Η Ουκρανία είναι έτοιμη να συζητήσει τον τερματισμό του πολέμου, αλλά όχι με όρους που θα την αφήσουν ανυπεράσπιστη απέναντι σε μια νέα ρωσική επίθεση. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στη μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Άλλα Μάζουρ του ουκρανικού τηλεοπτικού δικτύου TSN. Ο Ουκρανός πρόεδρος μίλησε για τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις πιθανές διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία τον Νοέμβριο, το μέλλον του ουκρανικού στρατού και τις εγγυήσεις ασφαλείας που θα χρειαστεί η χώρα του μετά τον πόλεμο.
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης ήταν η θέση του για το μέγεθος των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων. Ο Ζελένσκι δήλωσε ότι θα ήθελε η Ουκρανία να διατηρήσει στρατό 800.000 στρατιωτικών, εφόσον εξασφαλιστεί η απαραίτητη χρηματοδότηση. Ξεκαθάρισε επίσης ότι ούτε η Μόσχα ούτε η Ουάσιγκτον μπορούν να αποφασίζουν πόσο μεγάλος θα είναι ο ουκρανικός στρατός. «Οι περιορισμοί στον στρατό μας και η ουδετερότητα της Ουκρανίας δεν τίθενται προς συζήτηση. Το εδαφικό ζήτημα είναι κόκκινη γραμμή και μπορεί να συζητηθεί αποκλειστικά σε επίπεδο ηγετών», τόνισε. Για τις εγγυήσεις ασφαλείας θεωρεί ότι η καλύτερη λύση παραμένει η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αλλά αναγνωρίζει ότι εξετάζονται και άλλες επιλογές. Όπως εξήγησε, δεν αρκεί μια συμφωνία που θα υπόσχεται γενικά προστασία στην Ουκρανία. «Ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν χρειαζόμαστε απλώς την ονομασία ΝΑΤΟ. Χρειαζόμαστε μια απάντηση: αν η Ρωσία ξεκινήσει ξανά πόλεμο, ποιος θα κάνει τι και πότε;». Γι’ αυτό ζητά συγκεκριμένες και νομικά δεσμευτικές εγγυήσεις, που θα έχουν εγκριθεί και από τα αρμόδια κοινοβούλια.
Ο Ουκρανός πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι τον Νοέμβριο ενδέχεται να πραγματοποιηθεί τριμερής συνάντηση εκπροσώπων της Ουκρανίας, των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Στόχος είναι να προετοιμαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες και να ανοίξει ο δρόμος για συνομιλίες στο ανώτατο επίπεδο. Μεταξύ των θεμάτων που θα μπορούσαν να συζητηθούν είναι η διακοπή των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, η ασφάλεια στη Μαύρη Θάλασσα, οι εξαγωγές σιτηρών και η ανταλλαγή αιχμαλώτων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η πρότασή του για μια ενεργειακή εκεχειρία. «Αν θέλετε να σταματήσουμε να χτυπάμε το ντίζελ και τις πετρελαϊκές υποδομές στη Ρωσία, είναι πολύ απλό. Εκείνοι σταματούν να χτυπούν το ηλεκτρικό μας δίκτυο. Αυτό είναι δίκαιο. Έτσι μπορεί να λειτουργήσει μια ενεργειακή εκεχειρία», δήλωσε. Κατά την άποψή του, μια τέτοια συμφωνία θα ήταν το πρώτο πραγματικό σημάδι ότι η Μόσχα επιθυμεί να προχωρήσει προς τον τερματισμό του πολέμου.
Ο Ζελένσκι εμφανίστηκε πάντως επιφυλακτικός απέναντι στην ξαφνική προθυμία του Πούτιν για διαπραγματεύσεις. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η ρωσική στάση να αποτελεί πολιτικό ελιγμό, με στόχο να αποφευχθεί μια σύγκρουση με την Ουάσιγκτον ή να κερδηθεί χρόνος. «Ίσως υπάρχουν κάποιες συμφωνίες μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας για τις οποίες δεν γνωρίζω», είπε, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για μια πιθανότητα και όχι για επιβεβαιωμένη πληροφορία. Πρόσθεσε μάλιστα ότι μέσα στον Νοέμβριο θα φανεί αν η διάθεση της Μόσχας για συνομιλίες ήταν πραγματική ή απλώς ένα τέχνασμα.
Ο Ουκρανός πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στις πρόσφατες εντάσεις με την κυβέρνηση Τραμπ. Αποκάλυψε ότι, μετά τις συνομιλίες στο Όσλο, αποκαταστάθηκε η προηγούμενη ταχύτητα λειτουργίας των υπηρεσιών Starlink και Starshield, οι οποίες είχαν αντιμετωπίσει περιορισμούς. Εξήγησε ότι οι δημόσιες αντιδράσεις του δεν οφείλονται σε προσωπική σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο, αλλά σε αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την άμυνα της Ουκρανίας: τη δορυφορική επικοινωνία, τις πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών και τις παραδόσεις πυραύλων για την αντιαεροπορική άμυνα. Παράλληλα, προειδοποίησε για τους κινδύνους που δημιουργούνται όταν η Ουάσιγκτον χαλαρώνει την πίεση προς τη Μόσχα την ίδια στιγμή που περιορίζονται οι δυνατότητες της Ουκρανίας να αμυνθεί.
Τέλος, ο Ζελένσκι μίλησε για το τεράστιο οικονομικό κόστος της συνέχισης του πολέμου. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσίασε, η Ουκρανία θα χρειαστεί το 2027 περίπου 155 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο πρόεδρος ελπίζει ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει να στηρίζει οικονομικά τη χώρα του και παρακολουθεί στενά το ζήτημα των παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Το μήνυμα της συνέντευξής του ήταν σαφές: το Κίεβο είναι διατεθειμένο να διαπραγματευτεί, αλλά δεν σκοπεύει να δεχτεί μια ειρήνη που θα του στερήσει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο μέλλον.