. Η Αθήνα αναλαμβάνει ρόλο συντονισμού της οικονομικής πολιτικής της Ευρωζώνης, συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση αποφάσεων για τη δημοσιονομική σταθερότητα, την ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα των οικονομιών. Η παρουσία του Κυριάκου Πιερρακάκη στο Eurogroup ενισχύει τη δυνατότητα σύνδεσης οικονομικής πολιτικής και γεωστρατηγικών επιλογών, ειδικά σε θέματα ενέργειας και επενδύσεων.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η δυνατότητα βελτίωσης των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ, σε ένα περιβάλλον αυξημένης αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας και πολιτικών διαύλων, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα για την ενίσχυση της συνεργασίας ΕΕ–Ισραήλ στους τομείς της ενέργειας, της ασφάλειας και της τεχνολογίας, εντάσσοντας τη σχέση αυτή σε ένα θεσμικό ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η ταυτόχρονη θεσμική παρουσία Ελλάδας και Κύπρου σε καίριες ευρωπαϊκές θέσεις δημιουργεί πραγματικές δυνατότητες στρατηγικού συντονισμού, με επίκεντρο την Ανατολική Μεσόγειο, τις ΑΟΖ, την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Σε μια Ευρώπη που αναζητά σαφή προσανατολισμό και συνεκτική εξωτερική πολιτική, η συγκυρία αυτή προσφέρει πλαίσιο ουσιαστικής παρέμβασης και ανάληψης ευθύνης σε θέματα που ξεπερνούν τα εθνικά όρια και αγγίζουν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής.