Η άλλοτε στενή συμμαχία Αρμενίας και Ρωσίας έχει μετατραπεί πια σε μια ανοικτή γεωπολιτική αντιπαράθεση, με το Γερεβάν να κατηγορεί τη Μόσχα ότι εγκατέλειψε έναν ιστορικό εταίρο την κρισιμότερη στιγμή, ενώ το Κρεμλίνο απαντά με πολιτικές και οικονομικές προειδοποιήσεις για την προσέγγιση της Αρμενίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Στο επίκεντρο της σύγκρουσης, αυτή τη στιγμή, βρίσκεται ο Οργανισμός του Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO), μια στρατιωτική συμμαχία χωρών του Καυκάσου, υπό ρωσική ηγεσία. Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας, Νικόλ Πασινιάν, έχει παγώσει από το 2024 την εκεί συμμετοχή της χώρας του, δηλώνοντας ότι ο οργανισμός δεν την προστάτευσε, όταν έγινε η επίθεση του Αζερμπαϊτζάν το 2020. Αργότερα ο Πασινιάν ανέβασε ακόμη περισσότερο τον τόνο, υποστηρίζοντας ότι τουλάχιστον δύο κράτη-μέλη του CSTO είχαν συνεργαστεί με το Μπακού στην προετοιμασία του πολέμου του 2020, αφήνοντας υπονοούμενα πως ένα από αυτά ήταν η Ρωσία. Έτσι είχε δηλώσει πως «θα αποχωρήσουμε και δεν θα επιστρέψουμε». Ενώ σε πρόσφατη κοινοβουλευτική διαδικασία είπε πως “δεν υπάρχει πλέον ενδιαφέρον για τον οργανισμό” και πως “γνωρίζω ότι υπάρχουν εκεί συζητήσεις για την αποβολή μας, κάτι που θα μας κάνει ευτυχείς, μιας και θα μας απαλλάξει από το δίλημμα να παραμείνουμε”.

Για τους Αρμενίους, το αίσθημα προδοσίας κορυφώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν οι αζερικές δυνάμεις, σε επόμενη φάση προώθησης μετά το 2020, ανακατέλαβαν όλο το Ναγκόρνο Καραμπάχ, προκαλώντας τη φυγή περισσότερων από 100.000 Αρμενίων. Και εδώ, οι ρωσικές ειρηνευτικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί εκεί από το 2020, δεν εμπόδισαν την επίθεση.

Στο Γερεβάν εδραιώθηκε έτσι η πεποίθηση ότι η Μόσχα όχι μόνο παρέμεινε παθητική, αλλά ευνόησε την αζερική επιχείρηση. Υποχρεώνοντας την Αρμενία να ηττηθεί αλλά και να συρθεί σε μια εξευτελιστική συμφωνία ειρήνευσης, αντιμετωπίζοντας και την πίεση της γειτονικής Τουρκίας (“αδελφό κράτος των Αζέρων”, όπως αυτοπροσδιορίζεται).

Όπως ήταν αναμενόμενο, η κρίση ασφάλειας επιτάχυνε τη δυτική στροφή του Πασινιάν και η Αρμενία διευρύνει τη συνεργασία της με την ΕΕ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και πιο ειδικά τη Γαλλία. Ο Πασινιάν βέβαια λέει πως ένταξη στη Βορειοατλαντική Συμμαχία δεν βρίσκεται ατζέντα, αλλά πως στόχος είναι η «διαφοροποίηση» των αμυντικών εταίρων.

Περαιτέρω ο Πασινιάν ανακοίνωσε ότι η Αρμενία θα προετοιμάσει «στο άμεσο μέλλον» επίσημη αίτηση ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Γερεβάν θα αναμένει την απάντηση των Βρυξελλών και τον οδικό χάρτη των διαπραγματεύσεων, προτού θέσει την τελική επιλογή σε εθνικό δημοψήφισμα.

Για τη Μόσχα, όμως, ακόμη και αυτή η συνεργασία αποτελεί απειλή. Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα έχει κατηγορήσει την Αρμενία ότι υιοθετεί «επιθετικά ευρωατλαντικά πρότυπα», προειδοποιώντας για αναπόφευκτες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ έχει καταστήσει σαφές ότι η επιδίωξη ένταξης στην ΕΕ δεν συμβιβάζεται με την παραμονή στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (την οικονομική δομή συνεργασίας χωρών του Καυκάσου). Ενώ ο εκπρόσωπος Ντμίτρι Πεσκόφ προειδοποίησε για «βαθιές εμπορικές αντιφάσεις» εάν η Αρμενία αποχωρήσει από το CSTO.

Οι πιέσεις δεν περιορίζονται σε ρητορική. Η Ρωσία έχει απειλήσει να διακόψει τις προνομιακές εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου εάν συνεχιστεί η ευρωπαϊκή πορεία του Γερεβάν. Η απειλή είναι ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς η Αρμενία εισάγει από τη Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού αερίου της, οπότε κινδυνεύει με οικονομική κατάρρευση αν η Μόσχα αποφασίσει να κλείσει τη στρόφιγγα.

H ρωσική στρατιωτική δύναμη εντός συνόρων

Σήμερα η Ρωσία διατηρεί εντός Αρμενίας την 102η Βάση στο Γκιουμρί, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Τουρκία, με εκτιμήσεις ότι εκεί φιλοξενούνται 3 με 5 χιλιάδες στρατιωτικοί ενώ υπάρχει και βαρύ υλικό όπως άρματα Τ-72, τεθωρακισμένα και συστήματα αεράμυνας S-300. Η συμφωνία ρωσικής παραμονής έχει παραταθεί έως το 2044, οπότε εδώ η Αρμενία αντιμετωπίζει ακόμη ένα διπλωματικό πρόβλημα, μιας και δεν μπορεί να απαιτήσει τυπικά την ρωσική αποχώρηση, αλλά ακόμη και να είχε το δικαίωμα, είναι πολύ αμφίβολο αν η Ρωσία θα ανταποκρινόταν. Επίσης υπάρχει και ρωσικό αεροπορικό συγκρότημα στο Ερεμπούνι, κοντά στο Γερεβάν, το οποίο λειτουργεί ως εξάρτημα της 102ης, με στάθμευση κάποιων MiG-29 και ελικοπτέρων.

Η επιρροή της Μόσχας στην αρμενική πολιτική σκηνή

Η τεράστια ανισορροπία ισχύος βέβαια μεταξύ Ρωσίας και Αρμενίας, αφήνει ελάχιστο περιθώριο στην τελευταία, η οποία αντιμετωπίζει γεωγραφικό, πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό αποκλεισμό, ενώ δεν έχει σύμμαχη χώρα κοντά της. Η γειτονική Γεωργία ήδη βρίσκεται υπό ρωσική επιρροή και δεν θέλει να αναμιχθεί, ενώ το Ιράν, που συνορεύει με την Αρμενία από το Νότο, είναι σε στενή σχέση με τη Ρωσία.

Επίσης η Μόσχα διατηρεί σημαντικούς δεσμούς εντός χώρας, με κόμματα, επιχειρηματίες, μέσα ενημέρωσης και πολιτικούς που αντιτίθενται στη δυτική στροφή του Νικόλ Πασινιάν. Βασικότερη δύναμη αυτού του χώρου είναι η πολιτική συμμαχία “Ισχυρή Αρμενία“, η οποία συνδέεται με τον Ρωσοαρμένιο δισεκατομμυριούχο Σαμβέλ Καραπετιάν. Ο ίδιος δημιούργησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στη Ρωσία και τάσσεται υπέρ της αποκατάστασης στενών σχέσεων με τη Μόσχα. Στις εκλογές του Ιουνίου του 2026 η “Ισχυρή Αρμενία” έλαβε 23,2%, αναδεικνυόμενη σε αξιωματική αντιπολίτευση.

Ο δεύτερος πόλος είναι η “Συμμαχία Αρμενία” του πρώην προέδρου Ρόμπερτ Κοτσαριάν, η οποία συγκέντρωσε περίπου 9,9%. Ο Κοτσαριάν κυβέρνησε τη χώρα από το 1998 έως το 2008, όταν οι δεσμοί με τη Ρωσία αποτελούσαν κεντρικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής. O ίδιος παραμένει έντονα επικριτικός απέναντι στην απομάκρυνση από τη Μόσχα και υποστηρίζει ότι η ρήξη αποδυναμώνει την εθνική ασφάλεια.

Στον ευρύτερο φιλορωσικό χώρο εντάσσεται και η “Ευημερούσα Αρμενία” του επιχειρηματία Γκαγκίκ Τσαρουκιάν, αλλά στις εκλογές του 2026 δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει το όριο εισόδου στη Βουλή (πήρε 4%).

Οπότε οι δύο κύριοι φιλορωσικοί συνασπισμοί εντός Βουλής, συγκέντρωσαν συνολικά περίπου 33% στις εκλογές του 2026 και η εκλογική τους δύναμη βασίζεται σε πραγματικές ανησυχίες: στον φόβο νέας αζερικής επίθεσης, στην οικονομική εξάρτηση από τη Ρωσία, στην παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων στη ρωσική αγορά εργασίας και στην πεποίθηση ότι η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη να προσφέρει ουσιαστικές εγγυήσεις ασφαλείας.

Παράλληλα, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ρωσικής παρέμβασης υπέρ αυτού του πολιτικού στρατοπέδου. Έρευνα του Reuters ανέφερε εκστρατείες παραπληροφόρησης, ψεύτικους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους και σχέδιο μεταφοράς δεκάδων χιλιάδων Ρωσοαρμενίων ψηφοφόρων στην Αρμενία στις φετινές εκλογές. Διεθνείς παρατηρητές του ΟΑΣΕ κατέγραψαν επίσης εξωτερικές πιέσεις από περιορισμούς στις εισαγωγές αρμενικών προϊόντων στη Ρωσία, μέχρι απειλές για την παροχή φθηνής ενέργειας και προειδοποιήσεις για επιπτώσεις στην ασφάλεια, εάν η χώρα συνέχιζε την πορεία προς την ΕΕ. Και από την άλλη πλευρά πάντως, η κυβέρνηση Πασινιάν κατηγορείται για πλήρη έλεγχο των κρατικών ΜΜΕ και πολιτικές πιέσεις κατά των αντιπάλων της. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ένταση Αρμενίας-Ρωσίας συνεχίζεται, με τη μικρή χώρα να βιώνει έντονο αίσθημα απειλής και ελάχιστες εναλλακτικές.