Τον Σεπτέμβριο του 1939, καθώς ο γερμανικός στρατός ορμούσε στην Πολωνία, οι σύμμαχοί της τελευταίας, Γαλλία και Βρετανία, κήρυσσαν τον πόλεμο στο Βερολίνο. Ο αναβρασμός ήταν μεγάλος καθώς μόλις είκοσι χρόνια είχαν περάσει από το τέλος του Μεγάλου Πολέμου και οι μνήμες όλων ήταν ακόμα νωπές. Ιδιαίτερα ανήσυχοι ήταν οι κάτοικοι της περιοχής του Ρουρ, που συγκέντρωνε μεγάλο μέρος της βιομηχανίας της νέας ενοποιημένης Γερμανίας. Η περιοχή τελούσε υπό γαλλική κατοχή και διοίκηση και είχε μόλις πρόσφατα επανενταχθεί στον κορμό του γερμανικού Ράιχ. Τώρα, με την κήρυξη του πολέμου η ανασφάλεια εντεινόταν καθώς η περιοχή βρισκόταν μέσα στην εμβέλεια των γαλλο-βρετανικών βομβαρδιστικών.

Ο μόνος που δεν φαινόταν να ανησυχεί ήταν ο στρατάρχης της αεροπορίας, Χέρμαν Γκέρινγκ: “Κανένα (ξένο) βομβαρδιστικό δεν θα φτάσει το Ρουρ”, διαβεβαιώνοντας τους πάντες για την ισχύ της Luftwaffe. “Αν έστω κι ένα βομβαρδιστικό αφήσει τις βόμβες του στο Ρουρ, το όνομά μου δεν είναι Γκέρινγκ. Μπορείτε να με φωνάζετε Μάγιερ!”. Όπου το όνομα Μάγιερ θεωρείται το πλέον ταπεινό και κοινότυπο επίθετο μεταξύ των γερμανικών λαών.

Γελοιογραφία του Στρατάρχη Χέρμαν Γκέρινγκ σε πολωνικό έντυπο της εποχής. “Αν πετάξει έστω κι ένα αεροπλάνο πάνω από το Ράιχ, να μην με λένε Γκέρινγκ. Να με φωνάζετε Μάγιερ” είχε πει χαρακτηριστικά.

Ένα περίπου χρόνο μετά, η Luftwaffe έδινε έναν αγώνα επικράτησης ενάντια στον μεγαλύτερο εχθρό της, τη Βρετανική Αεροπορία (RAF). Η μάχη της Γαλλίας είχε τελειώσει. Η μάχη της Βρετανίας μαινόταν. Η επέμβαση στα βρετανικά νησιά με τον κωδικό “Θαλάσσιος Λέων” που σχεδιαζόταν, προέβλεπε τη μεταφορά 13 τουλάχιστον μεραρχιών πεζικού, αλεξιπτωτιστών και ορεινών κυνηγών με την υποστήριξη ειδικών αμφιβίων αρμάτων μάχης και όλη τη δύναμη του γερμανικού ναυτικού και της αεροπορίας. Η κυριαρχία στο στενό της Μάγχης θεωρείτο δεδομένη για την επιτυχία αλλά για αυτό έπρεπε να καθαριστεί η περιοχή από το Βρετανικό Ναυτικό και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την στέρηση πρώτα της εναέριας κάλυψης που του παρείχε η RAF. Το ένα έφερνε το άλλο.

Η καταστροφή της RAF και των βάσεών της ήταν επομένως προϋπόθεση για την επιχείρηση, όπως είχε συμβεί και στην Πολωνία και στη Γαλλία, και η Luftwaffe στοχοποίησε τα αεροδρόμια της ενώ ταυτόχρονα επετίθετο και στα πλοία και νηοπομπές που περνούσαν από τα στενά μεταξύ Γαλλίας και Βρετανίας. Βρισκόμαστε σε μια φάση του πολέμου που χαρακτηρίζονταν ακόμα από σχετική αυτοσυγκράτηση, όπου και οι δύο αντίπαλοι απέφευγαν να χτυπήσουν πολιτικούς στόχους. Ωστόσο, αυτό άλλαξε σύντομα καθως τη νύχτα της 24ης προς 25η Αυγούστου του 1940, μια ομάδα γερμανικών βομβαρδιστικών άφησε τις βόμβες της πάνω από το Λονδίνο.

Τα γερμανικά αεροπλάνα, δικινητήρια Dornier Do-17 και Heinkel He-111 αποτελούσαν μέρος ενός μεγαλύτερου σχηματισμού εκατον εβδομήντα περίπου βομβαρδιστικών που είχαν στόχο αεροπορικές εγκαταστάσεις της βιομηχανίας Short στο Κent και σταθμούς αποθήκευσης καυσίμων στην όχθη του Τάμεση, 40 χλμ. ανατολικά του κέντρου της πόλης. Τα αεροσκάφη άφησαν τις βόμβες τους λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα πάνω από τη γενική περιοχή των στόχων τους και αποχώρησαν. Τουλάχιστον έτσι πίστευαν. Στην πραγματικότητα, τα γερμανικά βομβαρδιστικά βρίσκονταν πολύ μακρυά, αφήνοντας το φορτίο τους μεταξύ των συνοικιών του κεντρικού Λονδίνου, East End και West Ham. Οι βόμβες κατέστρεψαν σπίτια, καταστήματα και μια εκκλησία, ενώ προκάλεσαν το θάνατο εννέα πολιτών.

Βρετανικό βομβαρδιστικό Armstrong Whitworth Whitley

Σε απάντηση του χτυπήματος, ο Τσώρτσιλ διέταξε τον αρχηγό της βρετανικής αεροπορίας, Πτέραρχο Sir Cyril Newall, να οργανώσει ένα ισχυρό χτύπημα στο κέντρο του Βερολίνου “το συντομότερο δυνατό”. Η εντολή πέρασε στη Διοίκηση Βομβαρδισμού και το επόμενο κι όλας βράδυ, 95 βρετανικά βομβαρδιστικά Handley Page Hampden, Armstrong Whitworth Whitley και Vickers Welington ξεκίνησαν το ταξίδι για τη γερμανική πρωτεύουσα. Αεροσκάφη από 11 διαφορετικές Μοίρες (No. 44, 49, 50, 51, 58, 61, 78, 83, 99, 144 και 149) απογειώθηκαν αργά το απόγευμα για να συναντηθούν πάνω από το Βερολίνο.

Η συνέχεια στο Military History