Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πρόεδρος της σύγχρονης εποχής που έχει διατάξει τις περισσότερες στρατιωτικές επιθέσεις σε διαφορετικές χώρες. Αυτό αναφέρει το Axios σε άρθρο του, επισημαίνοντας πως έχει πλήξει επτά έθνη, τρία από τα οποία — το Ιράν, η Νιγηρία και η Βενεζουέλα — δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν δεχθεί αμερικανικές στρατιωτικές επιδρομές (σ.σ. τα άλλα είναι η Σομαλία, η Υεμένη, το Ιράκ και η Συρία).
Το 2025 εξουσιοδότησε περισσότερες αεροπορικές επιδρομές από ό,τι ο Τζο Μπάιντεν σε ολόκληρη την τετραετή θητεία του. Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ παρουσιάστηκε ως ο «αντιπολεμικός» υποψήφιος, ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι παραμένει τέτοιος: εξαντλεί πάντα τη διπλωματία πριν δράσει και ότι η προβολή συντριπτικής ισχύος οδηγεί σε διαρκή ειρήνη. Ωστόσο, ο θάνατος τριών Αμερικανών στρατιωτών στις πρώτες 24 ώρες των επιδρομών στο Ιράν δοκιμάζει σκληρά αυτό το επιχείρημα. Ο Τραμπ δήλωσε σε βίντεο ότι «δυστυχώς θα υπάρξουν πιθανότατα περισσότεροι» πριν τελειώσει, αλλά θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να αποφευχθούν, ορκιζόμενος να εκδικηθεί τους νεκρούς.
Πάντα σύμφωνα με το Axios, οι επιθέσεις του Τραμπ ξεχωρίζουν ιστορικά όχι μόνο σε αριθμό αλλά και σε είδος. Σε αντίθεση με τις μαζικές εκστρατείες του Μπους μετά την 11η Σεπτεμβρίου ή τους πολέμους με drones του Ομπάμα, που επικεντρώνονταν σε κληρονομημένα ή εγκεκριμένα από το Κογκρέσο μέτωπα, ο Τραμπ άνοιξε νέα μέτωπα: επιδρομή ανήμερα Χριστουγέννων στη Νιγηρία, βύθιση σκαφών ναρκωτικών στην Καραϊβική, απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από το Καράκας. Το μοντέλο του είναι συνεπές: χωρίς χερσαίες δυνάμεις, χωρίς μακροχρόνιες εμπλοκές, γρήγορη και συντριπτική ισχύς για την υπεράσπιση αμερικανικών συμφερόντων.

Η τρέχουσα επιχείρηση κατά του Ιράν, η Epic Fury — κοινή αμερικανο-ισραηλινή εκστρατεία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης της Τεχεράνης — ξεχωρίζει ως η πιο επιθετική και υψηλού ρίσκου πράξη της προεδρίας του. Ξεκίνησε χωρίς εξουσιοδότηση του Κογκρέσου ή εκτεταμένη δημόσια συζήτηση, μετά από τη μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση στη Μέση Ανατολή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Οι στόχοι περιλαμβάνουν την καταστροφή βαλλιστικών πυραύλων, βιομηχανίας πυραύλων και ναυτικού του Ιράν. Ο Ανώτατος Ηγέτης Αλί Χαμενεΐ δολοφονήθηκε από ισραηλινές επιδρομές στις πρώτες 24 ώρες, μαζί με δεκάδες υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Οι επιδρομές συνεχίζονται αμείωτες, ενώ το Ιράν αντεπιτίθεται με πυραύλους και drones κατά συμμάχων στον Κόλπο.
Στο εσωτερικό, ορισμένοι πιστοί υποστηρικτές του Τραμπ δυσκολεύονται να συμβιβάσουν τον πόλεμο με τον υποψήφιο που εξέλεξαν. Ο δημοσιογράφος Τάκερ Κάρλσον χαρακτήρισε την απόφαση «αηδιαστική και κακή», ενώ influencers αναδημοσιεύουν προειδοποιήσεις του Τσάρλι Κερκ για «αιματηρό εμφύλιο». Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση ορισμένων στελεχών που τώρα εκτελούν ή υποστηρίζουν σιωπηρά τον πόλεμο στο Ιράν, ενώ παλιότερα αντιτίθεντο σθεναρά. Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντι Βανς έγραψε άρθρο γνώμης στη Wall Street Journal στις 31 Ιανουαρίου 2023, με τίτλο «Trump’s Best Foreign Policy? Not Starting Any Wars» (Η καλύτερη εξωτερική πολιτική του Τραμπ; Το να μην ξεκινάει κανέναν πόλεμο), όπου υποστήριζε την υποψηφιότητά του για το 2024 ακριβώς επειδή «δεν θα στείλει απερίσκεπτα Αμερικανούς να πολεμήσουν στο εξωτερικό» και τόνιζε ότι ο Τραμπ «δεν ξεκίνησε κανέναν πόλεμο» παρά τις πιέσεις. Παρομοίως, η Διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών Tulsi Gabbard πωλούσε μπλουζάκια με το σύνθημα «No War with Iran» το 2020, ενώ το 2024 δήλωνε ότι «μια ψήφος στον Ντόναλντ Τραμπ είναι ψήφος για να τελειώσουν οι πόλεμοι, όχι για να ξεκινήσουν».

Ο Λευκός Οίκος απαντά ότι ο Τραμπ προτίμησε πάντα τη διπλωματία, αλλά το Ιράν αρνήθηκε μια ρεαλιστική συμφωνία, οπότε αναγκάστηκε να δράσει αποφασιστικά για να εξαλείψει απειλές που προηγούμενοι πρόεδροι μόνο συζητούσαν. Συμπέρασμα: Αν η έναρξη ενός πολέμου για την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν άξιζε αμερικανικές ζωές, θα κυριαρχήσει αυτή η συζήτηση εντός του κοινού των MAGA, του Κογκρέσου και της ευρύτερης αμερικανικής κοινωνίας για το υπόλοιπο της θητείας Τραμπ.