Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή πλέον σε πλήρη εξέλιξη, είναι επίκαιρο να αναδημοσιεύσουμε την πολυσέλιδη ανάλυσή μας για τις πρόσφατες επιχειρήσεις των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, που ήταν το κύριο θέμα του τεύχους μας Φεβρουαρίου 2026, μια από τις πληρέστερες αναφορές πιστεύουμε στο θέμα. Αν και όπως τονίζεται και στο κείμενο, η επιχείρηση προετοιμασίας Southern Spear και η Absolute Resolve στη συνέχεια είχαν πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αρκετές επιχειρησιακές πτυχές έχουν άμεση συσχέτιση με την κλιμάκωση αμερικανικής ισχύος εναντίον του Ιράν.
Πρώτη δημοσίευση: “Πτήση” νο. 68, Φεβρουάριος 2026

Του Babak Taghvaee. Επιπλέον στοιχεία Φαίδων Γ. Καραϊωσηφίδης
Στους τελευταίους μήνες του 2025 οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκρότησαν μια από τις πιο σύνθετες και υψηλής ικανότητας αεροπορικές και ναυτικές διατάξεις δυνάμεων στο Δυτικό Ημισφαίριο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Ήταν η Southern Spear και ηπροετοιμασία πριν από την Επιχείρηση Absolute Resolve, την «καταιγίδα» της αμερικανικής επιχείρησης σύλληψης του δικτάτορα της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του στις 3 Ιανουαρίου 2026.
Στρατηγικό ISR και «χαρτογράφηση» της αεράμυνας
Ενώ η -ορατή- συγκέντρωση μαχητικών, ιπτάμενων τάνκερ και ναυτικής αεροπορίας προσέλκυσε το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας προσοχής, η πιο καθοριστική φάση της αμερικανικής προετοιμασίας γύρω από τη Βενεζουέλα εξελίχθηκε αθόρυβα μέσω στρατηγικών επιχειρήσεων συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης. Στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας βρέθηκε η «αόρατη» ανάπτυξη ενός RC‑135V Rivet Joint της USAF από την 38η Μοίρα Αναγνώρισης (RS) της 55ης Πτέρυγας με έδρα την Offutt AFB. Το αεροσκάφος «62‑4132» προωθήθηκε στη Homestead AFB στη Φλόριντα στις 23 Δεκεμβρίου 2025, επιτρέποντας διαρκή κάλυψη ISR, επικεντρωμένη στις βόρειες προσεγγίσεις της Βενεζουέλας. Η προώθηση του Rivet Joint στη Homestead ήταν ιδιαιτέρως σκόπιμη. Από την έδρα του το αεροσκάφος είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες αποστολές συλλογής σημάτων των δικτύων ραντάρ και C2 της Βενεζουέλας πριν από τη μεταστάθμευσή του, δημιουργώντας μια όλο και πιο πλήρη εικόνα της ηλεκτρονικής διάταξης του πεδίου μάχης για την υποστήριξη του σχεδιασμού της αμερικανικής δράσης.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι αυτές οι αποστολές ISR δεν πραγματοποιήθηκαν απομονωμένα. Το RC‑135V επιχειρούσε σε συντονισμό με αποστολές βομβαρδιστικών μεγάλης ακτίνας B‑1B Lancer που επιχειρούσαν από βάσεις εντός των ΗΠΑ. Οι αποστολές τους κοντά στον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο -με υποστήριξη εναέριου ανεφοδιασμού από KC‑46A από τη Φλόριντα και τις Παρθένες Νήσους- επιτέλεσαν έναν διττό ρόλο. Πρώτον, οι έξοδοι των βομβαρδιστικών λειτούργησαν ως «ερεθίσματα», ενθαρρύνοντας τις μονάδες αντιαεροπορικής άμυνας της Βενεζουέλας να ενεργοποιήσουν τα ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου πυρός. Δεύτερον, παρείχαν αντιπροσωπευτικά προφίλ, συμβατά με τύπους αεροσκαφών που θα ήταν κεντρικοί σε οποιαδήποτε μελλοντική αποστολή stand‑off ή διείσδυσης, επιτρέποντας στους Αμερικανούς αναλυτές στο RC‑135V και σε άλλες πλατφόρμες πληροφοριών να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά των συστημάτων άμυνας της Βενεζουέλας υπό συνθήκες που προσέγγιζαν επιχειρησιακή πίεση.

Το RC‑135V επικεντρώθηκε στη «χαρτογράφηση» της κάλυψης των ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, στην αναγνώριση των συχνοτήτων των ραντάρ ελέγχου πυρός και στην καταγραφή της συμπεριφοράς της αεράμυνας, συμπεριλαμβανομένων των χρονικών στιγμών ενεργοποίησης των ραντάρ, της διαχείρισης τομέων κάλυψης και των εναλλαγών διαμορφώσεων λειτουργίας τους. Τα δεδομένα αυτά επέτρεψαν στους αναλυτές να διακρίνουν τα συνήθη πρότυπα επιτήρησης εν καιρώ ειρήνης από τις καταστάσεις συναγερμού, ενώ παράλληλα αποκάλυψαν επικαλύψεις ή κενά κάλυψης και συστημικές αδυναμίες στο δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας της Βενεζουέλας. Οι επαναλαμβανόμενες έξοδοι απέδωσαν ένα μοντέλο ετοιμότητας σε βάθος χρόνου αντί για ένα στιγμιότυπο.

Στο επίκεντρο της αμερικανικής προσοχής βρισκόταν η ικανότητα της Βενεζουέλας σε αντιαεροπορικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, συγκεκριμένα δύο συστοιχίες S‑300VM/Antey‑2500 και τα συστήματα μέσου βεληνεκούς Buk‑M2E. Οι πληροφορίες από την εκστρατεία ISR αξιολογούσαν ότι η Βενεζουέλα διατηρούσε ένα επιβεβαιωμένα επιχειρησιακό σύστημα S‑300VM, αναπτυγμένο στην περιοχή της πρωτεύουσας Καράκας, κοντά στην Αεροπορική Βάση Captain Manuel Rios. Το σύστημα αυτό αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του στρατηγικού στρώματος αντιαεροπορικής άμυνας της χώρας, θεωρητικά ικανό να αντιμετωπίσει απειλές από αεροσκάφη και πυραύλους cruise. Η κατανόηση της συμπεριφοράς των ραντάρ του, της γεωμετρίας της εμπλοκής και του βαθμού ενσωμάτωσής του με συστήματα μικρότερου βεληνεκούς ήταν επομένως κρίσιμη για την αξιολόγηση της συνολικής αποτελεσματικότητας της αντιαεροπορικής άμυνας.

Παράλληλα, η συλλογή πληροφοριών αφορούσε επίσης και σε ένα δεύτερο, πλήρες αλλά μη ανεπτυγμένο σύστημα S‑300VM, το οποίο εκτιμήθηκε ότι βρισκόταν σε κατάσταση εφεδρείας ή αποθήκευσης. Το σύνολο αποστολών του RC‑135V, υποστηριζόμενο έμμεσα από τη δραστηριότητα των βομβαρδιστικών, στόχευε στον εντοπισμό οποιωνδήποτε ενδείξεων ενεργοποίησης, δοκιμών ή προπαρασκευαστικών εκπομπών, που θα υποδήλωναν τη μετάβαση προς επιχειρησιακή ανάπτυξη. Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 2025, τα διαθέσιμα στοιχεία υποδείκνυαν ότι, παρ’ ότι το σύστημα υπήρχε ως πλήρες σύνολο, δεν είχε ενταχθεί στην ενεργή αντιαεροπορική διάταξη.
Συνολικά, η εκστρατεία του RC‑135V από τη Homestead AFB αποτέλεσε κλασικό παράδειγμα προετοιμασίας πεδίου μάχης πριν από κρίση. Αντί να σηματοδοτούν επικείμενη επίθεση αυτές οι αποστολές στόχευαν στην κυριαρχία από την επίγνωση της κατάστασης, υπόβαθρο πληροφοριών που αποδείχθηκε ανεκτίμητο όχι μόνο για την αποτροπή, αλλά και για τη δυνατότητα λήψης επακριβών, χρονικά κρίσιμων αποφάσεων σε ένα περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί πολύ πριν το πρώτο αεροσκάφος περάσει στη φάση εκτέλεσης, όταν η Επιχείρηση Absolute Resolve ξεκίνησε στις 3 Ιανουαρίου 2026.
Δύναμη Κρούσης Lightning II
Η μετατροπή του Αεροδρομίου Jose Aponte de la Torre (Αεροναύσταθμος Roosevelt Roads) από υποδομή υποστήριξης σε βάση μαχητικών με πλήρη επιχειρησιακή ικανότητα αποτέλεσε μια από τις τεχνικά σημαντικότερες εξελίξεις της αμερικανικής στρατιωτικής ενίσχυσης στη νότια Καραϊβική. Σε αντίθεση με τη διασπορά ιπτάμενων τάνκερ ή ISR σε πολιτικά αεροδρόμια της περιοχής, το έργο που πραγματοποιήθηκε στο Roosevelt Roads σχεδιάστηκε ειδικά ώστε να επιτρέψει παρατεταμένες επιχειρήσεις μαχητικών πέμπτης γενιάς σε μικρή απόσταση από τη Βενεζουέλα.

Όταν τα F-35B της VMFA-225 έφτασαν στο Roosevelt Roads στις 13 Σεπτεμβρίου 2025, η βάση απαιτούσε μόνο περιορισμένες τροποποιήσεις λόγω των ικανοτήτων STOVL της πλατφόρμας του USMC, που επέτρεψε στους επιτελείς των Πεζοναυτών να εγκαθιδρύσουν άμεσα παρουσία πέμπτης γενιάς χωρίς να μεταβάλουν τη διαμόρφωση του αεροδρομίου. Κατά τη διάρκεια αυτής της αρχικής φάσης, το Roosevelt Roads λειτούργησε κυρίως ως προωθημένο σημείο συγκέντρωσης και υποστήριξης, ενισχυόμενο από τα KC‑130J της VMGR‑252 και την οργανική υλικοτεχνική υποστήριξη του Σώματος Πεζοναυτών, αλλά παρέμενε ακατάλληλο για συμβατικά τακτικά μαχητικά.

Αυτό άλλαξε τις εβδομάδες πριν από την άφιξη των F‑35A της USANG. Σε αντίθεση με τα αντίστοιχα αεροσκάφη των Πεζοναυτών, το F‑35A ως πλατφόρμα CTOL έχει υψηλότερες και αυστηρότερες απαιτήσεις διαδρόμου και διαδικασιών ανάκτησης, ιδιαίτερα υπό συνθήκες υψηλού βάρους απογείωσης ή επιχειρησιακής ανάγκης. Ενόψει της ανάπτυξης, μονάδες έργων υποδομών της USAF έφτασαν στο Roosevelt Roads, υλοποιώντας στοχευμένη προετοιμασία του διαδρόμου και ενίσχυση της υποδομής: ακεραιότητα του οδοστρώματος στη φέρουσα ικανότητα και στα περιθώρια ασφαλείας κατά την ανάκτηση αντί για πλήρη ανακατασκευή του διαδρόμου, αντανακλώντας μια ταχεία εκστρατευτική προσέγγιση επέμβασης. Ένα κρίσιμο στοιχείο αυτής της προετοιμασίας ήταν η εγκατάσταση ενός προσωρινού συστήματος ανάσχεσης αεροσκαφών με αναπτυσσόμενο φράκτη, παρέχοντας δυνατότητα ανάκτησης έκτακτης ανάγκης σε F‑35A που θα αντιμετώπιζαν αστοχίες φρένων, σκασμένα ελαστικά ή ζημιές από μάχη. Η ύπαρξη τέτοιας υποδομής αποτελεί προϋπόθεση για τη λειτουργία μαχητικών υψηλών επιδόσεων από προωθημένες τοποθεσίες.

Οι προετοιμασίες αυτές επέτρεψαν την άφιξη των δεκατεσσάρων F‑35A της 134FS/158FW, τα οποία αναπτύχθηκαν από την Burlington ANGB στις 20 και 21 Δεκεμβρίου 2025. Με την άφιξή τους ο Roosevelt Roads μετατράπηκε από μια τοποθεσία επιχειρήσεων STOVL με επίκεντρο το Σώμα Πεζοναυτών σε έναν διακλαδικό κόμβο μαχητικών πέμπτης γενιάς, ικανό να υποστηρίξει τόσο την τακτική αεροπορία του USMC όσο και της USAF υπό συνθήκες επιχειρήσεων.

Από επιχειρησιακή άποψη αυτή η μεταμόρφωση είχε σημαντικές επιπτώσεις. Η συνύπαρξη των F‑35B και F‑35A στο Roosevelt Roads παρείχε συμπληρωματικές επιλογές χρήσης: τα STOVL αεροσκάφη των Πεζοναυτών πρόσφεραν ευελιξία, ανεκτικότητα σε υποτυπώδεις υποδομές και ικανότητα ταχείας αναδιάταξης και σε θαλάσσιες πλατφόρμες, ενώ τα F‑35A της ANG παρείχαν μεγαλύτερη ακτίνα δράσης και ωφέλιμο φορτίο με δυνατότητα διατήρησης αυξημένου ρυθμού εξόδων. Σε τεχνικό επίπεδο, κατέδειξε επίσης ότι οι επιτελείς του SOUTHCOM προέβλεπαν την ανάγκη για συμβατική ανάκτηση μαχητικών, συντήρηση και διαχείριση έκτακτων περιστατικών υπό συνθήκες μάχης, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στη ναυτική αεροπορία ή σε απομακρυσμένη υποστήριξη από το CONUS.

Σχεδίαση και στρατηγική πριν από την εκτέλεση
Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2025 η αμερικανική στρατιωτική διάταξη που είχε συγκροτηθεί γύρω από τη Βενεζουέλα είχε φτάσει σε σημείο επιχειρησιακής πληρότητας. Εκείνο που τη διέκρινε δεν ήταν απλώς η κλίμακά της, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ήταν δομημένη∙ ως μια διακλαδική δύναμη πολλαπλών τομέων (multi-domain), σχεδιασμένη για στοχευμένη εφαρμογή πίεσης, ταχεία εκτέλεση και έλεγχο της κλιμάκωσης, και όχι για κατάληψη εδάφους ή παρατεταμένη κατοχή.
Σε αντίθεση με ιστορικές αμερικανικές επεμβάσεις στην περιοχή, οι οποίες βασίζονταν σε μαζική χρήση χερσαίων δυνάμεων, η διάταξη του 2025-2026 οικοδομήθηκε γύρω από δυνατότητες stand‑off και stand‑in, υποστηριζόμενες από διασπαρμένη υποδομή και δυνάμεις ναυτικού ελιγμού. Η αρχιτεκτονική της τής έδινε προτεραιότητα στην αεροπορική και ναυτική κυριαρχία, στη διείσδυση για αποκόμιση πληροφοριών και στην ευελιξία υποστήριξης, επιτρέποντας αποφασιστική δράση χωρίς τα πολιτικά και στρατιωτικά βάρη που συνεπάγεται μια μεγάλης κλίμακας χερσαία δέσμευση: η δύναμη είχε διαμορφωθεί ώστε να μπορεί να ενεργήσει αποφασιστικά χωρίς να καταστεί δομικά δεσμευμένη.

Έως τις 3 Ιανουαρίου 2026 η φάση της ανάπτυξης είχε επιτύχει τον κεντρικό της σκοπό. Ο χώρος επιχειρήσεων είχε διαμορφωθεί, τα κενά πληροφοριών είχαν κλείσει, οι οδοί υποστήριξης είχαν επικυρωθεί και οι προβλέψεις διοίκησης και ελέγχου είχαν δοκιμαστεί υπό πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες. Με αυτή την έννοια, η προ της 3ης Ιανουαρίου συσσώρευση δυνάμεων πρέπει να γίνει κατανοητή όχι ως προοίμιο πολέμου με την κλασική έννοια, αλλά ως η ολοκλήρωση ενός στρατιωτικού εργαλείου, ικανού να μεταφράσει την πολιτική πρόθεση σε επιχειρησιακό αποτέλεσμα με ελάχιστες τριβές.