Νέα δεδομένα στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί η απόφαση του Κοινοβουλίου της ανατολικής Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 περί ΑΟΖ, παρά τις εντατικές διπλωματικές επαφές που είχε αναπτύξει η Αθήνα με τον στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, επιδιώκοντας να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.

Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Reuters, επικαλούμενο δύο Λίβυους βουλευτές, η Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία εδρεύει στην ανατολική Λιβύη, ενέκρινε την Τρίτη 20 Οκτωβρίου ομόφωνα τη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που είχαν υπογράψει η Άγκυρα και η κυβέρνηση της Τρίπολης (στη Δυτική Λιβύη) τον Νοέμβριο του 2019.
Παράλληλα, το Κοινοβούλιο αποφάσισε κατά πλειοψηφία την άρση του μποϊκοτάζ που είχε επιβάλει το 2020 στις σχέσεις και τις εμπορικές συναλλαγές με την Τουρκία, σηματοδοτώντας μια ευρύτερη αναπροσαρμογή της στάσης της ανατολικής Λιβύης απέναντι στην Άγκυρα, όπως είχαμε γράψει σχετικά.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα, καθώς η ελληνική διπλωματία βρισκόταν το τελευταίο διάστημα σε στενή και συνεχή επικοινωνία με τον Χάφταρ και το περιβάλλον του, με βασικό αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αποτροπή της επικύρωσης του μνημονίου.
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στη Βεγγάζη, ενώ τον Ιούνιο είχε υποδεχθεί στην Αθήνα τον Σαντάμ Χάφταρ, γιο του στρατάρχη και αναβαθμισμένο παράγοντα της στρατιωτικής ηγεσίας της ανατολικής Λιβύης. Στις επαφές αυτές, η ελληνική πλευρά είχε καταστήσει σαφείς τις αντιρρήσεις της απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, επισημαίνοντας ότι παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Η απόφαση του Κοινοβουλίου καταδεικνύει, ωστόσο, ότι η προσέγγιση της Άγκυρας με το στρατόπεδο Χάφταρ έχει αποκτήσει νέα δυναμική, παρά τις παραδοσιακά στενές σχέσεις της ανατολικής Λιβύης με την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει η ενίσχυση των τουρκολιβυκών στρατιωτικών και οικονομικών επαφών, καθώς και η προσπάθεια της οικογένειας Χάφταρ να εξισορροπήσει τις σχέσεις της με διαφορετικούς περιφερειακούς παράγοντες.
Για την Αθήνα, η εξέλιξη συνιστά σοβαρή διπλωματική δυσκολία, καθώς μέχρι σήμερα η αντίθεση της ανατολικής Λιβύης αποτελούσε σημαντικό πολιτικό εμπόδιο στις προσπάθειες της Τουρκίας να εξασφαλίσει ευρύτερη λιβυκή αποδοχή της συμφωνίας. Πλέον και οι δύο “κυβερνήσεις” της Λιβύης, η διεθνώς αναγνωρισμένη στα δυτικά, και εκείνη του Χαφτάρ στα ανατολικά, αποδέχονται το μνημόνιο περί ΑΟΖ με την Τουρκία, ανοίγοντας το δρόμο και για εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων κοιτασμάτων στην συγκεκριμένη ζώνη, που διεκδικούν τουρκικές εταιρείες.
Η επικύρωση δεν μεταβάλλει αυτομάτως το νομικό καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών ούτε αναιρεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Ενισχύει, όμως, την πολιτική θέση της Άγκυρας και δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για τους ελληνικούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα στις θαλάσσιες περιοχές νοτίως της Κρήτης.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πώς θα αντιδράσει η Αθήνα και κατά πόσον οι δίαυλοι επικοινωνίας με τον Χάφταρ μπορούν να αποδώσουν σε μια συγκυρία κατά την οποία η Τουρκία φαίνεται να διευρύνει την επιρροή της και στις δύο πλευρές της διαιρεμένης Λιβύης.