Το πρόγραμμα Fleet Rehabilitation and Modernization, γνωστό με τα αρχικά FRAM, ανακατασκεύασε αμερικανικά αντιτορπιλικά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τις απαιτήσεις του Ψυχρού Πολέμου. Η ανανέωση αφορούσε το κύτος, την πρόωση, τους αισθητήρες, το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης και τα ανθυποβρυχιακά όπλα. Όταν οι πρώτες μονάδες έφθασαν στην Ελλάδα, οι γάστρες τους είχαν ήδη υπηρετήσει περίπου ένα τέταρτο του αιώνα από την Οκινάουα και την Κορέα έως το Βιετνάμ.

Η πρώτη τετράδα σχηματίστηκε μέσα σε δυόμισι χρόνια. Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (D-210) παραλήφθηκε τον Φεβρουάριο του 1971 και ο ΜΙΑΟΥΛΗΣ (D-211) τον Ιούλιο. Ακολούθησαν ο ΚΑΝΑΡΗΣ (D-212) τον Ιούλιο του 1972 και ο ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (D-213) τον Ιούλιο του 1973. Για το Πολεμικό Ναυτικό η προσθήκη τους έφερε μονάδες με μεγάλη ακτίνα δράσης, πυροβόλα των 127 χιλιοστών, νατοϊκές επικοινωνίες και ανθυποβρυχιακά συστήματα. Μαζί με τα πλοία έπρεπε να δημιουργηθεί μηχανισμός εκπαίδευσης, ανταλλακτικών και συντήρησης για δύο παραλλαγές FRAM.Προηγούμενα μέρη της σειράς

Οι κλάσεις και οι δύο εκδόσεις FRAM

Οι Allen M. Sumner και Gearing σχεδιάστηκαν ως αντιτορπιλικά συνοδείας, αντιαεροπορικής προστασίας και πυρών επιφανείας. Η κλάση Allen M. Sumner έφερε τρεις δίδυμους πύργους Mk 38 με συνολικά έξι πυροβόλα 5 ιντσών και κάννη μήκους 38 διαμετρημάτων. Η επόμενη κλάση Gearing βασίστηκε στην ίδια διάταξη, με επιμηκυμένο κύτος που πρόσφερε χώρο καυσίμου και μεγαλύτερη ακτίνα δράσης. Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ήταν Gearing και ο ΜΙΑΟΥΛΗΣ Allen M. Sumner, αμφότεροι σε διαμόρφωση FRAM II. Οι ΚΑΝΑΡΗΣ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ήταν Gearing FRAM I.

Η ένδειξη 5 ιντσών και 38 διαμετρημάτων περιγράφει τη διάμετρο του βλήματος και το μήκος της κάννης σε πολλαπλάσια της διαμέτρου. Τα πυροβόλα είχαν σχεδιαστεί ως όπλα διπλού σκοπού για στόχους επιφανείας και αέρος. Στην ελληνική περίοδο πρόσφεραν κυρίως όγκο πυρός κατά πλοίων και στόχων στην ξηρά, ενώ η αξία τους απέναντι σε ταχέα αεροσκάφη και κατευθυνόμενα βλήματα περιοριζόταν από τα συστήματα διεύθυνσης πυρός της εποχής.

Τα δύο ελληνικά FRAM II διατήρησαν και τους τρεις δίδυμους πύργους των 127 χιλιοστών. Η αμερικανική μετασκευή τους πρόσθεσε ανανεωμένο σόναρ, τριπλούς τορπιλοσωλήνες Mk 32 για ελαφρές ανθυποβρυχιακές τορπίλες και πρυμναία υποδομή για το μη επανδρωμένο ελικόπτερο QH-50 DASH, από τον όρο Drone Anti-Submarine Helicopter. Ο οκταπλός εκτοξευτής ASROC, σύστημα ρουκέτας που μετέφερε ανθυποβρυχιακή τορπίλη προς μια μακρινότερη επαφή, απουσίαζε από αυτή τη διαμόρφωση. Η πραγματική αξιοποίηση της πρυμναίας υποδομής εξαρτιόταν κάθε φορά από τη διαθεσιμότητα και την πιστοποίηση του ιπτάμενου μέσου.

Στα Gearing FRAM I αφαιρέθηκε ο πρυμναίος δίδυμος πύργος και στη θέση του δημιουργήθηκαν υπόστεγο και κατάστρωμα για το DASH. Το σόναρ κύτους SQS-23 παρείχε την αρχική επαφή με υποβρύχιο. Το Κέντρο Πληροφοριών Μάχης, ή CIC από τον αγγλικό όρο Combat Information Center, συνέθετε τα στοιχεία των αισθητήρων. Ο εκτοξευτής Mk 112 του ASROC έστελνε με ρουκέτα μια ανθυποβρυχιακή τορπίλη προς την υπολογισμένη θέση του στόχου, ενώ οι Mk 32 κάλυπταν την εγγύτερη ζώνη. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις αφορούσε ολόκληρη την τακτική αλυσίδα και υπερέβαινε τον απλό αριθμό των πυροβόλων.

Και οι τέσσερις μονάδες διατηρούσαν ατμοκίνητη πρόωση. Τέσσερις λέβητες παρήγαν ατμό για δύο ατμοστροβίλους και δύο άξονες, ενώ εκατοντάδες άνδρες επάνδρωναν γέφυρα, μηχανοστάσια, πυροβόλα, CIC, επικοινωνίες και συνεργεία. Η ανάπτυξη υψηλής ταχύτητας απαιτούσε προετοιμασία λεβήτων, συντονισμό μηχανικών φυλακών και καύσιμο. Παρόμοια, ένα ίχνος σόναρ αποκτούσε επιχειρησιακή αξία έπειτα από ταξινόμηση, υπολογισμό κίνησης και επιλογή όπλου. Το FRAM λειτουργούσε ως ενιαίο σύστημα ανθρώπων, διαδικασιών και μηχανημάτων.

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ – το πρώτο Gearing σε υπηρεσία

Το μελλοντικό Α/Τ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ήταν το USS Frank Knox (DD-742), το πρώτο αντιτορπιλικό κλάσης Gearing που εντάχθηκε σε υπηρεσία, στις 11 Δεκεμβρίου 1944. Έφθασε στον Ειρηνικό την άνοιξη του 1945 και συνόδευσε τις ταχείες δυνάμεις αεροπλανοφόρων στις επιδρομές κατά της Ιαπωνίας. Η αποστολή περιλάμβανε προστασία του σχηματισμού, έγκαιρη προειδοποίηση, περισυλλογή αεροπόρων και παρακολούθηση του θαλάσσιου και εναέριου χώρου.

Στον Πόλεμο της Κορέας εκτέλεσε αποκλεισμούς και βομβαρδισμούς παράκτιων στόχων. Αργότερα υπηρέτησε ως radar picket, δηλαδή ως προωθημένος σταθμός ραντάρ που έπλεε εμπρός από τον κύριο σχηματισμό και έδινε έγκαιρη προειδοποίηση για αεροπορική απειλή. Η μετασκευή FRAM II του 1960 και 1961 ανανέωσε τα συστήματα και διατήρησε τον τρίτο δίδυμο πύργο. Τα έξι πυροβόλα των 127 χιλιοστών έκαναν τον ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ κατάλληλο για αποστολές παρουσίας και πυρά κατά στόχων επιφανείας ή ξηράς.

Η δοκιμασία στον ύφαλο Pratas

Στις 18 Ιουλίου 1965 το Frank Knox προσάραξε στον ύφαλο Pratas, στη Νότια Σινική Θάλασσα. Το κύτος υπέστη ανοίγματα σε πολλά σημεία και η παραμονή του επάνω στον ύφαλο, μέσα σε κύμα και τροπικές καταιγίδες, απειλούσε τη συνοχή της κατασκευής. Πυρομαχικά, καύσιμα και εξοπλισμός απομακρύνθηκαν για να μειωθεί το βάρος. Δύτες, ρυμουλκά και πλοία διασώσεως εργάστηκαν γύρω του, ενώ περισσότερες από εκατό ελεγχόμενες εκρήξεις άνοιξαν δίοδο στον κοραλλιογενή ύφαλο. Έπειτα από 37 ημέρες, στις 24 Αυγούστου, το αντιτορπιλικό ελευθερώθηκε.

Η επισκευή κράτησε περισσότερο από έναν χρόνο. Η αμερικανική απόφαση για αποκατάσταση δείχνει την αντοχή της κατασκευής και την αξία που εξακολουθούσε να αποδίδεται στη μονάδα. Στις 3 Φεβρουαρίου 1971 παραδόθηκε στην Ελλάδα ως ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ (D-210). Υπηρέτησε έως τις 31 Αυγούστου 1992 και τον Σεπτέμβριο του 2001 βυθίστηκε ως στόχος από το υποβρύχιο ΝΗΡΕΥΣ.

ΜΙΑΟΥΛΗΣ – από την Οκινάουα στο Αιγαίο

Το υπό κατασκευή USS Ingraham στο Kearny τον Ιανουάριο του 1944.
Το υπό κατασκευή USS Ingraham (DD-694) στο ναυπηγείο της Federal Shipbuilding στο Kearny του Νιου Τζέρσεϊ, τον Ιανουάριο του 1944. Λίγους μήνες αργότερα θα πολεμούσε στον Ειρηνικό και τον Μάιο του 1945 θα επιβίωνε από πλήγμα καμικάζι ανοικτά της Οκινάουα. Πηγή – U.S. Navy / U.S. National Archives, φωτογραφία 19-N-62588.

Το USS Ingraham (DD-694), μετέπειτα ΜΙΑΟΥΛΗΣ, ήταν αντιτορπιλικό κλάσης Allen M. Sumner και εντάχθηκε σε υπηρεσία στις 10 Μαρτίου 1944. Πολέμησε στις Φιλιππίνες, στο Ίβο Τζίμα και στην Οκινάουα. Στις αρχές Μαΐου 1945, ως προωθημένος σταθμός ραντάρ, αντιμετώπισε συντονισμένη επίθεση καμικάζι. Κατέρριψε τέσσερα αεροσκάφη και ένα πέμπτο προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά, με τη βόμβα του να εκρήγνυται στον χώρο των γεννητριών. Οι απώλειες έφθασαν τους 51 άνδρες, ανάμεσά τους 15 νεκροί, και σχεδόν ολόκληρος ο οπλισμός τέθηκε προσωρινά εκτός λειτουργίας.

Οι ομάδες ελέγχου βλαβών περιόρισαν τις πυρκαγιές και τις κατακλύσεις και κράτησαν το πλοίο πλωτό μέχρι την αποχώρησή του για επισκευές. Μετά τον πόλεμο συμμετείχε στις πυρηνικές δοκιμές Crossroads στο Μπικίνι και επέστρεψε σε πολεμική υπηρεσία στην Κορέα. Ακολούθησαν αναπτύξεις με τον 6ο Στόλο στη Μεσόγειο, παρουσία στην περιοχή κατά την κρίση του Σουέζ, συμμετοχή στον ναυτικό αποκλεισμό της Κούβας και πυρά υποστήριξης στο Βιετνάμ.

Με το FRAM II το Ingraham διατήρησε τα έξι πυροβόλα των 127 χιλιοστών και απέκτησε τα ανανεωμένα ανθυποβρυχιακά μέσα της έκδοσης. Παροπλίστηκε από το αμερικανικό ναυτικό τον Ιούνιο του 1971 και μεταβιβάστηκε στην Ελλάδα στις 16 Ιουλίου ως ΜΙΑΟΥΛΗΣ (D-211).

Το αντιτορπιλικό ΜΙΑΟΥΛΗΣ στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας το 1979.
Ο Ναύσταθμος Σαλαμίνας στις 31 Οκτωβρίου 1979. Ανάμεσα στις μονάδες διακρίνεται το Α/Τ ΜΙΑΟΥΛΗΣ (D-211), πρώην USS Ingraham, ένα από τα δύο ελληνικά FRAM II. Η εικόνα αποδίδει την κλίμακα των μεγάλων αντιτορπιλικών μέσα στον ελληνικό Στόλο της εποχής. Πηγή – U.S. Navy, φωτογραφία PHC C. Pedrick.

Για την ελληνική αξιοποίηση ελικοπτέρων απαιτείται προσεκτική διάκριση. Το Conway’s All the World’s Fighting Ships 1947–1995 συνδέει τον ΜΙΑΟΥΛΗ με το Alouette III, ελαφρύ μονοκινητήριο ελικόπτερο που υπηρετούσε στη Ναυτική Αεροπορία. Το Naval Institute Guide to Combined Fleets 1990/91 καταγράφει εργασίες από τον Νοέμβριο του 1986, αφαίρεση του σόναρ μεταβλητού βάθους, αισθητήρα που κατέβαινε με καλώδιο κάτω από τα επιφανειακά στρώματα, διεύρυνση του καταστρώματος και τηλεσκοπικό υπόστεγο για το AB-212, δικινητήριο ελικόπτερο ανθυποβρυχιακού πολέμου. Οι καταγραφές αυτές αποτελούν τις βασικές δευτερογενείς πηγές για τη συγκεκριμένη διαμόρφωση.

Η διαθέσιμη τεκμηρίωση στηρίζει δυνατότητα συνεργασίας, προσνήωσης και περιορισμένης υποστήριξης ελικοπτέρου, ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τις συνθήκες. Ο όρος οργανική αεροπορική ικανότητα θα προϋπέθετε μόνιμα ενταγμένο ελικόπτερο, ιπτάμενο και τεχνικό προσωπικό, καύσιμα, ανταλλακτικά και υποδομές συντήρησης. Οι πηγές για τον ΜΙΑΟΥΛΗ αφήνουν αυτά τα στοιχεία ατεκμηρίωτα. Συνεπώς, η ασφαλής περιγραφή αφορά αεροναυτική συνεργασία και δυνατότητα προσνήωσης, με υποδομές σαφώς περιορισμένες σε σύγκριση με μια φρεγάτα σχεδιασμένη εξαρχής για ελικόπτερο. Ο ΜΙΑΟΥΛΗΣ παρέμεινε ενεργός έως το 1992 και βυθίστηκε ως στόχος στις 9 Οκτωβρίου 2001.

ΚΑΝΑΡΗΣ – το πρώτο πλήρες FRAM I του ΠΝ

Το USS Stickell (DD-888), αντιτορπιλικό κλάσης Gearing, εντάχθηκε σε υπηρεσία στις 31 Οκτωβρίου 1945. Η πολεμική του διαδρομή άρχισε στην Κορέα, όπου εκτέλεσε συνοδείες, περιπολίες και βολές κατά στόχων στην ξηρά, κερδίζοντας έξι αστέρες μάχης. Από το 1953 έφερε την ταξινόμηση DDR-888 και εξοπλισμό προωθημένου σταθμού ραντάρ. Η μετατόπιση της σοβιετικής απειλής προς τα υποβρύχια οδήγησε αργότερα στο FRAM I.

Το USS Stickell εν πλω μετά τη μετασκευή FRAM I, περί το 1965.
Το USS Stickell (DD-888), μετέπειτα Α/Τ ΚΑΝΑΡΗΣ, εν πλω περί το 1965 μετά τη μετασκευή FRAM I. Διακρίνονται οι δύο πρωραίοι δίδυμοι πύργοι των 5 ιντσών, ο εκτοξευτής ASROC στο μέσο του πλοίου και η πρυμναία εγκατάσταση DASH. Πηγή – U.S. Navy, περιοδικό All Hands.

Η μετασκευή, που άρχισε το 1963, συνέδεσε το SQS-23, το CIC, τον ASROC και τους Mk 32 σε κοινή διαδικασία εντοπισμού και προσβολής. Για το ΠΝ, η άφιξη αυτού του συνδυασμού σήμαινε ότι ένα ελληνικό FRAM μπορούσε να εντοπίσει υποβρύχιο, να υπολογίσει την κίνησή του και να εκτοξεύσει τορπίλη με ρουκέτα προς την επαφή. Η ακρίβεια της λύσης βολής εξακολουθούσε να εξαρτάται από την ποιότητα του ίχνους και την ικανότητα των χειριστών.

Το Stickell είχε πραγματοποιήσει αναπτύξεις στο Βιετνάμ και στη Μέση Ανατολή. Η αποστολή του με τη Middle Eastern Force, τη ναυτική δύναμη των ΗΠΑ που διατηρούσε παρουσία από τον Περσικό Κόλπο έως τον δυτικό Ινδικό Ωκεανό, το έφερε το 1971 σε λιμένες της Αφρικής και της περιοχής. Στις 1 Ιουλίου 1972 παροπλίστηκε και παραδόθηκε στο ΠΝ ως ΚΑΝΑΡΗΣ (D-212). Πρώτος κυβερνήτης ήταν ο αντιπλοίαρχος Κ. Ζωγράφος και το πλοίο κατέπλευσε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας την άνοιξη του 1973.

Αεροφωτογραφία του αντιτορπιλικού ΚΑΝΑΡΗΣ σε ελληνική υπηρεσία.
Το Α/Τ ΚΑΝΑΡΗΣ (D-212) εν πλω στην τελική ελληνική διαμόρφωση. Διακρίνονται οι εκτοξευτές Harpoon, ο ASROC, το πυροβόλο OTO Melara 76/62 στην πρύμνη και οι δύο δίδυμοι πύργοι των 127 χιλιοστών στην πλώρη. Πηγή – SeaForces.

Ο ΚΑΝΑΡΗΣ έγινε η πρώτη ελληνική μονάδα επάνω στην οποία οικοδομήθηκε εμπειρία στο πλήρες FRAM I. Η εκπαίδευση συνέδεε γέφυρα, CIC, μηχανοστάσια, πυροβολικό και ομάδα ανθυποβρυχιακού πολέμου, ενώ στην ξηρά οργανώνονταν αποθέματα και τεχνικά εγχειρίδια. Μεταγενέστερες ελληνικές παρεμβάσεις πρόσθεσαν αντιπλοϊκούς πυραύλους Harpoon και πυροβόλο OTO Melara 76/62 στην πρυμναία περιοχή. Η εξέλιξη αυτή εξετάζεται στο πέμπτο μέρος. Ο ΚΑΝΑΡΗΣ παροπλίστηκε το 1993.

ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ – δίπλα στο φλεγόμενο Forrestal

Το USS Rupertus (DD-851), επίσης Gearing, μπήκε σε υπηρεσία στις 8 Μαρτίου 1946. Στην Κορέα συμμετείχε σε αποκλεισμούς και βομβαρδισμούς και τιμήθηκε με επτά αστέρες μάχης. Μετά τη μετασκευή FRAM I επέστρεψε στον δυτικό Ειρηνικό για συνοδείες αεροπλανοφόρων, περιπολίες και επιχειρήσεις στα νερά του Βιετνάμ.

Το USS Rupertus καταπολεμά την πυρκαγιά του USS Forrestal το 1967.
Το USS Rupertus (DD-851), μετέπειτα Α/Τ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ, σε ελάχιστη απόσταση από το φλεγόμενο αεροπλανοφόρο USS Forrestal στις 29 Ιουλίου 1967. Το πλήρωμά του έστρεψε τις μάνικες προς τα πρυμναία τμήματα του αεροπλανοφόρου ενώ οι εκρήξεις συνεχίζονταν. Πηγή – U.S. Navy / Naval History and Heritage Command.

Στις 29 Ιουλίου 1967 ξέσπασε πυρκαγιά στο αεροπλανοφόρο USS Forrestal. Καύσιμα εξαπλώθηκαν στο κατάστρωμα πτήσης και οι εκρήξεις βομβών προκάλεσαν 134 θανάτους και 161 τραυματισμούς. Ο κυβερνήτης του Rupertus, αντιπλοίαρχος Edwin Burke, έφερε το αντιτορπιλικό σε ελάχιστη απόσταση από το αεροπλανοφόρο. Επί περίπου μιάμιση ώρα οι μάνικες του Rupertus έριχναν νερό στα πρυμναία τμήματα, ενώ πυρομαχικά συνέχιζαν να εκρήγνυνται. Η ενέργεια απαίτησε χειρισμούς ακριβείας, πειθαρχία και συνεχή έλεγχο του κινδύνου.

Λίγα χρόνια αργότερα αμερικανικός έλεγχος καταλληλότητας έκρινε το πλοίο ακατάλληλο για περαιτέρω υπηρεσία στο US Navy. Η Ελλάδα διέθετε ήδη υποδομή για Gearing, αποθέματα ανταλλακτικών και διαφορετικό πλαίσιο αξιοποίησης. Στις 10 Ιουλίου 1973 το Rupertus παροπλίστηκε και εντάχθηκε ταυτόχρονα στο ΠΝ ως ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (D-213). Μαζί με τον ΚΑΝΑΡΗ σχημάτισε το πρώτο ομοιογενές ζεύγος Gearing FRAM I. Αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία το 1994 και διαγράφηκε το 1995.

Πλάγια όψη του αντιτορπιλικού ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ σε ελληνική υπηρεσία.
Το Α/Τ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (D-213) σε ελληνική υπηρεσία. Στη χαρακτηριστική διαμόρφωση FRAM I διακρίνονται οι δύο πρωραίοι δίδυμοι πύργοι των 127 χιλιοστών, ο ASROC, οι τορπιλοσωλήνες Mk 32 και η τροποποιημένη πρυμναία περιοχή. Πηγή – SeaForces.

Από την παραλαβή στην επιχειρησιακή ένταξη

Η ύψωση της ελληνικής σημαίας αποτελούσε την αρχή της ένταξης. Πυρήνες πληρωμάτων εκπαιδεύονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες, γνώριζαν τα μηχανήματα, παραλάμβαναν τεχνικά βιβλία και κατέγραφαν εκκρεμότητες. Το ταξίδι προς την Ελλάδα λειτουργούσε ως πρώτη εξέταση. Λέβητες, στρόβιλοι, ηλεκτρικά δίκτυα, αισθητήρες και όπλα έπρεπε να λειτουργήσουν επί χιλιάδες μίλια με πλήρωμα που διαμόρφωνε κοινές διαδικασίες.

Στη Σαλαμίνα ακολουθούσαν η δημιουργία αποθεμάτων, η μεταφορά γνώσης στα επόμενα πληρώματα και η προσαρμογή αμερικανικών εγχειριδίων στην ελληνική οργάνωση. Οι διαφορές FRAM II και FRAM I αύξαναν τις απαιτήσεις υποστήριξης και πρόσφεραν διαφορετικές επιλογές. Τα πρώτα έφερναν έξι πυροβόλα, ενώ τα δεύτερα διέθεταν ASROC και πληρέστερη ανθυποβρυχιακή αλυσίδα. Έως το 1973 το ΠΝ είχε δημιουργήσει τον πυρήνα μιας σχολής επιχειρήσεων και συντήρησης γύρω από τέσσερα μεγάλα αντιτορπιλικά.

Η τυποποίηση παρέμενε σχετική. Προηγούμενες επισκευές, αλλαγές καλωδιώσεων και εξοπλισμός διαφορετικών παρτίδων έδιναν σε κάθε μονάδα ιδιαίτερο τεχνικό ιστορικό. Η καταγραφή βλαβών, η ανταλλαγή εμπειρίας και η επισκευή παλαιών εξαρτημάτων στον Ναύσταθμο αποτελούσαν μέρος της επιχειρησιακής ισχύος. Η εμπειρία των ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ, ΜΙΑΟΥΛΗ, ΚΑΝΑΡΗ και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ επέτρεψε την προσθήκη τεσσάρων ακόμη Gearing FRAM I, ώσπου η δύναμη να φθάσει τις οκτώ μονάδες.

Υπηρετήσατε σε ελληνικό FRAM;

Το flight.com.gr συγκεντρώνει φωτογραφίες, ημερολόγια, έγγραφα και προσωπικές ιστορίες από τα αντιτορπιλικά FRAM του Πολεμικού Ναυτικού. Αν υπηρετήσατε σε κάποιο από τα πλοία ή διαθέτετε δικό σας υλικό, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο [email protected]. Το υλικό θα χρησιμοποιηθεί μόνο κατόπιν ρητής συνεννόησης, με σεβασμό στα πνευματικά δικαιώματα και με πλήρη αναφορά στον δημιουργό ή στον νόμιμο κάτοχό του.