Νέα εστία προβληματισμού στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Νότιας Κορέας δημιουργεί η επιδίωξη της Σεούλ να ανακτήσει τον επιχειρησιακό έλεγχο των στρατιωτικών δυνάμεων εντός χώρας (δηλαδή τις δικές της συν την αμερικανική) σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση του προέδρου Λι Τζε Μιουνγκ επιδιώκει την ολοκλήρωση της διαδικασίας πριν από τη λήξη της θητείας του, το 2030, με νοτιοκορεατικά δημοσιεύματα να τοποθετούν τον επιθυμητό χρόνο μεταβίβασης στο 2028. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον αποφεύγει να δεσμευτεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία, επιμένοντας ότι η αλλαγή πρέπει να εξαρτηθεί από την επιχειρησιακή ετοιμότητα των συμμαχικών δυνάμεων.

Το ζήτημα του επιχειρησιακού ελέγχου εν καιρώ πολέμου, γνωστού ως OPCON, αποτελεί διαχρονική εκκρεμότητα της αμερικανονοτιοκορεατικής συμμαχίας. Η σημερινή δομή διοίκησης ανάγεται στον Πόλεμο της Κορέας, το 1950-1953, όταν η Σεούλ παραχώρησε τη στρατιωτική διοίκηση στις ΗΠΑ. Παρότι η Νότια Κορέα ελέγχει σήμερα τις ένοπλες δυνάμεις της σε περίοδο ειρήνης, σε περίπτωση πολέμου οι καθορισμένες μονάδες της υπάγονται σε κοινή διοίκηση υπό Αμερικανό στρατηγό.
Η συμφωνία του 2007 προέβλεπε τη μελλοντική μεταβίβαση αυτής της αρμοδιότητας. Πλέον, ο Λι υποστηρίζει ότι η χώρα διαθέτει τις αναγκαίες στρατιωτικές δυνατότητες και χαρακτηρίζει την ανάκτηση του ελέγχου ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Στις 19 Οκτωβρίου δήλωσε ότι οι διαβουλεύσεις με την Ουάσιγκτον εξελίσσονται θετικά, αναγνωρίζοντας πάντως την πολυπλοκότητα της διαδικασίας.

Από αμερικανικής πλευράς, ο διοικητής των περίπου 28.500 Αμερικανών στρατιωτών στη Νότια Κορέα, στρατηγός Ζαβιέ Τ. Μπράνσον, επισημαίνει ότι οι συνθήκες ασφαλείας έχουν μεταβληθεί, ιδιαίτερα λόγω της ανάπτυξης του βορειοκορεατικού πυραυλικού οπλοστασίου. Η αμερικανική πλευρά φέρεται να έχει καταρτίσει οδικό χάρτη για την εκπλήρωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων έως τις αρχές του 2029, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτόματη μεταβίβαση της διοίκησης.
Την αβεβαιότητα ενισχύουν πληροφορίες για τα αποτελέσματα της κοινής άσκησης Ulchi Freedom Shield. Σύμφωνα με τη νοτιοκορεατική εφημερίδα Chosun Ilbo, η άσκηση προσομοίωσης συμβατικής επίθεσης της Βόρειας Κορέας, χωρίς χρήση πυρηνικών όπλων, κατέληξε σε διάσπαση των συμμαχικών αμυντικών γραμμών από βορειοκορεατικές δυνάμεις, οι οποίες έφθασαν στα περίχωρα της Σεούλ. Τα αίτια του αποτελέσματος παραμένουν αδιευκρίνιστα, εγείροντας ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της διοίκησης και την προσαρμογή στις νέες στρατιωτικές δυνατότητες της Πιονγκγιάνγκ.
Παράλληλα, η άσκηση είχε περιοριστεί χρονικά κατόπιν εντολής της κυβέρνησης Τραμπ για περιορισμό του κόστους, ενώ ακυρώθηκε η δεύτερη φάση της, που προέβλεπε προσομοίωση συμμαχικής αντεπίθεσης. Πρόσθετο εμπόδιο αποτελεί η εξάρτηση της Σεούλ από αμερικανικά μέσα δορυφορικής επιτήρησης και αναγνώρισης για τον εντοπισμό κινητών βορειοκορεατικών εκτοξευτών πυραύλων.
Η συζήτηση διεξάγεται σε περίοδο αυξημένης έντασης στη διακορεατική μεθόριο. Τον Σεπτέμβριο, έκρηξη ναρκών στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη προκάλεσε τον τραυματισμό Νοτιοκορεατών στρατιωτικών, με τη Σεούλ να αποδίδει την τοποθέτησή τους στη Βόρεια Κορέα. Ακολούθησαν απειλές επανενεργοποίησης των βορειοκορεατικών μεγαφώνων προπαγάνδας και αναφορές για ανάπτυξη αυτοκινούμενου πυροβόλου των 122 χιλιοστών κοντά στα σύνορα.
Οι εξελίξεις έχουν τροφοδοτήσει και την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Το συντηρητικό αντιπολιτευόμενο Κόμμα Λαϊκής Δύναμης κατηγορεί την κυβέρνηση για υπερβολικά διαλλακτική στάση απέναντι στην Πιονγκγιάνγκ και προειδοποιεί ότι μια βεβιασμένη μεταβίβαση της διοίκησης θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας.
Πέραν της βορειοκορεατικής απειλής, αναλυτές διακρίνουν και ευρύτερες αμερικανικές στρατηγικές επιδιώξεις. Η Ουάσιγκτον θεωρεί τη Νότια Κορέα κρίσιμο παράγοντα για την ανάσχεση της κινεζικής επιρροής στην Ανατολική Ασία και ενδέχεται να αντιμετωπίζει τη μεταβίβαση της διοίκησης ως πιθανό περιορισμό της επιρροής της στην περιοχή.

Το επόμενο κρίσιμο βήμα αναμένεται στις διμερείς αμυντικές διαβουλεύσεις, όπου θα εξεταστούν η πιστοποίηση της νοτιοκορεατικής επιχειρησιακής ετοιμότητας και το χρονοδιάγραμμα της μεταβίβασης. Το βασικό ζητούμενο για τις δύο χώρες παραμένει η εξισορρόπηση της νοτιοκορεατικής στρατιωτικής αυτονομίας με τη διατήρηση της συνοχής και της αποτρεπτικής ισχύος της συμμαχίας, σε ένα ολοένα πιο ασταθές περιφερειακό περιβάλλον.