Αποκαλυπτική μελέτη του Hellenic Observatory του London School of Economics δείχνει ότι, 15 χρόνια μετά την κρίση, η ελληνική οικονομία έχει μετατοπιστεί προς δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα της εργασίας έχει υποχωρήσει κατά 16%, οι πραγματικοί μισθοί κατά 34%, ενώ σχεδόν μία στις δύο νέες θέσεις εργασίας μετά το 2013 δημιουργήθηκε στην εστίαση και τη φιλοξενία.

Η ελληνική οικονομία μπορεί να έχει αφήσει πίσω της τα μνημόνια, να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να καταγράφει διαδοχικά ρεκόρ στον τουρισμό, όμως κάτω από την επιφάνεια των μακροοικονομικών επιδόσεων κρύβεται ένα βαθύ παραγωγικό πρόβλημα: η χώρα παράγει λιγότερο ανά εργαζόμενο σε σχέση με πριν από την κρίση, οι πραγματικές αποδοχές έχουν καταρρεύσει και ολοένα μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης συγκεντρώνεται σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση της μελέτης «The café economy: Structural transformation in Greece in the wake of austerity and reforms», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2025 στη σειρά GreeSE Papers του Hellenic Observatory του London School of Economics.

Οι τέσσερις ερευνητές, Μιχάλης Νικηφόρος, Βλάσης Μισσός, Χρήστος Πιερρός και Νικόλαος Ροδοσάκης, περιγράφουν την ανάδυση μιας «οικονομίας του καφέ»: ενός παραγωγικού υποδείγματος στο οποίο η εστίαση, τα καταλύματα και οι συναφείς υπηρεσίες απορροφούν μεγάλο μέρος της εργασίας, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής.

Το πρόβλημα, όπως υποστηρίζουν, δεν είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει πολλά καφέ, εστιατόρια ή ξενοδοχεία. Είναι ότι η επέκταση αυτών των δραστηριοτήτων συνοδεύεται από υποχώρηση της παραγωγικότητας, συμπίεση των μισθών και ανεπαρκή ανάπτυξη παραγωγικότερων κλάδων.

Παραγωγικότητα: 16% κάτω από το 2009

Το πλέον ανησυχητικό εύρημα αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επεξεργάζονται οι ερευνητές, μεταξύ 2009 και 2023 η πραγματική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε κατά 12,52%, ενώ η συνολική απασχόληση αυξήθηκε κατά 4,30%. Το αποτέλεσμα ήταν η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο να υποχωρήσει κατά 16,13%. Αν χρησιμοποιηθεί ως μέτρο η παραγωγή ανά ώρα εργασίας, η μείωση διαμορφώνεται στο 11,87%. Η εικόνα δεν είχε ουσιαστικά αντιστραφεί ούτε το 2024, όταν, σύμφωνα με τη μελέτη, η παραγωγικότητα παρέμενε περίπου 16% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2009.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία απασχολεί περισσότερους ανθρώπους, αλλά παράγει μικρότερη πραγματική αξία ανά εργαζόμενο. Ακόμη πιο προβληματική είναι η διάρκεια του φαινομένου. Η παραγωγικότητα υποχώρησε κατά περίπου 20% στη διάρκεια της κρίσης και, παρά την ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2016, παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη. Η στασιμότητα αυτή υπονομεύει τη δυνατότητα διατηρήσιμων αυξήσεων στους μισθούς, την ανταγωνιστικότητα και τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Η εστίαση απορρόφησε το 43% των νέων θέσεων εργασίας

Η σημαντικότερη διαρθρωτική μεταβολή εντοπίζεται στον κλάδο καταλυμάτων και υπηρεσιών εστίασης. Μεταξύ 2009 και 2023, η πραγματική προστιθέμενη αξία του κλάδου αυξήθηκε μόλις κατά 10,93%. Την ίδια περίοδο, όμως, η απασχόληση εκτινάχθηκε κατά 86,96% και οι συνολικές ώρες εργασίας αυξήθηκαν κατά 69,47%.

Μεταβολές στον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης, 2009–2023:

  • +86,96% Απασχόληση
  • +10,93% Πραγματική προστιθέμενη αξία
  • −40,67% Παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο
  • −58,62% Πραγματικός μισθός βάσει ΔΤΚ

Η απόκλιση είναι εντυπωσιακή. Ο αριθμός των εργαζομένων αυξήθηκε σχεδόν κατά 87%, αλλά η παραγωγή μόλις κατά 11%. Έτσι, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο μειώθηκε κατά 40,67% και ανά ώρα εργασίας κατά 34,55%. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συμβολή του κλάδου στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Από το 2013, όταν η συνολική απασχόληση βρέθηκε στο χαμηλότερο σημείο της κρίσης, μέχρι το 2023, δημιουργήθηκαν περίπου 740.000 θέσεις εργασίας. Από αυτές, περίπου 320.000, δηλαδή το 43%, αφορούσαν καταλύματα και εστίαση. Συγκριτικά με το 2009, η συνολική απασχόληση αυξήθηκε κατά περίπου 200.000 άτομα, ενώ μόνο στον συγκεκριμένο κλάδο προστέθηκαν 324.000 εργαζόμενοι.

Το μερίδιο του κλάδου στη συνολική απασχόληση αυξήθηκε κατά 6,11 ποσοστιαίες μονάδες, σχεδόν διπλασιαζόμενο, ενώ το μερίδιό του στην προστιθέμενη αξία αυξήθηκε μόνο κατά 2,17 μονάδες. Η ελληνική οικονομία, επομένως, δημιούργησε θέσεις εργασίας κυρίως εκεί όπου η παραγωγή ανά εργαζόμενο είναι ιδιαίτερα χαμηλή.

Η απώλεια παραγωγικότητας συνδέεται με την «οικονομία του καφέ»

Η μελέτη προχωρά πέρα από την απλή καταγραφή των μεταβολών και υπολογίζει τη συμβολή κάθε κλάδου στη συνολική πτώση της παραγωγικότητας. Το συμπέρασμα είναι εντυπωσιακό: από τη συνολική μείωση της παραγωγικότητας κατά 16,13% μεταξύ 2009 και 2023, περίπου 5,2 ποσοστιαίες μονάδες συνδέονται με τον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης. Πρόκειται για σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής υποχώρησης. Και αυτό παρότι το 2009 ο κλάδος αντιπροσώπευε μόλις το 5% της προστιθέμενης αξίας και το 7,7% της απασχόλησης.

Οι ερευνητές εντοπίζουν δύο μηχανισμούς: αφενός την πτώση της παραγωγικότητας μέσα στον ίδιο τον κλάδο και αφετέρου τη μεταφορά εργαζομένων από άλλες δραστηριότητες προς έναν ήδη λιγότερο παραγωγικό τομέα. Πρόκειται για ένα μοντέλο ανάπτυξης που μπορεί να αυξάνει την απασχόληση χωρίς να ενισχύει ανάλογα την παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Πραγματικοί μισθοί: Απώλειες έως 59%

Η επιδείνωση δεν περιορίζεται στην παραγωγικότητα. Εξίσου ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τις αποδοχές. Μεταξύ 2009 και 2023, ο μέσος πραγματικός μισθός στην ελληνική οικονομία μειώθηκε κατά 34,02%, όταν αποπληθωρίζεται με τον δείκτη τιμών καταναλωτή. Αν χρησιμοποιηθεί ο αποπληθωριστής της προστιθέμενης αξίας, η υποχώρηση είναι 25,67%.

Στα καταλύματα και στην εστίαση, η πραγματική μείωση των μισθών φτάνει το 58,62% με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή και το 58,84% με βάση τον κλαδικό αποπληθωριστή. Η μελέτη καταγράφει μείωση της αγοραστικής δύναμης των μέσων μισθών σε όλους τους κλάδους που εξετάζει. Η υποχώρηση των αποδοχών ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στις εξορυκτικές δραστηριότητες, με 48,37% και στις δραστηριότητες ακίνητης περιουσίας, με 52,97%. Ενώ στους δημοσίους υπαλλήλους (περιλαμβάνονται και οι στρατιωτικοί) η μείωση φθάνει στο -34,89%.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συμπίεση των μισθών δεν οδήγησε στην αναμενόμενη τεχνολογική αναβάθμιση. Αντίθετα, το φθηνότερο εργατικό δυναμικό περιόρισε τα κίνητρα των επιχειρήσεων να επενδύσουν σε τεχνολογίες εξοικονόμησης εργασίας. Έτσι, η χαμηλή παραγωγικότητα και οι χαμηλοί μισθοί ενδέχεται να αλληλοτροφοδοτούνται.

Η αποδυνάμωση της βιομηχανίας και των παραγωγικών κλάδων

Το παραγωγικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι ευρύτερο από τον τουρισμό. Από τους 20 βασικούς κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, οι 16 εμφάνισαν μείωση της παραγωγικότητας μεταξύ 2009 και 2023. Σε 14 από αυτούς, η πτώση ξεπέρασε το 10%.

Μεταβολές βασικών κλάδων, 2009–2023

ΚλάδοςΠραγματική προστιθέμενη αξίαΠαραγωγικότητα ανά εργαζόμενο
Μεταποίηση−7,02%+2,17%
Κατασκευές−51,58%−18,96%
Μεταφορές και αποθήκευση−42,75%−49,53%
Εμπόριο−30,77%−23,18%
Ενέργεια−12,71%−38,06%
Ενημέρωση και επικοινωνία−9,23%−25,21%
Επαγγελματικές και επιστημονικές υπηρεσίες−17,44%−27,56%

Πηγή: Eurostat, επεξεργασία ερευνητών, Πίνακας 2.

Η μεταποίηση αποτελεί μία από τις λίγες εξαιρέσεις ως προς την παραγωγικότητα, με αύξηση 2,17%, ωστόσο η πραγματική προστιθέμενη αξία της μειώθηκε κατά 7,02% και η απασχόληση κατά 8,99%. Στις κατασκευές, η παραγωγή μειώθηκε κατά 51,58% και η απασχόληση κατά 40,25%. Στις μεταφορές και την αποθήκευση, η παραγωγικότητα κατέρρευσε κατά 49,53%, παρά την αύξηση της απασχόλησης κατά 13,43%. Ακόμη και στον κλάδο ενημέρωσης και επικοινωνίας, που συνδέεται με την ψηφιακή οικονομία, η παραγωγικότητα υποχώρησε κατά 25,21%. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς υπερβολική εξάρτηση από τον τουρισμό, αλλά γενικευμένη αδυναμία παραγωγικής αναβάθμισης.

Περισσότερη μερική απασχόληση, λιγότερες εξειδικευμένες θέσεις

Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου αποτυπώνεται και στην ποιότητα των θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, μεταξύ 2009 και 2023 οι θέσεις υψηλής ειδίκευσης στο σύνολο της οικονομίας μειώθηκαν κατά 17,97%, ενώ οι θέσεις χαμηλής ειδίκευσης αυξήθηκαν κατά 4,68%. Στα καταλύματα και στην εστίαση, οι θέσεις υψηλής ειδίκευσης περιορίστηκαν κατά 28,87%, ενώ οι θέσεις χαμηλής ειδίκευσης αυξήθηκαν κατά 41,77%. Παράλληλα, η μερική απασχόληση στον κλάδο αυξήθηκε κατά 81,74% και η ακούσια μερική απασχόληση —εργαζόμενοι που θα επιθυμούσαν πλήρη απασχόληση— κατά 78,18%. Το μερίδιο της μερικής απασχόλησης στον κλάδο αυξήθηκε κατά 4,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το μερίδιο των θέσεων υψηλής ειδίκευσης μειώθηκε κατά περίπου 13 μονάδες.

Η αντίφαση γίνεται μεγαλύτερη επειδή το εκπαιδευτικό επίπεδο του εργατικού δυναμικού βελτιώνεται, αλλά οι διαθέσιμες θέσεις εργασίας απαιτούν ολοένα λιγότερες δεξιότητες. Η χώρα, με άλλα λόγια, εκπαιδεύει εργαζομένους για μια οικονομία υψηλότερης εξειδίκευσης, αλλά δημιουργεί δυσανάλογα πολλές θέσεις χαμηλότερων απαιτήσεων.

Μεταρρυθμίσεις χωρίς το αναμενόμενο παραγωγικό αποτέλεσμα

Οι ερευνητές συνδέουν αυτή την εξέλιξη με τις πολιτικές λιτότητας και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2010–2018. Κατά την περίοδο 2009–2017, οι πραγματικές δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν περίπου κατά 30%, ενώ τα συνολικά δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Περίπου 6 μονάδες της αύξησης προήλθαν από έμμεσους φόρους. Το 2012 ο κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 22% και ο υποκατώτατος κατά 32%.

Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, από τις 775 συστάσεις των τριών εργαλειοθηκών ανταγωνισμού του ΟΟΣΑ είχαν υλοποιηθεί οι 708 μέχρι τον Ιούλιο του 2019, δηλαδή περισσότερο από 90%. Παρά την εκτεταμένη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, τα αναμενόμενα κέρδη παραγωγικότητας δεν εμφανίστηκαν.

Η οικονομία έχασε περίπου το ένα τέταρτο της παραγωγής της έως το 2013 και το πραγματικό ΑΕΠ παρέμενε το 2023 περίπου 20% χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα, σύμφωνα με τη σύγκριση της μελέτης.

Οι συγγραφείς εκτιμούν, μέσω οικονομετρικού υποδείγματος Panel-VAR με στοιχεία της περιόδου 1995–2024, ότι η συρρίκνωση της ζήτησης και η πτώση των πραγματικών μισθών συνέβαλαν σημαντικά στην υποχώρηση της παραγωγικότητας. Πρόκειται για συμπέρασμα που αμφισβητεί την αντίληψη ότι η μείωση του εργασιακού κόστους αρκεί για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα.

Ολιγοπώλια και περιορισμένος ανταγωνισμός

Η μελέτη αναδεικνύει και μια δεύτερη αντίφαση: παρά τις πολιτικές απελευθέρωσης των αγορών, ορισμένοι κρίσιμοι κλάδοι παρέμειναν ιδιαίτερα συγκεντρωμένοι. Στο τραπεζικό σύστημα, το μερίδιο ενεργητικού των τριών μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών αυξήθηκε από 66% το 2010 σε 98% το 2015, ενώ το 2021 παρέμενε στο 93%. Στην ηλεκτροπαραγωγή, τρεις επιχειρήσεις παρήγαγαν το 95% της ηλεκτρικής ενέργειας το 2021.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η συγκέντρωση μπορεί να περιορίζει τον ανταγωνισμό, ενώ η ελληνική αγορά ενέργειας εμφάνιζε από τα υψηλότερα περιθώρια προσαύξησης τιμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι, η απελευθέρωση των αγορών δεν ταυτίστηκε απαραίτητα με την εμφάνιση ισχυρού ανταγωνισμού.

Το μεγάλο δίλημμα του τουρισμού

Η έρευνα δεν παραγνωρίζει τη σημασία του τουρισμού για την ελληνική οικονομία. Το πλεόνασμα του ισοζυγίου ταξιδιωτικών υπηρεσιών βελτιώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ 2009 και 2023, συμβάλλοντας περίπου στο ήμισυ της συνολικής μείωσης του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ο τουρισμός αποτελεί, επομένως, σημαντική πηγή συναλλάγματος και απασχόλησης.

Ωστόσο, η αυξανόμενη εξάρτηση από αυτόν δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους: χαμηλή παραγωγικότητα, εποχικότητα, περιβαλλοντική επιβάρυνση, υπερτουρισμό και αυξημένο κόστος στέγασης λόγω της εξάπλωσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι ο τουρισμός και ο κλάδος καταλυμάτων και εστίασης δεν ταυτίζονται πλήρως. Συνεπώς, τα ευρήματα για την εστίαση και τη φιλοξενία δεν πρέπει να αποδίδονται αυτούσια στο σύνολο της τουριστικής οικονομίας.

Το ζητούμενο δεν είναι περισσότερες δουλειές, αλλά παραγωγικότερες δουλειές

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε ένα παραγωγικό υπόδειγμα χαμηλών μισθών και χαμηλής παραγωγικότητας. Η αύξηση της απασχόλησης αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν αρκεί όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής παραγωγής. Οι ερευνητές προκρίνουν πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης, παραγωγικών επενδύσεων, τεχνολογικής αναβάθμισης και ανάπτυξης κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, επομένως, δεν είναι η ύπαρξη πολλών επιχειρήσεων εστίασης ή η επιτυχία του τουρισμού. Είναι η αδυναμία ανάπτυξης ενός ευρύτερου παραγωγικού συστήματος που θα δημιουργεί καλύτερα αμειβόμενες, περισσότερο εξειδικευμένες και παραγωγικότερες θέσεις εργασίας.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την κρίση, η πρόκληση δεν είναι απλώς να μεγαλώνει η οικονομία. Είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνει.