Σε πρωτοφανή διπλωματική αντιπαράθεση εξελίσσεται η διαμάχη μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν για την απαγόρευση της ισλαμικής μαντίλας στα σχολεία της δεύτερης, με το Μπακού να απαγορεύει την είσοδο στη χώρα σε 31 Τούρκους, κατηγορώντας τους για υποκίνηση θρησκευτικού εξτρεμισμού και απειλές κατά της συνταγματικής τάξης.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών του Αζερμπαϊτζάν, μεταξύ των προσώπων που χαρακτηρίστηκαν ανεπιθύμητα περιλαμβάνονται ο ηγέτης του τουρκικού ισλαμιστικού Κόμματος Νέας Ευημερίας, Φατίχ Ερμπακάν (με το κόμμα του να στηρίζει την κυβέρνηση Ερντογάν), και ο βουλευτής Ομέρ Φαρούκ Γκεργκερλίογλου. Οι αζερικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένοι προέβησαν σε δηλώσεις που υπονομεύουν την εθνική ασφάλεια και υποκινούν θρησκευτικό μίσος. Στους 31 περιλαμβάνονται και δημοσιογράφοι, μπλόγκερς, πολιτικοί αναλυτές, θεολόγοι κ.α. που όλοι έχουν καταδικάσει δημόσια στην Τουρκία την κοσμική στάση του Αζερμπαϊτζάν.
Η απόφαση ακολουθεί την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης εναντίον επτά Τούρκων πολιτών, μεταξύ των οποίων ο φιλοκυβερνητικός σχολιαστής Φατίχ Τεζτζάν, για φερόμενες εκκλήσεις βίαιης ανατροπής της κυβέρνησης του Ιλχάμ Αλίεφ.
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε στις 21 Σεπτεμβρίου, όταν το Αζερμπαϊτζάν τροποποίησε τους κανονισμούς σχολικής ενδυμασίας, απαγορεύοντας ρούχα που θεωρούνται ασύμβατα με τον κοσμικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Μαθήτριες και εκπαιδευτικοί καταγγέλλουν ότι αποκλείστηκαν από σχολικές αίθουσες επειδή φορούσαν χιτζάμπ. Οι περιορισμοί προκάλεσαν διαδηλώσεις στο Αζερμπαϊτζάν και στην Τουρκία, ενώ τουλάχιστον 37 άτομα συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια κινητοποιήσεων.

Η διαμάχη για τη μαντίλα δεν είναι καινούργια. Ήδη από το 2010 είχαν σημειωθεί ανάλογες αντιδράσεις, όταν οι αζερικές αρχές επιχείρησαν να περιορίσουν τη χρήση της στα δημόσια σχολεία. Η αντιπαράθεση αντανακλά τη διαχρονική προσπάθεια του Μπακού να διατηρήσει τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού είναι μουσουλμανική (και περίπου 60% είναι Σιίτες). Το Αζερμπαϊτζάν, που απέκτησε την ανεξαρτησία του το 1991 μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, θεωρεί τον διαχωρισμό κράτους και θρησκείας θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής του ταυτότητας. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τόσο την ανεξιθρησκία όσο και τον κοσμικό χαρακτήρα της δημόσιας εκπαίδευσης.
Η κυβέρνηση Αλίεφ υποστηρίζει ότι η θρησκευτική πίστη αποτελεί προσωπική υπόθεση και ότι δεν πρέπει να επηρεάζει τη λειτουργία των κρατικών θεσμών. Παράλληλα, αντιμετωπίζει με καχυποψία την πολιτικοποίηση του Ισλάμ, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της επιρροής του γειτονικού Ιράν που είναι και το κέντρο του σιιτικού κόσμου.
Η ένταση επιδεινώθηκε όταν σύμβουλοι του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και βουλευτές του κυβερνώντος τουρκικού κόμματος AKP, επέκριναν τους περιορισμούς. Το κυβερνών κόμμα του Αζερμπαϊτζάν απάντησε κατηγορώντας τους για παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας. Παρά τη ρητορική περί «ενός έθνους, δύο κρατών», το Μπακού ξεκαθαρίζει ότι η στρατηγική συμμαχία με την Άγκυρα δεν συνεπάγεται αποδοχή τουρκικών παρεμβάσεων σε ζητήματα θρησκείας και εκπαίδευσης.
Η κρίση αναδεικνύει έτσι τις διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις των δύο συμμάχων: από τη μία την αυξανόμενη δημόσια παρουσία του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία του Ερντογάν και από την άλλη την αποφασιστικότητα του Αζερμπαϊτζάν να διατηρήσει την κοσμική του φυσιογνωμία.