Περίπου 520.000 ευρώ τον χρόνο θα μπορούσαν να εξοικονομούνται από τη σίτιση των οπλιτών της Εθνικής Φρουράς, εάν περιορίζονταν οι υπερβολικές παραγγελίες και προσαρμόζονταν οι ποσότητες στις πραγματικές ανάγκες των μονάδων. Το ποσό προκύπτει από την εκτίμηση για δυνητική εξοικονόμηση περίπου 10.000 ευρώ την εβδομάδα και αναδεικνύει το οικονομικό αποτύπωμα των αδυναμιών στη διαχείριση των γευμάτων.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η συνολική ετήσια δαπάνη για τη σίτιση ξεπερνά τα 9,5 εκατ. ευρώ. Τα ευρήματα της ειδικής έκθεσης της κυπριακής Ελεγκτικής Υπηρεσίας, τα οποία συζητήθηκαν στην Επιτροπή Ελέγχου της Βουλής, καταγράφουν περιπτώσεις παραγγελιών που απέχουν σημαντικά από τον πραγματικό αριθμό των στρατιωτών που πρέπει να σιτιστούν.

Σε ορισμένες μονάδες, οι παραγγελίες για το μεσημεριανό υπερέβαιναν τις προβλεπόμενες ανάγκες κατά 42% και για το βραδινό κατά 40%. Σε άλλες περιπτώσεις, η υπέρβαση έφθανε το 100% για το μεσημεριανό και το 57% για το βραδινό. Με άλλα λόγια, παραγγέλλονταν ποσότητες που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ήταν σχεδόν διπλάσιες από τις προβλεπόμενες ανάγκες.

Η εικόνα συμπληρώνεται από το γεγονός ότι σε μονάδες που παραλαμβάνουν έτοιμα γεύματα (catering) το ποσοστό της σπατάλης φθάνει το 15%. Παράλληλα, η συμβατική πρόνοια για επιστροφή των γευμάτων που δεν καταναλώνονται παραμένει ανενεργή, περιορίζοντας τη δυνατότητα αξιοποίησης των αδιάθετων μερίδων.

Το ποσό των 520.000 ευρώ αποτελεί ετήσια αναγωγή της εκτιμώμενης εξοικονόμησης. Η έκθεση, πάντως, αναδεικνύει ότι υπάρχει συγκεκριμένο οικονομικό περιθώριο περιορισμού της δαπάνης, εφόσον οι παραγγελίες συνδέονται με την πραγματική δύναμη κάθε μονάδας και ελέγχονται συστηματικά.

Το κόστος διαφοροποιείται και ανάλογα με το μοντέλο σίτισης: το 44% των οπλιτών λαμβάνει έτοιμα γεύματα από catering, το 10% κατεψυγμένα και το 46% εξυπηρετείται από τις κουζίνες των μονάδων. Η παροχή τεσσάρων γευμάτων μέσω catering κοστίζει 7,50 ευρώ συν ΦΠΑ ανά οπλίτη ημερησίως, ενώ το εκτιμώμενο κόστος στις μονάδες ανέρχεται σε 8,15 ευρώ.

Την ίδια στιγμή, οι διατροφικές επιλογές των οπλιτών επηρεάζουν τη ζήτηση: το 73% των συμμετεχόντων σε σχετικό ερωτηματολόγιο δήλωσε ότι αποφεύγει ορισμένα φαγητά, κυρίως όσπρια και ψάρια. Το 69% χρησιμοποιεί περιστασιακά ή καθημερινά τα ΚΨΜ και το 41% αγοράζει φαγητό εκτός στρατοπέδου. Τα ποσοστά αυτά είναι πολύ μεγάλα για έναν οργανισμό που προσφέρει εσωτερική σίτιση. Με 4 στους 10 να αγοράζουν delivery και 7 στους 10 να πετά μέρος του φαγητού, ο όγκος τροφής που καταλήγει στα σκουπίδια είναι σημαντικός.

Δυσανάλογα μεγάλη είναι και η συχνότητα κατανάλωσης κρέατος από τις επίσημες πηγές παροχής σισσιτίου. Από τα δεκατέσσερα γεύματα που λαμβάνει ο Κύπριος Εθνοφρουρός την εβδομάδα, όσοι σιτίζονται από τα μαγειρεία των μονάδων τρώνε κρέας επτά φορές, όσοι λαμβάνουν κατεψυγμένα γεύματα -κυρίως μονάδες φυλακίων- τρώνε οκτώ φορές και όσοι παίρνουν προμαγειρευμένες μερίδες (catering) εννέα φορές. Το ποσοστό σχολιάστηκε αδικαιολόγητα υψηλό από στελέχη της αντιπολίτευσης που εξέφρασαν ανησυχία για την υγεία και την ανισορροπία της διατροφής των στρατευμένων ενώ στλέχη της υπηρεσίας ελέγχου θεώρησαν τα νούμερα ικανοποιητικά.

Το ζητούμενο για την Εθνική Φρουρά δεν είναι απλώς να μειωθεί ο προϋπολογισμός της σίτισης, αλλά να σταματήσει να πληρώνεται φαγητό που τελικά δεν καταναλώνεται. Το ζήτημα αγγίζει ερωτήματα διοικητικής οργάνωσης αλλά και πειθαρχίας του προσωπικού που οφείλει να σέβεται περισσότερο τη σπατάλη και την προσπάθεια του φορολογούμενου πολίτη.