Τα τέσσερα EMB-145H Erieye της Πολεμικής Αεροπορίας (ΠΑ) είναι τα αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου (AEW&C), ενταγμένα στην 380 Μοίρα Αερομεταφερόμενου Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης και Ελέγχου (380 Μοίρα ΑΣΕΠΕ) «Ουρανός», στην 112 Πτέρυγα Μάχης στην Ελευσίνα. Βασίζονται στο αεριωθούμενο ERJ-145 της Embraer και φέρουν το ραντάρ Erieye της Saab, μαζί με εξοπλισμό διοίκησης και ελέγχου, ηλεκτρονικής υποστήριξης, αναγνώρισης φίλου ή εχθρού και ασφαλών επικοινωνιών.
Η αξία τους για την ελληνική αεράμυνα ξεπερνά την εμβέλεια ενός ιπτάμενου ραντάρ. Το EMB-145H εντοπίζει και παρακολουθεί εναέριους και θαλάσσιους στόχους και συνθέτει κοινή τακτική εικόνα. Οι ελεγκτές αεράμυνας μπορούν παράλληλα να κατευθύνουν αναχαιτίσεις και να συντονίζουν σχηματισμούς. Το αεροσκάφος λειτουργεί ταυτόχρονα ως αισθητήρας και κόμβος διοίκησης.

Στο Αιγαίο, όπου νησιά, ορεινοί όγκοι και η καμπυλότητα της Γης περιορίζουν τον ορίζοντα των επίγειων ραντάρ, το ύψος πτήσης διευρύνει την επιτήρηση. Ένα Erieye που περιπολεί πάνω από φίλια περιοχή μπορεί να επιτηρεί χαμηλά ιπτάμενους στόχους και να συμπληρώνει τα κενά του Συστήματος Αεροπορικού Ελέγχου, διατηρώντας απόσταση από τις κύριες απειλές.
Από την επιλογή στην 380 Μοίρα «Ουρανός»
Η Πολεμική Αεροπορία είχε διαμορφώσει απαίτηση για αερομεταφερόμενο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης από τη δεκαετία του 1980. Τον Δεκέμβριο του 1998 επιλέχθηκε ο συνδυασμός του EMB-145 με το Erieye, έπειτα από αξιολόγηση λύσεων που περιλάμβαναν το E-2C Hawkeye 2000 και πρόταση βασισμένη στο C-130J. Η σύμβαση για τέσσερα αεροσκάφη υπογράφηκε την 1η Ιουλίου 1999.

Η 380 Μοίρα συγκροτήθηκε το 2001 και χρησιμοποίησε αρχικά δύο Saab 340 με Erieye, τα οποία παραχωρήθηκαν προσωρινά από τη Σουηδία. Η ενδιάμεση αυτή λύση λειτούργησε ως σχολείο για χειριστές, ελεγκτές και τεχνικούς. Το πρώτο ελληνικό EMB-145H έφθασε στην Ελευσίνα στις 29 Οκτωβρίου 2004 και τα υπόλοιπα τρία ακολούθησαν έως τον Μάιο του 2005.
Η σύνδεση του ραντάρ, του συστήματος διοίκησης και ελέγχου, των ζεύξεων δεδομένων, του εξοπλισμού ηλεκτρονικής υποστήριξης και του συστήματος αυτοπροστασίας απαίτησε εκτεταμένες δοκιμές. Οι επιχειρησιακές αξιολογήσεις ολοκληρώθηκαν το 2008 και η τελετή ένταξης πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2009. Η μακρά διαδικασία απέδωσε μια ελληνική διαμόρφωση που συνθέτει πληροφορίες από πολλούς αισθητήρες.

Το επιχειρησιακό αποτύπωμα φάνηκε το 2011, όταν ελληνικό Erieye διατέθηκε στη νατοϊκή επιχείρηση Unified Protector για τη Λιβύη. Η αποστολή έφερε την 380 Μοίρα σε περιβάλλον πραγματικών αεροπορικών επιχειρήσεων, με επιτήρηση, έλεγχο και συντονισμό συμμαχικών μέσων. Από το 2020 ο τύπος έχει εκτελέσει αποστολές στην ευρωπαϊκή επιχείρηση IRINI στην Κεντρική Μεσόγειο, υποστηρίζοντας την εναέρια και θαλάσσια εικόνα. Η συμμετοχή σε ασκήσεις όπως ο «Ηνίοχος» και σε συμμαχικές δραστηριότητες διατηρεί παράλληλα την εμπειρία των πληρωμάτων σε σύνθετα σενάρια.
Το Erieye ως ολοκληρωμένο σύστημα αποστολής
Ο φορέας έχει μήκος σχεδόν 30 μέτρα, άνοιγμα πτερύγων περίπου 21 μέτρα και δύο στροβιλοανεμιστήρες Rolls-Royce Allison AE3007A1P. Η προέλευση από επιβατικό αεροσκάφος προσφέρει κοινή τεχνική βάση, ταχύτητα περίπου Mach 0,75 και δημοσιευμένη διάρκεια αποστολής έξι ωρών. Η καμπίνα φιλοξενεί πέντε κονσόλες ελεγκτών, χώρο ηλεκτρονικού εξοπλισμού και τις απαραίτητες θέσεις για το πλήρωμα πτήσης και αποστολής.

Πάνω από την άτρακτο βρίσκεται η σταθερή κεραία του PS-890 Erieye, μήκους περίπου εννέα μέτρων. Πρόκειται για ραντάρ ενεργού ηλεκτρονικής σάρωσης στη ζώνη S. Η δέσμη μετακινείται ηλεκτρονικά μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, επιτρέποντας ταχεία ανανέωση ιχνών, προτεραιότητα σε επιλεγμένους τομείς και ταυτόχρονη επιτήρηση αέρα και επιφάνειας.
Η διάταξη προσφέρει τη μέγιστη απόδοση σε δύο ευρείς πλευρικούς τομείς, συνολικού εύρους περίπου 300 μοιρών. Οι τομείς εμπρός και πίσω βρίσκονται έξω από τους κύριους τομείς έρευνας και ιχνηλάτησης και παρουσιάζουν ουσιαστικούς περιορισμούς. Κατά τα δημοσιοποιημένα στοιχεία του κατασκευαστή, η τυπική ακτίνα εντοπισμού στόχου μεγέθους μαχητικού βρίσκεται στην τάξη των 350 χιλιομέτρων. Η πραγματική απόσταση μεταβάλλεται με το ύψος, το ηλεκτρομαγνητικό ίχνος του στόχου, το ανάγλυφο, τις παρεμβολές και τη διαμόρφωση της σάρωσης.

Το ραντάρ αποτελεί τον βασικό αισθητήρα, ενώ το σύστημα αποστολής αντλεί επιπλέον στοιχεία από το σύστημα αναγνώρισης φίλου ή εχθρού (IFF) και τα ηλεκτρονικά μέτρα υποστήριξης. Τα τελευταία εντοπίζουν και χαρακτηρίζουν ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές, προσθέτοντας πληροφορίες για την ταυτότητα και τη δραστηριότητα ενός ίχνους. Η αυτοπροστασία περιλαμβάνει προειδοποίηση απειλών και εκτοξευτές αερόφυλλων και θερμοβολίδων, ενισχύοντας την ασφάλεια ενός αεροσκάφους υψηλής αξίας.
Οι ζεύξεις Link 11 και Link 16, μαζί με τις φωνητικές επικοινωνίες, μετατρέπουν την εικόνα των αισθητήρων σε κοινή τακτική εικόνα. Ένας ελεγκτής μπορεί να κατευθύνει F-16 Viper ή Rafale προς έναν στόχο, να μεταδώσει τα στοιχεία του ίχνους και να παρακολουθεί την εξέλιξη της αναχαίτισης. Το μαχητικό αποκτά εικόνα πέρα από τον δικό του ορίζοντα και μπορεί να περιορίσει τον χρόνο εκπομπής του ραντάρ του, βελτιώνοντας τη θέση του πριν από μια εμπλοκή.

Η ίδια αρχή επεκτείνεται στη θάλασσα. Το Erieye μπορεί να σχηματίσει εικόνα στόχων επιφανείας, να τη συσχετίσει με ηλεκτρονικές εκπομπές και να τη μεταδώσει σε μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού ή σε κέντρα διοίκησης. Με τα Rafale, τα F-16 Viper, τις φρεγάτες κλάσης «Κίμων» και μελλοντικά τα F-35A, η αξία του ΑΣΕΠΕ αυξάνεται όσο διευρύνεται το ελληνικό δίκτυο αισθητήρων και φορέων όπλων. Το αεροσκάφος υποστηρίζει επίσης έλεγχο μαχητικών, συντονισμό διακλαδικών αποστολών, έρευνα και διάσωση μάχης και διαδικασίες ελέγχου εκπομπών.
Υποστήριξη, περιορισμοί και επόμενο βήμα
Η δύναμη των τεσσάρων αεροσκαφών προσφέρει στρατηγική ικανότητα με περιορισμένο αριθμητικό περιθώριο. Κάθε περίοδος συντήρησης επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα συνεχούς παρουσίας, την εκπαίδευση και την κάλυψη ταυτόχρονων απαιτήσεων σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και συμμαχικές αποστολές. Η διαθεσιμότητα του στόλου αποτελεί συνεπώς την πρώτη προϋπόθεση κάθε σχεδίου εξέλιξης.

Τον Δεκέμβριο του 2023 η Embraer υπέγραψε συμφωνία ολοκληρωμένης υποστήριξης για τα τέσσερα ERJ-145 AEW&C και το ελληνικό ERJ-135LR. Το πακέτο καλύπτει ανταλλακτικά, επισκευές, συντήρηση και τεχνικές υπηρεσίες. Στις αρχές του 2026 προκηρύχθηκε τετραετής υποστήριξη των κινητήρων AE3007A, με προϋπολογισμό 10,4 εκατομμύρια ευρώ. Τον Ιούλιο ακολούθησε η τρίτη τροποποίηση της αρχικής σύμβασης με τη Saab, με το περιεχόμενό της να παραμένει εκτός δημόσιας ανακοίνωσης. Η συμφωνία της Embraer και η προκήρυξη των κινητήρων αφορούν πρωτίστως την υποστήριξη, ενώ το δημόσια άγνωστο αντικείμενο της τροποποίησης εμποδίζει ασφαλές συμπέρασμα για το σύστημα αποστολής.
Η ηλικία των ηλεκτρονικών συστημάτων, η εξέλιξη των παρεμβολών και η διάδοση στόχων μικρού ίχνους αυξάνουν τις απαιτήσεις από τους αισθητήρες και την επεξεργασία δεδομένων. Η πλατφόρμα επιχειρεί χωρίς δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού και διαθέτει μικρότερη καμπίνα από αεροσκάφη όπως το E-7, περιορίζοντας τον χώρο, τον αριθμό ελεγκτών και το περιθώριο για μελλοντικές προσθήκες. Η επιβιωσιμότητά της βασίζεται σε τροχιά περιπολίας πάνω από φίλια περιοχή, συνοδεία όταν απαιτείται, έγκαιρη προειδοποίηση και προστασία από το ευρύτερο σύστημα αεράμυνας.

Ένας εκσυγχρονισμός μπορεί να περιλάβει νέο λογισμικό και επεξεργαστές ραντάρ, ανανεωμένες κονσόλες, βελτιωμένα ηλεκτρονικά μέτρα υποστήριξης, αναγνώριση φίλου ή εχθρού IFF Mode 5, προγραμματιζόμενα ψηφιακά συστήματα ασυρμάτου, ασφαλέστερες ζεύξεις δεδομένων και ενισχυμένη αυτοπροστασία. Το βραζιλιάνικο E-99M αποτελεί δοκιμασμένο τεχνικό πρότυπο, καθώς συνδύασε αναβάθμιση Erieye, διοίκησης και ελέγχου, ηλεκτρονικού πολέμου, επικοινωνιών και θέσεων εργασίας. Η σχετική δυνατότητα για τα ελληνικά EMB-145H έχει ήδη αναλυθεί, ενώ η Saab παρουσίασε το 2025 πρόταση προς την Πολεμική Αεροπορία. Ως τον Αύγουστο του 2026 έχει δημοσιοποιηθεί η εταιρική πρόταση, ενώ η επίσημη ελληνική επιλογή παραμένει ανοικτή.
Για την ΠΑ, η πιο συνεκτική πορεία αρχίζει με σταθερή υποστήριξη, συνεχίζεται με εκσυγχρονισμό των τεσσάρων Erieye και συνοδεύεται από έγκαιρη επιλογή διαδόχου. Έτσι διατηρείται η επένδυση σε υποδομές, εκπαίδευση και τακτικές, ενώ προετοιμάζεται η μετάβαση σε πλατφόρμα μεγαλύτερου χρόνου παραμονής και νεότερο ραντάρ. Στο ελληνικό περιβάλλον, το EMB-145H παραμένει ο κόμβος που μετατρέπει τα μαχητικά, τα επίγεια ραντάρ και τις ναυτικές μονάδες από μεμονωμένα μέσα σε ενιαίο σύστημα μάχης.
