Η καθυστέρηση στην οριστικοποίηση της καναδικής προμήθειας F-35 δημιουργεί αυξανόμενη πίεση στη Βασιλική Καναδική Αεροπορία (RCAF), καθώς τα γερασμένα CF-188 Hornet πλησιάζουν στο τέλος της επιχειρησιακής τους ζωής. Παρά την έναρξη παραδόσεων των πρώτων F-35A, η κυβέρνηση της Οτάβας συνεχίζει ως γνωστόν να επανεξετάζει το συνολικό πρόγραμμα των 88 μαχητικών, χωρίς να έχει αποφασίσει εάν θα προχωρήσει στην πλήρη υλοποίησή του.

Σύμφωνα με το FlightGlobal, αξιωματούχος που μίλησε στο συνέδριο International Fighter Conference, υπό τον κανόνα Chatham House, χαρακτήρισε το χρονοδιάγραμμα μετάβασης «οριακό» (knife–edge), προειδοποιώντας ότι τα περιθώρια για πρόσθετες καθυστερήσεις είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένα. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται, ενώ η τελική απόφαση συνδέεται και με τις ευρύτερες εμπορικές σχέσεις Καναδά–ΗΠΑ.

Ο ίδιος αξιωματούχος διευκρίνισε ότι οι οριστικές δεσμεύσεις παραγωγής αφορούν 12 F-35A και όχι 16, όπως αναφέρεται συχνά. Πρόκειται για τέσσερα αεροσκάφη σε καθεμία από τις παρτίδες παραγωγής Lots 18, 19 και 20, ενώ έχουν αναληφθεί επιπλέον δεσμεύσεις για υλικά μακρού χρόνου παράδοσης άλλων 18 μαχητικών. Συνεπώς, οι μέχρι σήμερα συμβατικές και οικονομικές δεσμεύσεις καλύπτουν συνολικά 30 από τα 88 προβλεπόμενα αεροσκάφη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα 30 έχουν παραγγελθεί οριστικά.

Τα δύο πρώτα καναδικά CF-35A παραδόθηκαν στα τέλη Οκτωβρίου στην αεροπορική βάση Luke της Αριζόνας, όπου θα χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση χειριστών και τεχνικού προσωπικού. Οι πρώτες παραδόσεις σε καναδικό έδαφος, στην Cold Lake, προγραμματίζονται για το 2028, με στόχο την επίτευξη αρχικής επιχειρησιακής ικανότητας το 2029 και πλήρους επιχειρησιακής ικανότητας την περίοδο 2032–2033.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η κατάσταση του υφιστάμενου στόλου CF-188. Από τα 138 Hornet που απέκτησε αρχικά ο Καναδάς, απομένουν πλέον σε υπηρεσία περίπου 71, με πέντε έως έξι αεροσκάφη να αποσύρονται ετησίως. Τα μαχητικά έχουν ηλικία 40–45 ετών και πλησιάζουν τα όρια δομικής κόπωσης, ενώ οι επιχειρησιακές τους δυνατότητες υπολείπονται ολοένα περισσότερο των σύγχρονων απαιτήσεων. Το πρόγραμμα αναβάθμισης Hornet Extension Project επιτρέπει τη διατήρηση μέρους του στόλου έως περίπου το 2032, οπότε προβλέπεται η ολοκλήρωση της απόσυρσής του.

Η RCAF καλείται επομένως να πραγματοποιήσει μέσα σε λίγα χρόνια τη μετάβαση σε μαχητικά πέμπτης γενιάς, δημιουργώντας παράλληλα τις απαραίτητες υποδομές, δυνατότητες συντήρησης και εκπαιδευτικές δομές. Πρόκειται για ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα για μια αεροπορία με προσωπικό περίπου 12.000 στελεχών.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ενδεχόμενη επιλογή μικτού στόλου F-35 και Gripen E, όπως προτείνει η Saab, θα δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες. Ο αξιωματούχος χαρακτήρισε μια τέτοια μετάβαση «εξαιρετικά απαιτητική», καθώς θα προϋπέθετε την παράλληλη ένταξη δύο διαφορετικών τύπων, με ξεχωριστές υποδομές, αλυσίδες υποστήριξης και προγράμματα εκπαίδευσης. Η Saab, πάντως, προωθεί την πρότασή της με σημαντική συμμετοχή καναδικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων οι CAE, IMP Aerospace και Magellan.

Υπενθυμίζεται ότι η  επανεξέταση του προγράμματος διατάχθηκε από τον πρωθυπουργό Mark Carney τον Μάρτιο του 2025, εν μέσω της επιδείνωσης των εμπορικών σχέσεων με τις ΗΠΑ και των ανησυχιών για την εξάρτηση της καναδικής άμυνας από την αμερικανική βιομηχανία. Παράλληλα, το κόστος του προγράμματος έχει αυξηθεί σε σχέση με την αρχική εκτίμηση των περίπου 19 δισ. καναδικών δολαρίων, ιδιαίτερα όταν συνυπολογίζονται οι απαιτούμενες υποδομές.

Ο Καναδάς εξετάζει επίσης τις μελλοντικές του επιλογές πέραν της πέμπτης γενιάς, έχοντας αποκτήσει καθεστώς παρατηρητή στο πρόγραμμα μαχητικού έκτης γενιάς Global Combat Air Programme (GCAP) της Βρετανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας. Η αξιολόγηση της πιθανής συμμετοχής του αναμένεται να διαρκέσει 12–18 μήνες.