Στις 30 Σεπτεμβρίου, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ φτάνει στο τέλος της, κλείνοντας και επίσημα έναν κύκλο που άνοιξε με την εισβολή του 2003. Από τους περίπου 170.000 Αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονταν στη χώρα το 2007, μόλις 2.500 είχαν μείνει το 2023. Η πρώτη αποχώρηση του αμερικανικού στρατού από την χώρα έγινε επί κυβερνήσεως Μπαράκ Ομπάμα και ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2011, αλλά η επέλαση του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και στο Ιράκ οδήγησε στην επιστροφή αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων. Η εδαφική ήττα της οργάνωσης και η εξουδετέρωση της ηγεσίας της επέτρεψαν την επανεκκίνηση της αποχώρησης.

Πίσω από το στρατιωτικό σκέλος, ωστόσο, βρίσκεται ένα βαθύτερο πολιτικό ζήτημα: ποιος ελέγχει τελικά τις ένοπλες δυνάμεις στο Ιράκ. Η Βαγδάτη καλείται να αντιμετωπίσει τις τοπικές πολιτοφυλακές, ορισμένες από τις οποίες διατηρούν στενούς δεσμούς με το Ιράν. Αρκετές από αυτές ιδρύθηκαν με την υποστήριξη της Τεχεράνης άλλες ήδη κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ κι άλλες με την αμερικανική εισβολή του 2003. Το Ιράν, κυρίως μέσω των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και της Δύναμης Quds, παρείχε σε αρκετές από αυτές εκπαίδευση, όπλα, χρηματοδότηση και στρατιωτική καθοδήγηση.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε με την κατάρρευση του ιρακινού στρατού και την κατάληψη της Μοσούλης από το Ισλαμικό Κράτος το 2014: οι οργανώσεις αυτές αλλά και πολλές άλλες που συγκροτήθηκαν εθελοντικά μετά από έκκληση του ανώτατου σιίτη κληρικού του Ιράκ, Αλί αλ-Σιστάνι, για γενική κινητοποίηση εθελοντών, ενσωματώθηκαν θεσμικά στις Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης, διατηρώντας όμως σημαντικό πολιτικό και στρατιωτικό βάρος.

Έτσι, ένα μέρος των παλαιότερων πολιτοφυλακών απέκτησε επίσημη θέση μέσα στο ιρακινό σύστημα ασφαλείας, ενώ άλλες —ιδίως οι πιο στενά συνδεδεμένες με το Ιράν— διατήρησαν ξεχωριστές διοικήσεις και σημαντική αυτονομία.Το προβλεπόμενο σχέδιο της ιρακινής κυβέρνησης προβλέπει 90ήμερη εκεχειρία και στη συνέχεια παράδοση του οπλισμού, με τον αφοπλισμό να ολοκληρώνεται έως τον Ιούνιο του 2027. Η παρουσία των αμερικανικών και συμμαχικών στρατιωτικών δυνάμεων και των ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας είχε σκοπό περισσότερο να εγγυηθεί την ομαλότητα και την πολιτική επιβίωση του Ιράκ μέσα σε ένα τέτοιο νεφελώδες περιβάλλον ένοπλης αστάθειας.

Οι Αμερικανοί στρατιώτες λοιπόν αποχωρούν, αλλά η αμερικανική παρουσία στον τομέα της ασφάλειας παραμένει. Περίπου 6.000 ιδιώτες συμβασιούχοι αναμένεται να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στη χώρα, παρέχοντας εκπαίδευση, τεχνική και υλικοτεχνική υποστήριξη, κυβερνοάμυνα και συντήρηση στρατιωτικού εξοπλισμού. Νέες συμβάσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, τη συντήρηση για τα μαχητικά F-16, τα εκπαιδευτικά T-6A, τα άρματα Abrams, κινητήρες και ραντάρ.

Και εδώ, φυσικά, η εικόνα διαφέρει ριζικά από εκείνη της αμερικανικής κατοχής: από τους 132.610 ιδιώτες συνεργάτες που καταγράφονταν το 2009, ο αριθμός τους είχε πέσει περίπου στους 5.455 το 2024.

Το νέο τοπίο αφήνει ανοιχτό το βασικό πολιτικό ερώτημα: αν η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων θα ενισχύσει πραγματικά την κρατική κυριαρχία της Βαγδάτης ή αν θα μεταφέρει απλώς το κέντρο βάρους των ισορροπιών ασφαλείας προς τις ιρακινές ένοπλες οργανώσεις και τους περιφερειακούς τους συμμάχους. Η απάντηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση της διαδικασίας αφοπλισμού έως το 2027.