Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη, Αντιστρατήγου ε.α., διδάκτορα Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντή Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), διαλέκτη στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ) και στην Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου (ΑΔΙΣΠΟ)

Στις 11 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα η συνάντηση του Πρωθυπουργού της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Πρόεδρο  της Δημοκρατίας της Τουρκίας, Recep Tayyip Erdoğan, στο πλαίσιο της 6ης συνεδρίασης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Η συνάντηση διεξήχθη σε ένα κλίμα ευπρεπούς έκφρασης των αγεφύρωτων αντιθέσεων των δύο πλευρών αλλά και δρομολόγησης  συνεργασιών και υπογραφής συμβάσεων σε δευτερεύοντα πρακτικά ζητήματα (low politics). Ουδείς ανέμενε να υπάρξει ουσιαστική προσέγγιση και δρομολόγηση τρόπων αντιμετώπισης των χρονιζόντων προβλημάτων. Οι συζητήσεις φαίνεται ότι εξελίχθησαν εντός των περιοριστικών ορίων που είχαν αμοιβαία προκαθοριστεί χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις. Ουδείς φυσικά μπορεί και να εγγυηθεί ότι δεν υπήρξε ακροθιγής τουλάχιστον συζήτηση και των φλεγόντων ζητημάτων. Παραγνώριση της ύπαρξης και σημασίας της επικαλούμενης «μυστικής διπλωματίας» είναι ουτοπική και συχνά αντιπαραγωγική.

Αμφότερες οι πλευρές εκφράστηκαν θετικά για την ανάγκη διατήρησης και βελτίωσης αποτελεσματικών διαύλων και μηχανισμών επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, καθώς και για την εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κλιμάκωση. Αναφορά υπήρξε επίσης και για τη συνέχιση της διμερούς συνεργασία, με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ως είθισται, στην κοινή δήλωση παρατέθηκε και σειρά προθέσεων και ενεργειών αμοιβαίου οφέλους (η επικαλούμενη «θετική ατζέντα»).

Ελλάδα και Τουρκία, επέλεξαν να κρατήσουν χαμηλούς τόνους για τα αποτελέσματα της συνάντησης έχοντας μάλλον επιτύχει το βασικό στόχο εκατέρωθεν, την επίδειξη προς τρίτους, της εικόνας ενός υπεύθυνου, συγκρατημένου, διαλεκτικού και καλοπροαίρετου συνομιλητή. Προφανώς αντιλαμβανόμενες τη διεθνή αστάθεια, Αθήνα και Άγκυρα, επιδιώκουν να κερδίσουν χρόνο χωρίς όμως να μπορούμε να προκαθορίσουμε με σιγουριά, υπέρ ποίας πλευράς λειτουργεί ενισχυτικά ο παράγοντας χρόνος. Θεωρητικά ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του υποστηρίζοντος το status quo αλλά η συντονισμένη και επίμονος καταπάτηση και (αυτο)περιορισμός των κυριαρχικών του δικαιωμάτων ευνοεί την αναθεωρητική δύναμη.

 Ως ήταν αναμενόμενο, τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, έκριναν θετικά τη συνάντηση. Αντιθέτως, τα αντιπολιτευόμενα μέσα αμφοτέρων των πλευρών, τήρησαν χαλαρή έως και έντονα επικριτική στάση εκτοξεύοντας κατηγορίες για ατολμία, «παγίδευση» ακόμη και για απαράδεκτες «μυστικές» παραχωρήσεις. Φυσικά δεν έλειψαν και οι γνωστές υστερικές φωνές περί ηττοπάθειας, υποχωρητικότητας, μέχρι και πλήρους παράδοσης στον αντίπαλο. Η εσωτερική αυτή διάσταση των απόψεων, σε Ελλάδα και Τουρκία, καταδεικνύει όχι μόνο τη φυσιολογική, μέχρι ενός βαθμού, αντιπολιτευτική προδιάθεση, αλλά και τη βαθιά ριζωμένη δυσπιστία προς το έτερο μέρος και τις «ασυμβίβαστες και παράλογες» απαιτήσεις του.

Παραμερίζοντας οποιεσδήποτε αντιπολιτευτικές κορώνες και κυβερνητικές θριαμβολογίες θα προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα της συνάντησης με γνώμονα τα εθνικά μας συμφέροντα, τη μακροχρόνια στρατηγική μας και τις υπάρχουσες σήμερα συνθήκες. Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει είναι αν αυτή καθαυτή η συνάντηση θα έπρεπε να λάβει χώρα τη συγκεκριμένη περίοδο.

Οι θιασώτες της πραγματοποίησης της συνάντησης αναφέρονται στην ανάγκη διατήρησης του καλού κλίματος (κατ’ ευφημισμό των «ήρεμων νερών») και των  ανοικτών διαύλων και μηχανισμών επικοινωνίας. Πραγματικά υπήρξε θεαματική μείωση των αεροπορικών παραβάσεων, παραβιάσεων και εμπλοκών από το 2023 (η κορύφωση είχε σημειωθεί το 2022). Παρά ταύτα το 2025 παρατηρήθηκε μια αύξηση των συμβάντων. Αντίθετα, στη θάλασσα εξ’ αρχής δεν παρατηρήθηκε θεαματική μείωση των παραβιάσεων των εθνικών χωρικών υδάτων μας. Αντίθετα, η είσοδος τουρκικών πολεμικών πλοίων και κυρίως σκαφών της ακτοφυλακής συνεχίστηκε και κορυφώθηκε το 2025. Εκτιμάται ότι η τουρκική επιμονή στις παραβιάσεις των εθνικών χωρικών υδάτων αποτελεί προειδοποίηση για τυχόν επέκταση του εύρους των χωρικών μας υδάτων.

Οι υποστηρικτές της συνάντησης διατείνονται ότι η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας απέτρεψε τη δημιουργία δυσάρεστων καταστάσεων και αχρείαστων εντάσεων με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα γεγονότα της Κάσου (2024) και αυτά που ακολούθησαν. Αναμφίβολα η εκτόνωση της συγκεκριμένης έντασης επετεύχθη με τη χρήση των διαύλων επικοινωνίας αλλά βασική προϋπόθεση της αποκλιμάκωσης υπήρξε η υποχώρηση της Αθήνας και η  επώδυνος αναβολή ενός σημαντικού ενεργειακού έργου (Great Sea Interconnector, ηλεκτρικήδιασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ). Η ζημία δεν περιορίζεται στη κοστοβόρα καθυστέρηση (ελπίζουμε μόνο καθυστέρηση) ενός σημαντικού ενεργειακού project. Δυστυχώς εστιάζεται κυρίως στην ατολμία της χώρας μας να ενασκήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα γεγονός που  συσσωρευτικά δημιουργεί έναν επικίνδυνο εθνικό αυτοπεριορισμό υπό το πρόσχημα της διατήρησης του καλού κλίματος.

Εδώ ακριβώς επεισέρχεται η διισταμένης ερμηνείας, παράγραφος   της «Διακήρυξη των Αθηνών για τις Φιλικές Σχέσεις και την Καλή Γειτονία» του 2023 περί δέσμευσης αμφοτέρων των πλευρών να απέχουν από κάθε δήλωση, πρωτοβουλία, ή ενέργεια που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να απαξιώσει το γράμμα και το πνεύμα αυτής της Διακήρυξης ή να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή τους. Η ισχύς της παραπάνω Διακήρυξης επαληθεύτηκε και φέτος με την κοινή δήλωση της 11ης Φεβρουαρίου. Το παράδειγμα της Κάσου, κατέδειξε με τον πιο έντονο τρόπο, την τουρκική κατανόηση περί ελληνικής αποχής από κάθε «ενέργεια». Σύμφωνα δηλαδή με την Άγκυρα, η ενάσκηση των αναφαίρετων κυριαρχικών ελληνικών δικαιωμάτων (και όχι μόνο) έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις των δύο κρατών και το πνεύμα της Διακήρυξης (sic).

Ανεξαρτήτως των τουρκικών αιτιάσεων, θα μπορούσε η Αθήνα να τηρήσει μια πιο δυναμική στάση στο συγκεκριμένο συμβάν. Ενδεχομένως η υποχωρητική στάση της Ελλάδος να μην προήλθε μόνο από την επιθυμία διατήρησης των «ήρεμων υδάτων» και των θολών προβλέψεων της Διακήρυξης αλλά από μια στρατηγική επιλογή αναμονής ευνοϊκότερης ευκαιρίας. Στην περίπτωση όμως αυτή κακώς επιλέχτηκε η εκτέλεση των εργασιών το συγκεκριμένο χρόνο καθώς μεταφέρθηκε τελείως λανθασμένο «μήνυμα».

Η βασική ανησυχία όλων αυτών που διαφώνησαν με την πραγματοποίηση της συνάντησης και αντιτίθενται και στη συγκεκριμένη διατύπωση της Διακήρυξης του 2023, έγγυται στο ότι η Αθήνα θα αυτοπαγιδευθεί (αν δεν έχει ήδη συμβεί) σε μια πολιτική αποφυγής οποιοσδήποτε ενέργειας που πιθανόν θα προκαλέσει την αντίδραση της Τουρκίας. Μια τέτοια πολιτική αυτοπεριορισμού έχει σίγουρα καταστροφικά αποτελέσματα, αποτελεί μορφή κατευνασμού και συνήθως καθιστά αναπόφευκτη τη μελλοντική σύγκρουση. Κατά τη γνώμη μας, η ύπαρξη της Διακήρυξης και των κοινών δηλώσεων που ακολούθησαν δεν πρέπει να αποτελούν τροχοπέδη σε ανάλογες σύννομες με το Διεθνές Δίκαιο ενέργειες μας. Τουναντίον θα πρέπει να αποτελέσουν εφαλτήριο διεθνούς διασυρμού της Άγκυρας ότι δια των αντιδράσεων της δεν εφαρμόζει τις προβλέψεις των παραπάνω δεσμεύσεων της Διακήρυξης καθώς και του Διεθνούς Δικαίου. Εξυπακούεται ότι απαιτείται σχολαστική και πολυεπίπεδη προετοιμασία και προσεκτική εφαρμογή για ευόδωση των στόχων μας και περιορισμό των τουρκικών τρόπων αντίδρασης.

Έτερο σημαντικό επιχείρημα των διαφωνούντων με τη συνάντηση είναι ότι δια αυτής επιτυγχάνεται ο εξωραϊσμός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής  αντί να καταδεικνύεται το μέγεθος του αναθεωρητισμού και της επιθετικότητας της κατά του Ελληνισμού. Ο αντίλογος προτάσει ότι οι ελληνικές (και κυπριακές) θέσεις είναι πάγιες, τεκμηριωμένες και κατατιθεμένες σε κάθε Διεθνή Οργανισμό και σε κάθε περίπτωση ενώ επιπλέον στηρίζονται σε πλήθος κανόνων, αποφάσεων και προβλέψεων του Διεθνούς Δικαίου. Καίτοι αληθής η τελευταία πρόταση, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι υπάρχει ισχυρό ρεύμα υπέρ της στενότερης σχέσης και συνεργασίας με την Άγκυρα, σε πολλαπλά επίπεδα και από πολλές πλευρές. Από τη μεριά του καθαρού εθνικού συμφέροντος των τρίτων μερών, η στάση αυτή είναι ορθολογική και το καλό κλίμα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας αποτελεί ένα εύσχημο πρόσχημα για μια τέτοια προσέγγιση. Βέβαια δεν αποτελεί για εμάς εφικτή λύση η μόνιμη διατήρηση κλίματος έντασης ώστε να δικαιολογείται η «απομόνωση» της Τουρκίας! Σίγουρα όμως η σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας  δύο χωρών δεν παραπέμπει αξιόπιστα σε χώρα η οποία αυτοβούλως συμμετέχει στην πρωτοβουλία αυτή αλλά ταυτόχρονα θεωρεί ότι απειλείται από το συνομιλητή της!

Πραγματικά η εξισορρόπηση μεταξύ αυτών των δύο προσεγγίσεων είναι δύσκολη, δεν θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη ανέφικτη. Υπό τις παρούσες διεθνείς συνθήκες δεν μπορείς να αποφεύγεις τις επαφές και την προσπάθεια δημιουργίας «καλού» κλίματος και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ακόμη και αν αναγνωρίζεις τις τρομακτικές δυσκολίες οποιασδήποτε πραγματικής προόδου και τις «κακοπροαίρετες» διαθέσεις του αντιπάλου (παρεμπιπτόντως το ίδιο θεωρεί και αυτός για εμάς).

Ενδεχομένως να πρέπει  να εξετάσουμε και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα από μια -με δική μας πρωτοβουλία- αναβολή της συνάντησης με λογικοφανείς δικαιολογίες. Μια ανάλογη στάση θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως  ανταπάντηση στην προηγούμενη και με πρωτοβουλία της Τουρκίας, ματαίωση της συνάντησης. Πιθανόν μια παρόμοια ενέργεια να οδηγούσε σε μια παροδική έξαρση της έντασης και σίγουρα σε προσπάθεια της Άγκυρας να αποδώσει τις ευθύνες της ματαίωσης στην Αθήνα. Για τους υποστηρικτές της συνάντησης, δεν θα υπήρχε χειροπιαστό κέρδος με μια τέτοια κίνηση ενώ θα χάνονταν η ευκαιρία για μια επιπρόσθετη «ανάπαυλα» της έντασης αλλά και για διαπίστωση των προθέσεων της Τουρκίας.

Αναμφισβήτητα και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να μην καταστούν υπεύθυνες στα όμματα της διεθνούς κοινότητας για την αποφυγή διμερών επαφών και την επιστροφή στις εποχές εντάσεων (blame game). Η έκρυθμη διεθνής κατάσταση στην περιοχή δεν ενδείκνυται για την ανάφλεξη ενός ακόμη σημείου. Αμοιβαίος μάλλον ο φόβος των δύο πρωτευουσών να προσελκύσουν το μένος του Προέδρου Trump ή μια άκομψη και πρόχειρη παρέμβαση του. Καίτοι στο παρελθόν θεωρούσαμε ότι μια αμερικανική παρέμβαση θα είναι αρνητική για εμάς, κινούμενη στη γνωστή γραμμή των ισομερών αμοιβαίων παραχωρήσεων, φαίνεται ότι και η Άγκυρα διατηρεί σήμερα την ίδια ανησυχία. Πιθανόν να εκτιμά ότι οι διμερείς επαφές υπό την απειλή πολέμου ή ακόμη μετά από μια περιορισμένη σύγκρουση, θα επιφέρουν την ικανοποίηση μεγαλυτέρου μέρους των διεκδικήσεων της. Πάντως φαίνεται ότι μια εύσχημη διπλωματική αναβολή της συνάντησης δεν θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις ούτε από πλευράς Τουρκίας ούτε και εκ μέρους τρίτων.

Μια μάλλον ριζική και λογικοφανής πρόταση θα ήταν η εμφανής τοποθέτηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση της συνάντησης παράλληλα με την έντονη καταδίκη σειράς πρόσφατων τουρκικών ενεργειών (και πραγματικά υπάρχουν αρκετές που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε). Στην περίπτωση αυτή θεωρείται βέβαιο ότι θα ακολουθούσε η ματαίωση της συνάντησης, η εκτόξευση αλληλοκατηγοριών και ίσως η επάνοδος (έστω και μερική) στην εποχή της έντασης, των απειλών και των επεισοδίων. Σίγουρα δεν θα υπήρχε ικανοποίηση εκ μέρους των «συμμάχων και εταίρων» μας με την αναζωπύρωση της έντασης στην περιοχή μας. Παρά το γεγονός ότι η προσοχή της Τουρκίας είναι στραμμένη στα νότια και ανατολικά σύνορα της, διατηρεί ικανές δυνάμεις για τη συνεχή δημιουργία εντάσεων και στην περιοχή μας. Ο δε χρόνος της νέας έντασης μάλλον δεν θα ενθουσίαζε τους Αμερικανούς αλλά ούτε τους Γάλλους και τους Ισραηλινούς για διαφορετικούς λόγους έκαστος. Υπαρκτός πάντα και ο κίνδυνος της απειλής μιας έξωθεν (αμερικανικής) επιβαλλόμενης λύσης με όλες τις συνέπειες.

Στις παραπάνω παραγράφους, προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε, υπό το πρίσμα της περιορισμένης πληροφόρησης που διαθέτουμε, μια ποικιλία πιθανών ενεργειών και των συνεπειών τους. Προφανώς και ουδεμία βεβαιότητα υπάρχει για τη βέλτιστη επιλογή. Πλέον όμως, η συνάντηση έχει πραγματοποιηθεί και οι σκέψεις μας ευελπιστούμε να  συνεισφέρουν στο γόνιμο προβληματισμό και στην κατανόηση της πολυπλοκότητας ανάλογων διλλημάτων στο βασίλειο της αβεβαιότητας των διεθνών σχέσεων. 

Συμπερασματικά, στις διεθνείς σχέσεις, ένα γεγονός δεν κρίνεται μεμονωμένο από την ιστορική συνέχεια και απομονωμένο από τις υφιστάμενες συνθήκες. Ούτε η αξιολόγηση του περιορίζεται σε αυτό καθαυτό το γεγονός, για τη συγκεκριμένη περίπτωση στη συνάντηση κορυφής. Οποιοδήποτε συμβάν αποτελεί κρίκο σε μια αλυσίδα ενεργειών που συμπληρώνουν, ενισχύουν αλλά και ενίοτε εκτροχιάζουν τις προσπάθειες επίτευξης των στρατηγικών στόχων. Δηλαδή οι ημέτερες ενέργειες που θα ακολουθήσουν τη συνάντηση, σε αντιπαράθεση πάντα με τις αντίστοιχες ενέργειες του αντιπάλου, είναι αυτές που θα κρίνουν -ενδεχομένως πολύ αργότερα- την ορθότητα ή μη της συγκεκριμένης πράξης (συνάντησης). Φυσικά πάντα καραδοκούν και οι απρόβλεπτες καταστάσεις, τα τυχαία γεγονότα, η «τριβή» του Clausewitz. Αν υπάρχει εκ μέρους μας, κατανόηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων που επέφερε η υλοποίηση της συνάντησης σε αμφότερες τις πλευρές αλλά και ο αντίκτυπος στους τρίτους, ενισχύεται η πιθανότητα επιλογής ορθών εν συνεχεία βημάτων. Αν αντίστροφα, υπάρξει καθησυχασμός, αδικαιολόγητη αισιοδοξία ή αντίθετα πεσιμισμός, έλλειψη αυτοπεποίθησης και κυρίως εσωτερικός διχασμός και αλλοπρόσαλλες κινήσεις, τότε το αρνητικό αποτέλεσμα θα είναι αναπόφευκτο. Και στην περίπτωση αυτή δεν θα φταίει η ίδια η συνάντηση.

Θέλοντας να αποφύγω την, με το πρόσχημα της αποστειρωμένης προσέγγισης, απουσία σαφούς τοποθέτησης θα αναφέρω ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και παρά τις ορθολογικές αμφιβολίες και δισταγμούς, ορθώς προχωρήσαμε στη συνάντηση. Θεωρώ ότι ακόμη και οι αντίθετες φωνές είναι απολύτως παραγωγικές κινούμενες στο όριο της ευπρεπούς λογικής. Ευελπιστώ ότι υπάρχει ένα ολοκληρωμένο εθνικό στρατηγικό σχέδιο για αξιοποίηση του όποιου χρόνου πιστωθεί και για τις ακολουθούσες κινήσεις προς επίτευξη των στόχων μας.