Ακόμη και το B-2 Spirit, ένα από τα πιο προηγμένα βομβαρδιστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας στον κόσμο, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να εξαλείψει η τεχνολογία stealth:
Αφορά τα γνωστά ίχνη συμπύκνωσης (contrails), τις λευκές γραμμές που εμφανίζονται πίσω από αεροσκάφη όταν οι υδρατμοί των καυσαερίων σχηματίζουν παγοκρυστάλλους σε συνθήκες χαμηλής θερμοκρασίας και κατάλληλης υγρασίας και μπορούν να καταστήσουν ορατή την παρουσία του σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.

Για ένα συμβατικό αεροσκάφος, το φαινόμενο δεν έχει ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία. Για ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό όπως το B-2, όμως, το οποίο βασίζεται στη χαμηλή παρατηρησιμότητα για τη διείσδυση σε εχθρικό εναέριο χώρο, ένα ευδιάκριτο ίχνος μπορεί να αποκαλύψει τη θέση ή την πορεία του, ακόμη και όταν το ίδιο παραμένει δύσκολα ανιχνεύσιμο από τα ραντάρ.
Για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, το B-2 διαθέτει το Pilot Alert System, ένα σύστημα οπτικού εντοπισμού τύπου lidar, το οποίο χρησιμοποιεί ακτινοβολία λέιζερ αντί ραδιοκυμάτων. Ο αισθητήρας παρακολουθεί τις συνθήκες πίσω από το αεροσκάφος και προειδοποιεί το πλήρωμα όταν αρχίζει ο σχηματισμός ίχνους συμπύκνωσης.
Η προειδοποίηση επιτρέπει στους χειριστές να μεταβάλουν το ύψος πτήσης, εφόσον το επιτρέπουν οι επιχειρησιακές συνθήκες, ώστε να εξέλθουν από την ατμοσφαιρική ζώνη όπου δημιουργούνται τα ίχνη. Υπογραμμίζεται ότι το σύστημα δεν εμποδίζει άμεσα τον σχηματισμό τους, αλλά προσφέρει στο πλήρωμα τη δυνατότητα να περιορίσει την έκθεση του αεροσκάφους.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τεχνολογία του αισθητήρα, λέιζερ συνεχούς εκπομπής αντί παλμικού, ώστε η λειτουργία του συστήματος να μην δημιουργεί πρόσθετο κίνδυνο εντοπισμού. Η ανάπτυξή του χρηματοδοτήθηκε από την Αμερικανική Αεροπορία στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο των αναβαθμίσεων του στόλου B-2.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον αρχικό σχεδιασμό του Spirit είχαν προβλεφθεί δεξαμενές χημικού υγρού για την καταστολή των ιχνών συμπύκνωσης, τοποθετημένες εξωτερικά των κύριων σκελών προσγείωσης. Η συγκεκριμένη λύση δεν αξιοποιήθηκε τελικά επιχειρησιακά και αντικαταστάθηκε από την προσέγγιση της έγκαιρης προειδοποίησης.