Η ελληνική δύναμη των FRAM διαμορφώθηκε με διαδοχικές παραχωρήσεις πλοίων διαφορετικής τεχνικής κατάστασης. Μετά την πρώτη τετράδα, το Πολεμικό Ναυτικό πρόσθεσε τον ΣΑΧΤΟΥΡΗ (D-214) στα τέλη του 1973, με την οριστική αμερικανική μεταβίβαση στις αρχές του 1974, τον ΤΟΜΠΑΖΗ (D-215) το 1977, το Α/Τ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ (D-216) το 1980 και τον ΚΡΙΕΖΗ (D-217) το 1981. Μέσα σε μία δεκαετία ο αρχικός πυρήνας των τεσσάρων είχε εξελιχθεί σε δύναμη οκτώ αντιτορπιλικών.
Και οι τέσσερις νέες μονάδες ανήκαν στην κλάση Gearing. Η κλάση αυτή προήλθε από τα αντιτορπιλικά Allen M. Sumner του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και απέκτησε επιμηκυμένο κύτος για περισσότερο καύσιμο και μεγαλύτερη ακτίνα δράσης. Όλα είχαν περάσει από τη μετασκευή Fleet Rehabilitation and Modernization I, ή FRAM I, η οποία ανανέωσε το κύτος και συνέδεσε αισθητήρες, Κέντρο Πληροφοριών Μάχης και ανθυποβρυχιακά όπλα. Η κοινή ονομασία κάλυπτε επιμέρους διαφορές από επισκευές, καταπονήσεις και αλλαγές εξοπλισμού.Προηγούμενα μέρη της σειράς
- Μέρος 1ο – Η γέννηση ενός θρύλου
Από τις κλάσεις Allen M. Sumner και Gearing έως το πρόγραμμα Fleet Rehabilitation and Modernization. - Μέρος 2ο – Το ανθυποβρυχιακό σύστημα μάχης και η ζωή στο πλοίο
SQS-23, Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, ASROC, DASH και Mk 32 ως ενιαία αλυσίδα εντοπισμού και προσβολής. - Μέρος 3ο – Τα πρώτα τέσσερα με ελληνική σημαία
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΚΑΝΑΡΗΣ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ στις πρώτες ελληνικές παραλαβές.
Ο κοινός τεχνικός κορμός
Τα έξι Gearing FRAM I του ΠΝ στηρίζονταν σε κοινή βασική διάταξη. Δύο δίδυμοι πύργοι Mk 38 έφεραν τέσσερα πυροβόλα 5 ιντσών με κάννη μήκους 38 διαμετρημάτων, δηλαδή πυροβόλα των 127 χιλιοστών για στόχους επιφανείας, ξηράς και, υπό τις προϋποθέσεις της εποχής, αέρος. Το σόναρ κύτους SQS-23 παρείχε επαφή με υποβρύχιο. Το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, γνωστό ως CIC, συνέθετε τις αναφορές αισθητήρων και υπολόγιζε την κίνηση του στόχου. Ο οκταπλός Mk 112 ASROC εκτόξευε ρουκέτα που μετέφερε ανθυποβρυχιακή τορπίλη, ενώ οι δύο τριπλοί Mk 32 εκτόξευαν ελαφρές τορπίλες στην εγγύτερη ζώνη.
Στην πρύμνη υπήρχαν υπόστεγο και κατάστρωμα για το QH-50 DASH, από τον όρο Drone Anti-Submarine Helicopter, ένα τηλεκατευθυνόμενο ελικόπτερο που μετέφερε ανθυποβρυχιακό όπλο πέρα από την εμβέλεια των τορπιλοσωλήνων. Η ύπαρξη αυτής της εγκατάστασης περιγράφει την αμερικανική διαμόρφωση FRAM. Η ελληνική υπηρεσία κάθε πλοίου απαιτεί ξεχωριστή τεκμηρίωση για οποιαδήποτε συνεργασία με επανδρωμένο ελικόπτερο, καθώς κατάστρωμα προσνήωσης, υπόστεγο και μόνιμο οργανικό ελικόπτερο αποτελούν τρία διαφορετικά επίπεδα ικανότητας.
Ο κοινός κορμός διευκόλυνε σχολεία, συνεργεία και αποθήκες, ενώ κάθε πλοίο διατηρούσε τις δικές του τεχνικές ιδιομορφίες. Οι τέσσερις λέβητες, οι ατμοστρόβιλοι, τα ηλεκτρικά δίκτυα και οι σωληνώσεις είχαν ήδη δεκαετίες λειτουργίας. Η παραλαβή μεταχειρισμένου πολεμικού πλοίου απαιτούσε επιθεώρηση κύτους και πρόωσης, εκπαίδευση πληρώματος, μεταφορά εγχειριδίων, αρχικό απόθεμα ανταλλακτικών και εργασίες ενεργοποίησης. Η τιμή παραχώρησης αποτελούσε ένα μόνο μέρος του συνολικού κόστους.
Γιατί χρειαζόταν μεγαλύτερος αριθμός πλοίων
Στη δεκαετία του 1970 ο Στόλος κάλυπτε το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, διατηρούσε μονάδες σε ετοιμότητα και συμμετείχε σε νατοϊκές δραστηριότητες. Οι περίοδοι συντήρησης περιόριζαν τη διαθεσιμότητα των ατμοκίνητων αντιτορπιλικών. Η αύξηση του αριθμού επέτρεπε να συντηρούνται ορισμένες μονάδες, ενώ άλλες εκπαιδεύονταν, περιπολούσαν ή εντάσσονταν σε συμμαχικό σχηματισμό. Η εμπειρία των πρώτων τεσσάρων έδινε ήδη στο ΠΝ πληρώματα, τεχνικούς και διαδικασίες για την υποδοχή των επόμενων.
ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ – από την Κορέα στις νατοϊκές περιπολίες
Το USS Arnold J. Isbell (DD-869) εντάχθηκε σε υπηρεσία στις 5 Ιανουαρίου 1946, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταφέρθηκε στον Ειρηνικό και πραγματοποίησε αναπτύξεις στην Κίνα, στην Ιαπωνία και στην ευρύτερη περιοχή. Στην Κορέα συνόδευσε αεροπλανοφόρα, εκτέλεσε περιπολίες και έβαλε κατά παράκτιων στόχων. Ανάμεσα στους κυβερνήτες του ήταν ο Elmo Zumwalt, μετέπειτα Αρχηγός Ναυτικών Επιχειρήσεων των ΗΠΑ.
Η μετασκευή FRAM I στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αφαίρεσε τον πρυμναίο δίδυμο πύργο και πρόσθεσε το σύστημα SQS-23, CIC, ASROC, Mk 32 και την υποδομή DASH. Στο Βιετνάμ το Isbell χρησιμοποιήθηκε σε σταθμούς έρευνας και διάσωσης στον Κόλπο του Τονκίν. Το πλοίο συντόνιζε αεροσκάφη και ελικόπτερα κοντά στην ακτή και παρέμενε έτοιμο να περισυλλέξει καταρριφθέντες αεροπόρους υπό την απειλή παράκτιων πυροβόλων. Η αποστολή απαιτούσε αεροναυτικό συντονισμό και μικρό χρόνο αντίδρασης.
Η ελληνική σημαία υψώθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1973, ενώ τα αμερικανικά μητρώα καταγράφουν οριστική διαγραφή και μεταβίβαση την 1η Φεβρουαρίου 1974. Οι ημερομηνίες αντιστοιχούν σε διαφορετικά διοικητικά στάδια. Ως ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ (D-214) το πλοίο εντάχθηκε σε έναν Στόλο που λίγους μήνες αργότερα αντιμετώπισε την κρίση της Κύπρου και την επακόλουθη ένταση στο Αιγαίο.

Ο ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ παρέμεινε ενεργός έως τον Οκτώβριο του 1992. Φωτογραφικό υλικό από την τελευταία χρονιά τον δείχνει στη Standing Naval Force Mediterranean, τη μόνιμη ναυτική δύναμη του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο που ήταν γνωστή ως STANAVFORMED. Η συμμετοχή απαιτούσε συμβατές επικοινωνίες, τήρηση σταθμού στον σχηματισμό, ανεφοδιασμό εν πλω και εκτέλεση κοινών τακτικών διαδικασιών. Αυτή η διαλειτουργικότητα επέτρεπε σε μια γάστρα του 1946 να συνεργάζεται με μονάδες επόμενων γενεών μέσα στα όριά της.
ΤΟΜΠΑΖΗΣ – από το Ίντσον στο τελευταίο ελληνικό FRAM
Το USS Gurke (DD-783) εντάχθηκε σε υπηρεσία στις 12 Μαΐου 1945 και έφθασε στον Ειρηνικό μετά τη λήξη των μαχών. Η πολεμική του δοκιμασία ήρθε στην Κορέα. Τον Σεπτέμβριο του 1950 ήταν ένα από τα αντιτορπιλικά που προχώρησαν στον στενό και ναρκοθετημένο δίαυλο του Ίντσον για να βομβαρδίσουν το νησί Wolmi-do πριν από την απόβαση. Δέχθηκε τρία πλήγματα και το πλήρωμα απέφυγε απώλειες. Η δύναμη τιμήθηκε με Navy Unit Commendation, αμερικανική εύφημο μνεία που απονέμεται συλλογικά σε μονάδα για διακεκριμένη δράση.
Η αποστολή αποτυπώνει τις απαιτήσεις του ναυτικού πυροβολικού κοντά στην ακτή. Το αντιτορπιλικό πλησίαζε ώστε οι βολές να έχουν ακρίβεια, εκθέτοντας ταυτόχρονα τη θέση του στα επάκτια πυροβόλα. Ταχύτητα, μικρή σχετικά σιλουέτα και γρήγορη αλλαγή στόχου μείωναν τον χρόνο έκθεσης, ενώ ο κίνδυνος παρέμενε.

Το 1963 το Gurke μπήκε σε μετασκευή FRAM I και κατόπιν επέστρεψε στον δυτικό Ειρηνικό. Στο Βιετνάμ ανέλαβε συνοδείες, έρευνα και διάσωση, πυρά υποστήριξης και περιπολίες της Market Time, επιχείρησης θαλάσσιας επιτήρησης που επιδίωκε να περιορίσει τη μεταφορά όπλων προς το Νότιο Βιετνάμ. Οι χειριστές έπρεπε να διαχωρίζουν αλιευτική και εμπορική κίνηση από ύποπτες μεταφορές, ένα πρόβλημα ταξινόμησης επαφών που αργότερα θα ήταν οικείο και στο Αιγαίο.
Το πλοίο μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 1977 και εντάχθηκε ως ΤΟΜΠΑΖΗΣ (D-215). Υπηρέτησε επί είκοσι χρόνια και παροπλίστηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1997, τελευταίο από όλα τα ελληνικά FRAM. Η παραμονή μιας γάστρας του 1945 σε ενεργό υπηρεσία μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα προϋπέθετε διαχείριση ωρών λειτουργίας, επισκευών και αποθεμάτων ανταλλακτικών.

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ – η παρακολούθηση του σοβιετικού B-36
Το USS Charles P. Cecil (DD-835) μπήκε σε υπηρεσία στις 29 Ιουνίου 1945. Μετά τον πόλεμο υποστήριξε τις πυρηνικές δοκιμές Crossroads στο Μπικίνι και αργότερα μετατράπηκε σε radar picket, προωθημένο σταθμό ραντάρ για έγκαιρη προειδοποίηση του Ατλαντικού Στόλου. Η γνωστότερη επιχείρησή του πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1962, κατά την Κρίση των Πυραύλων της Κούβας.
Το Charles P. Cecil συμμετείχε στη ναυτική «καραντίνα» και στην παρακολούθηση του σοβιετικού υποβρυχίου B-36, ενός ντιζελοηλεκτρικού σκάφους κλάσης Foxtrot. Τα αμερικανικά πλοία χρησιμοποιούσαν εκπαιδευτικές βομβίδες βάθους μικρής ισχύος ως προσυμφωνημένο σήμα εντοπισμού και πρόσκληση για ανάδυση. Μεταγενέστερα αποχαρακτηρισμένα στοιχεία έδειξαν ότι τα τέσσερα Foxtrot της σοβιετικής αποστολής έφεραν από μία πυρηνική τορπίλη. Η πίεση προς ένα εξαντλημένο πλήρωμα με προβληματικές επικοινωνίες περιείχε κίνδυνο κλιμάκωσης που τα αμερικανικά πλοία αγνοούσαν εκείνη τη στιγμή. Το B-36 αναδύθηκε και τέθηκε υπό άμεση επιτήρηση.
Μετά το FRAM I του 1963 και 1964, το Charles P. Cecil αναπτύχθηκε στη Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στο Βιετνάμ. Η αμερικανική πώληση στην Ελλάδα ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1980 και η ένταξη στη Διοίκηση Αντιτορπιλικών καταγράφεται στις 25 Οκτωβρίου, με το όνομα ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ (D-216). Την ίδια περίοδο το ΠΝ άρχιζε να παραλαμβάνει τις φρεγάτες τύπου Standard ή Kortenaer, ολλανδικής σχεδίασης μονάδες με κατευθυνόμενα βλήματα, αυτοματισμούς και εγκατάσταση επανδρωμένου ελικοπτέρου.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ παροπλίστηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1992. Η δωδεκαετής ελληνική υπηρεσία του κάλυψε τη μετάβαση προς τις φρεγάτες. Πρόσφερε μεγάλη πλατφόρμα, πυροβολικό και κοινό ανθυποβρυχιακό εξοπλισμό, ενώ πληρώματα και πόροι μεταφέρονταν σταδιακά στις νέες μονάδες.
ΚΡΙΕΖΗΣ – 49.125 μίλια και 6.607 βλήματα
Το USS Corry (DD-817) εντάχθηκε σε υπηρεσία τον Φεβρουάριο του 1946. Υπηρέτησε στον Ατλαντικό και στη Μεσόγειο και το 1953 μετατράπηκε σε DDR-817, δηλαδή Gearing με ενισχυμένο ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης. Το 1964 επανήλθε στην ταξινόμηση αντιτορπιλικού και υποβλήθηκε σε FRAM I. Η μετασκευή πρόσθεσε υπόστεγο και κατάστρωμα DASH, Mk 112 ASROC, δύο τριπλούς Mk 32, νέο σόναρ, ηλεκτρονικά συστήματα και ανανεωμένο CIC. Η μεταβολή ανασχεδίασε την αλυσίδα αισθητήρα, απόφασης και προσβολής.


Στην ανάπτυξη του 1968 και 1969 για το Βιετνάμ, το Corry διένυσε 49.125 ναυτικά μίλια από το Norfolk και πίσω και εκτόξευσε 6.607 βλήματα των 5 ιντσών κατά στόχων στην ξηρά. Κάθε βολή επιβάρυνε κάννες και μηχανισμούς, κάθε αναχορηγία απαιτούσε ασφαλή διακίνηση πυρομαχικών και κάθε ημέρα στη γραμμή πυρός πρόσθετε ώρες στους λέβητες και στις γεννήτριες. Ένα αντιτορπιλικό πυροβολικού λειτουργούσε ταυτόχρονα ως εγκατάσταση παραγωγής ατμού, αποθήκη πυρομαχικών και χώρος εργασίας εκατοντάδων ανθρώπων σε διαδοχικές φυλακές.
Το Corry παροπλίστηκε από το US Navy στις 27 Φεβρουαρίου 1981 και μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα στις 8 Ιουλίου. Ως ΚΡΙΕΖΗΣ (D-217) έγινε το όγδοο FRAM του ΠΝ. Το 1990 συμμετείχε με τη Naval On-Call Force Mediterranean, πολυεθνική ναυτική δύναμη του ΝΑΤΟ που ενεργοποιούνταν περιοδικά, σε δραστηριότητες της περιόδου Desert Shield. Παροπλίστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1993. Η τυπική διαγραφή ακολούθησε το 1994, γεγονός που εξηγεί τη διαφορά χρονολογίας ανάμεσα στις πηγές.
Η δύναμη των οκτώ και το κόστος της
Με τον ΚΡΙΕΖΗ η δύναμη ολοκληρώθηκε σε δύο FRAM II και έξι Gearing FRAM I. Τα οκτώ πλοία επέτρεπαν διασπορά αποστολών ανάμεσα σε επισκευή, εκπαίδευση, περιπολία και συμμαχικούς σχηματισμούς. Ο αριθμός πρόσφερε επιχειρησιακό απόθεμα και περιόριζε την ανάγκη διάθεσης των νεότερων φρεγατών σε κάθε αποστολή παρουσίας.
Οι λέβητες, οι σωληνώσεις ατμού, τα καλώδια και οι ενώσεις αλουμινίου με χάλυβα απαιτούσαν επιθεωρήσεις και εργασίες. Τα πληρώματα απορροφούσαν ανθρώπινο δυναμικό σε κλίμακα πολύ μεγαλύτερη από τις αυτοματοποιημένες φρεγάτες. Η συντήρηση καθόριζε ποια μονάδα μπορούσε να αποπλεύσει, για πόσο χρόνο και με ποια διαθέσιμη ισχύ πρόωσης. Η υποστήριξη παλαιών εξαρτημάτων γινόταν όλο και περισσότερο έργο των ελληνικών συνεργείων, καθώς η αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα συρρικνωνόταν.
Τα επιχειρησιακά όρια ήταν επίσης σαφή. Η αεράμυνα στηριζόταν στα πυροβόλα και στην κάλυψη του σχηματισμού, καθώς απουσίαζαν κατευθυνόμενοι αντιαεροπορικοί πύραυλοι και σύγχρονο σύστημα εγγύς άμυνας κατά αεροσκαφών ή επερχόμενων βλημάτων. Οι ελληνικές προσθήκες αντιπλοϊκών πυραύλων Harpoon, αυτόματου πυροβόλου OTO Melara 76/62 και ηλεκτρονικών συστημάτων αύξησαν την ισχύ επιλεγμένων πλοίων. Η ηλικία του κύτους, η πρόωση, το μέγεθος του πληρώματος και η περιορισμένη αυτοματοποίηση εξακολουθούσαν να ορίζουν το πλαίσιο αξιοποίησης.
Στο Αιγαίο, η εμπορική κίνηση, οι μικρές αποστάσεις, τα νησιά και τα θερμοκλινή, στρώματα όπου η θερμοκρασία του νερού μεταβάλλεται απότομα και επηρεάζει τη διάδοση του ήχου, δυσκόλευαν την ταξινόμηση επαφών. Η αξία ενός αισθητήρα εξαρτιόταν από την ικανότητα του πληρώματος να ερμηνεύσει ατελή ίχνη και να τα συσχετίσει με αναφορές άλλων μονάδων. Στα CIC η τακτική εικόνα χτιζόταν με φωνητικές αναφορές, χειροκίνητες καταχωρίσεις και συνεργασία χειριστών, αξιωματικών φυλακής και γέφυρας.
Η μετάβαση στις φρεγάτες
Στη δεκαετία του 1970 τα FRAM αποτελούσαν κύριες μονάδες του Στόλου. Στη δεκαετία του 1980 υπηρέτησαν δίπλα στις φρεγάτες Standard και απελευθέρωναν τις νεότερες μονάδες για αποστολές που αξιοποιούσαν καλύτερα τους πυραύλους, τα ηλεκτρονικά και τα ελικόπτερά τους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 προστέθηκαν ολλανδικές φρεγάτες και οι MEKO 200HN, φρεγάτες σπονδυλωτής σχεδίασης που κατασκευάστηκαν για το ΠΝ. Η σχέση κόστους και επιχειρησιακής απόδοσης μετατοπίστηκε πλέον υπέρ των νεότερων πλοίων.
Οι αποσύρσεις ακολούθησαν σταδιακή σειρά. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ και ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ αποχώρησαν το 1992, ΚΑΝΑΡΗΣ και ΚΡΙΕΖΗΣ το 1993, ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ από την ενεργό υπηρεσία το 1994 και τελευταίος ο ΤΟΜΠΑΖΗΣ το 1997. Η κλιμακωτή έξοδος διατήρησε τους απαιτούμενους αριθμούς μονάδων όσο αυξανόταν η δύναμη των φρεγατών.
Η ελληνική εξέλιξη των FRAM μέσα από αλλαγές σε όπλα, αισθητήρες και πρυμναίες εγκαταστάσεις αποτελεί το θέμα του πέμπτου και τελευταίου μέρους. Εκεί φαίνεται πώς το ΠΝ επιχείρησε να παρατείνει την επιχειρησιακή χρησιμότητα των γαστρών μέχρι την πλήρη μετάβαση στη νέα γενιά φρεγατών.
Υπηρετήσατε σε ελληνικό FRAM;
Το flight.com.gr συγκεντρώνει φωτογραφίες, ημερολόγια, έγγραφα και προσωπικές ιστορίες από τα αντιτορπιλικά FRAM του Πολεμικού Ναυτικού. Αν υπηρετήσατε σε κάποιο από τα πλοία ή διαθέτετε δικό σας υλικό, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο [email protected].
Το υλικό θα χρησιμοποιηθεί μόνο κατόπιν ρητής συνεννόησης, με σεβασμό στα πνευματικά δικαιώματα και με πλήρη αναφορά στον δημιουργό ή στον νόμιμο κάτοχό του.