«Μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό». Μια φράση που η ρωσική προπαγάνδα χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια για να παρουσιάσει την Ουκρανία ως θύμα των δυτικών συμμάχων της. Όμως η φράση αυτή δεν εμφανίστηκε μετά τη ρωσική εισβολή του 2022. Η συγκεκριμένη αφήγηση κυκλοφορούσε ήδη από το 2014, ενώ παρόμοιες αναφορές είχαν εμφανιστεί ακόμη νωρίτερα. Το μήνυμά της είναι απλό: οι Ουκρανοί δήθεν θέλουν να σταματήσουν τον πόλεμο, αλλά η Δύση τούς αναγκάζει να συνεχίζουν, ώστε να εξυπηρετήσουν τα δικά της συμφέροντα. Την άνοιξη του 2022, μετά τις διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης, αυτή η παλιά αφήγηση απέκτησε έναν συγκεκριμένο πρωταγωνιστή: τον τότε πρωθυπουργό της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον. Σύμφωνα με τη ρωσική εκδοχή, ο Τζόνσον πήγε στο Κίεβο, εμπόδισε τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να υπογράψει μια σχεδόν έτοιμη ειρηνευτική συμφωνία και του ζήτησε να συνεχίσει τον πόλεμο. Η ιστορία διαδόθηκε ευρέως, παρότι δεν υπήρχε υπογεγραμμένη συμφωνία και οι δύο πλευρές εξακολουθούσαν να διαφωνούν σε θεμελιώδη ζητήματα.

Τι είχε συμβεί λοιπόν πραγματικά; Σε συνέντευξή του στην Ukrainska Pravda, που δημοσιεύθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2026, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Ντμίτρο Κουλέμπα επιστρέφει στις διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης και εξηγεί γιατί η ρωσική πρόταση δεν ήταν σχέδιο ειρήνης, αλλά μια προσπάθεια να μείνει η Ουκρανία ανυπεράσπιστη. Μιλά επίσης για τον ρόλο του Μπόρις Τζόνσον, τις χαμένες ευκαιρίες για διαπραγματεύσεις, την πίεση που ασκούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Κίεβο και τον κίνδυνο μιας μελλοντικής ρωσικής επίθεσης εναντίον της Ευρώπης.
«Ήταν μια πράξη συνθηκολόγησης, απλώς προσπαθούσαμε να την παρουσιάσουμε πιο όμορφα»
Ο Κουλέμπα εξηγεί ότι οι όροι που έθετε η Μόσχα το 2022 δεν διέφεραν ουσιαστικά από τις απαιτήσεις που εξακολουθεί να προβάλλει σήμερα. Η Ρωσία ζητούσε να περιοριστεί ο ουκρανικός στρατός σε μόλις 50.000 στρατιώτες, ενώ η ουκρανική πλευρά επέμενε στις 250.000. «Όταν επιτρέπεις σε μια άλλη χώρα να επιβάλλει περιορισμούς στις Ένοπλες Δυνάμεις σου, αυτό είναι το τέλος», τονίζει. Και συνεχίζει: «Μας έλεγαν ξεκάθαρα να παραδώσουμε όλους τους πυραύλους και τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς, να τα βάλουμε σε αποθήκες και να επιτρέψουμε στον ρωσικό στρατό να μπει σε αυτές». Κατά τον πρώην υπουργό, η αποδοχή τέτοιων όρων θα σήμαινε ότι η Ουκρανία θα παρέδιδε στη χώρα που της είχε ήδη επιτεθεί τη δυνατότητα να αποφασίζει πώς και με ποια μέσα θα μπορούσε να αμυνθεί στο μέλλον. Στην πράξη η Ρωσία ζητούσε από την Ουκρανία να μείνει ανυπεράσπιστη και ανοχύρωτησ σε πιθανή νέα εισβολή. Αλλά ακόμη και να μην υπήρχε νέα ρωσική εισβολή, μια χώρα χωρίς στρατό, είναι δεδομένο πως θα γίνεται υποχείριο του ισχυρού γείτονα της.
Υπενθυμίζει ότι στην αρχή της εισβολής το Κίεβο είχε κάθε λόγο να συνομιλεί με τη Μόσχα, καθώς κανείς δεν γνώριζε αν η χώρα θα άντεχε. Μέχρι όμως να πραγματοποιηθούν οι συνομιλίες στην Κωνσταντινούπολη, οι ρωσικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί από την περιοχή του Κιέβου και είχαν αποκαλυφθεί οι θηριωδίες στην Μπούτσα. «Είχαμε αντέξει. Η Ρωσία αποδείχθηκε ότι δεν ήταν τόσο τρομακτική όσο πιστεύαμε. Γιατί λοιπόν να υπογράψουμε μια πράξη συνθηκολόγησης;» αναρωτιέται. Όπως επισημαίνει, οι βασικές απαιτήσεις της Μόσχας παραμένουν ουσιαστικά οι ίδιες: η Ουκρανία να μείνει εκτός ΝΑΤΟ, να περιορίσει τον στρατό της και να αρθούν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
«Οι Ρώσοι έπαιξαν εξαιρετικά την ιστορία με τον κακό, αναμαλλιασμένο Μπόρις Τζόνσον»
Σύμφωνα με τον Κουλέμπα, όταν η Ουκρανία δεν αποδέχθηκε τους ρωσικούς όρους, η Μόσχα κατάφερε να μεταφέρει τη συζήτηση από το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμφωνίας στο ποιος ευθυνόταν για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. «Οι Ρώσοι έριξαν στη δημόσια συζήτηση μια απλή, εύκολα κατανοητή ιστορία: για την αιμοδιψή Δύση, με τη μορφή του κακού, αναμαλλιασμένου Μπόρις Τζόνσον, που ήρθε και είπε στον Ζελένσκι να πολεμήσει μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό. Δυστυχώς, πρέπει να παραδεχτώ ότι έπαιξαν αυτό το παιχνίδι εξαιρετικά», λέει. Ο πρώην υπουργός απορρίπτει την εκδοχή ότι υπήρχε μια έτοιμη συμφωνία την οποία ακύρωσε ο Βρετανός πρωθυπουργός. Ο Τζόνσον πράγματι επισκέφθηκε το Κίεβο στις 9 Απριλίου 2022 και υποστήριξε τη συνέχιση της ουκρανικής αντίστασης, όμως αυτό δεν αποδεικνύει ότι υπήρχε μια οριστική ειρηνευτική συμφωνία που εκείνος εμπόδισε να υπογραφεί. Ο Κουλέμπα συνοψίζει το αποτέλεσμα εκείνων των γεγονότων με μια χαρακτηριστική φράση: «Εμείς κερδίσαμε επειδή αποφύγαμε την παγίδα. Εκείνοι κέρδισαν επειδή απέφυγαν την ευθύνη».
«Όλοι σκεφτόμασταν τα σύνορα του 1991. Κι εγώ το ίδιο»
Ο πρώην υπουργός παραδέχεται ότι η ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση της Ουκρανίας ήταν πιθανότατα τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2022, όταν ο ουκρανικός στρατός σημείωνε σημαντικές επιτυχίες και απελευθέρωνε μεγάλες περιοχές. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο τόσο η ουκρανική κοινωνία όσο και η πολιτική ηγεσία πίστευαν ότι ήταν δυνατή η πλήρης απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών. «Ο κόσμος είχε ενθουσιαστεί. Όλοι σκέφτονταν τα σύνορα του 1991. Και η κυβέρνηση παρασύρθηκε από αυτό το κλίμα. Το ίδιο κι εγώ», παραδέχεται. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια πρόταση για κατάπαυση του πυρός κατά μήκος της γραμμής του μετώπου δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Ο Κουλέμπα θεωρεί ότι θεωρητικά θα μπορούσε να είχε γίνει μια προσπάθεια διαπραγματεύσεων εκείνο το φθινόπωρο, αλλά αμφιβάλλει ότι θα οδηγούσε σε πραγματική συμφωνία.
«Κατηγορούμε τον Τραμπ, αλλά ο Μπάιντεν δεν έκανε ακριβώς το ίδιο;»
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης αφορά τις πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ουκρανία για τον περιορισμό των επιθέσεων εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων. Ο Κουλέμπα επισημαίνει ότι αυτή η πολιτική δεν ξεκίνησε με τον Ντόναλντ Τραμπ. «Σήμερα κατηγορούμε τον Τραμπ επειδή μας απαγορεύει να χτυπάμε τα ρωσικά διυλιστήρια. Συγγνώμη, αλλά η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν έκανε ακριβώς το ίδιο;» αναρωτιέται.
Ο πρώην υπουργός αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν προσέφερε τεράστια στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στην Ουκρανία, υπενθυμίζει όμως ότι η Ουάσιγκτον είχε πάντοτε και τις δικές της προτεραιότητες. Μία από αυτές ήταν να αποτρέψει μια αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει και τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ. Παράλληλα, απορρίπτει την άποψη ότι οι δυτικές κυβερνήσεις επιθυμούσαν έναν παρατεταμένο πόλεμο για να αποδυναμώσουν τη Ρωσία χρησιμοποιώντας τους Ουκρανούς. «Αν οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι μπορούσαν να σταματήσουν τον πόλεμο το 2022, θα το είχαν κάνει», υποστηρίζει.
«Ο Πούτιν χρειάζεται μόνο 24 ώρες δισταγμού στις Βρυξέλλες»
Μιλώντας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ο Κουλέμπα προειδοποιεί ότι μια πιθανή ρωσική επίθεση δεν χρειάζεται απαραίτητα να πάρει τη μορφή μιας μεγάλης στρατιωτικής εισβολής. «Δεν πιστεύω ότι τα ρωσικά τανκς θα περάσουν τα εσθονικά σύνορα στη Νάρβα και θα καταλάβουν τα πάντα», λέει. Κατά την εκτίμησή του, ο στόχος του Πούτιν θα μπορούσε να είναι πολύ πιο περιορισμένος στρατιωτικά, αλλά εξαιρετικά σοβαρός πολιτικά: να αποδείξει ότι το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορούν να αντιδράσουν γρήγορα και ενωμένα. «Ο στόχος του Πούτιν σε έναν πόλεμο με την Ευρώπη δεν είναι η άμεση κατάκτηση εδαφών, αλλά 24 ώρες δισταγμού στις Βρυξέλλες», υποστηρίζει. Αν μέσα σε αυτό το διάστημα δεν ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί συλλογικής ασφάλειας, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενδέχεται, σύμφωνα με τον ίδιο, να αρχίσουν να αναζητούν χωριστά συνεννόηση με τη Μόσχα. Μερικά πλήγματα με drones εναντίον ευρωπαϊκών υποδομών θα μπορούσαν, κατά την εκτίμησή του, να είναι αρκετά για να προκαλέσουν μια τέτοια κρίση. Ο πρώην υπουργός θεωρεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη δεν είναι μόνο μια στρατιωτική επίθεση, αλλά η πιθανότητα να αποδειχθεί ότι η συλλογική της άμυνα δεν λειτουργεί τη στιγμή που πραγματικά χρειάζεται.
«Δεν βλέπω ούτε μία στιγμή που ο Πούτιν ήταν έτοιμος να σταματήσει τον πόλεμο»
Ο Κουλέμπα δεν εμφανίζεται αισιόδοξος για τις προοπτικές μιας νέας συμφωνίας με τη Μόσχα. Θεωρεί ότι ο Πούτιν χρησιμοποιεί τη διπλωματική διαδικασία για να διαπιστώσει τι μπορεί να κερδίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να επηρεάσει τις σχέσεις της Ουκρανίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Προειδοποιεί επίσης ότι η μεγαλύτερη πίεση προς το Κίεβο μπορεί τελικά να ασκηθεί μέσω της χρηματοδότησης, καθώς η χώρα χρειάζεται όχι μόνο όπλα και στρατιώτες, αλλά και χρήματα για να συνεχίσει να λειτουργεί και να αμύνεται. «Κοιτάζοντας πίσω, δεν βλέπω ούτε μία στιγμή κατά την οποία ο Πούτιν ήταν έτοιμος να σταματήσει τον πόλεμο», λέει. Και εδώ επιστρέφουμε στη φράση «μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό». Η συγκεκριμένη αφήγηση μεταφέρει την ευθύνη για τη συνέχιση του πολέμου από τη χώρα που πραγματοποίησε την εισβολή σε εκείνους που βοηθούν την Ουκρανία να αμυνθεί. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, όπως προκύπτει από όσα περιγράφει ο Κουλέμπα, δεν είναι απλώς γιατί δεν υπογράφηκε μια συμφωνία το 2022, αλλά τι είδους ειρήνη θα εξασφάλιζε αυτή η συμφωνία και αν θα επέτρεπε στην Ουκρανία να παραμείνει ανεξάρτητη και ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της.