Η Αμερικανική Αεροπορία κάνει ένα ακόμη σημαντικό βήμα προς την επιχειρησιακή αξιοποίηση των μη επανδρωμένων συνεργατικών μαχητικών Collaborative Combat Aircraft (CCA), πραγματοποιώντας εκτεταμένες δοκιμές του YFQ-44A Fury στην Αεροπορική Βάση Creech της Νεβάδα.

Οι δοκιμές, που διεξήχθησαν από τη νεοσύστατη Collaborative Combat Aircraft Experimental Operations Unit, δεν περιορίστηκαν στις πτητικές επιδόσεις του αεροσκάφους, αλλά επικεντρώθηκαν στη διαμόρφωση των τακτικών, τεχνικών και διαδικασιών (Tactics, Techniques and Procedures – TTPs) που θα καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο τα αυτόνομα αεροσκάφη θα επιχειρούν δίπλα στα επανδρωμένα μαχητικά της επόμενης γενιάς.

Σε αντίθεση με τις κλασικές δοκιμές πρωτοτύπων, η άσκηση προσομοίωσε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες σύμφωνα με το δόγμα Agile Combat Employment (ACE). Το YFQ-44A αναπτύχθηκε, ανεφοδιάστηκε, επανεξοπλίστηκε και επαναπογειώθηκε σε σύντομους χρόνους, αξιολογώντας κατά πόσο μπορεί να επιχειρεί από διασκορπισμένες, πρόχειρες ή εμπρόσθιες βάσεις με περιορισμένο προσωπικό και μικρό υλικοτεχνικό αποτύπωμα. Η USAF επιδιώκει τα CCA να μπορούν να υποστηρίζουν επιχειρήσεις ακόμη και σε περιβάλλοντα όπου οι μεγάλες αεροπορικές βάσεις θα αποτελούν στόχο πυραυλικών επιθέσεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το Fury δοκιμάστηκε με αδρανείς πυραύλους AIM-120 AMRAAM, επιτρέποντας στην Πολεμική Αεροπορία να αξιολογήσει όλες τις διαδικασίες φόρτωσης οπλισμού, ασφαλείας και υποστήριξης εδάφους. Παρότι δεν πραγματοποιήθηκαν πραγματικές βολές κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης αναπτυξης, οι εργασίες αυτές αποτελούν προετοιμασία για την πλήρη ενσωμάτωση του αεροσκάφους σε αποστολές αεροπορικής μάχης. Σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες, το YFQ-44A έχει ήδη ολοκληρώσει επιτυχώς δοκιμή εκτόξευσης πυραύλου AIM-120 εναντίον εικονικού στόχου, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόγραμμα προχωρά ταχύτερα από τον αρχικό σχεδιασμό.

Το YFQ-44A Fury, που αναπτύχθηκε από την Anduril Industries, αποτελεί έναν από τους δύο νικητές της πρώτης φάσης του προγράμματος CCA Increment 1, μαζί με το YFQ-42A Dark Merlin της General Atomics. Πρόκειται για ένα μη επανδρωμένο μαχητικό σχεδιασμένο να λειτουργεί ως «πιστός συνοδός» (loyal wingman), συνοδεύοντας αεροσκάφη όπως τα F-35A, F-22A, F-15EX και το μελλοντικό F-47, αναλαμβάνοντας αποστολές υψηλού κινδύνου χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ανθρώπινο πλήρωμα.
Το Fury διαθέτει σχεδίαση που παραπέμπει σε συμβατικό μαχητικό αεροσκάφος, με ένα κινητήρα, υψηλή ευελιξία και δυνατότητα μεταφοράς όπλων σε εξωτερικούς φορείς. Έχει σχεδιαστεί ώστε να επιχειρεί σε ύψη έως περίπου 50.000 πόδια, με ταχύτητα που προσεγγίζει τα Mach 0,95, ενώ μπορεί να εκτελεί ελιγμούς έως 9 g, χαρακτηριστικά που του επιτρέπουν να συνοδεύει επανδρωμένα μαχητικά σε απαιτητικές αποστολές αεροπορικής υπεροχής. Η φιλοσοφία σχεδίασής του βασίζεται στην έννοια της «affordable mass», δηλαδή στην ανάπτυξη μεγάλου αριθμού σχετικά χαμηλού κόστους μη επανδρωμένων αεροσκαφών που θα αυξάνουν δραστικά τη μαχητική ισχύ μιας δύναμης.
Στην ανάπτυξη συμμετείχαν επίσης παρατηρητές της Βασιλικής Αεροπορίας της Ολλανδίας, γεγονός που υπογραμμίζει το διεθνές ενδιαφέρον για το πρόγραμμα CCA. Η Ολλανδία έχει ήδη ενταχθεί στην αμερικανική πρωτοβουλία ανάπτυξης συνεργατικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, με στόχο τη δημιουργία κοινών προτύπων ανοικτής αρχιτεκτονικής, διαλειτουργικότητας και ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ συμμαχικών αεροπορικών δυνάμεων.
Η παρουσία του YFQ-44A στη βάση Creech έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Η εγκατάσταση αποτελεί εδώ και δύο δεκαετίες το επίκεντρο των επιχειρήσεων μη επανδρωμένων αεροσκαφών της USAF, φιλοξενώντας μονάδες MQ-9 Reaper και RQ-170 Sentinel. Με την ένταξη των CCA, η βάση μετατρέπεται πλέον σε εργαστήριο ανάπτυξης της επόμενης γενιάς αεροπορικών επιχειρήσεων, όπου τα αυτόνομα μαχητικά δεν θα λειτουργούν ως ανεξάρτητα συστήματα αλλά ως πολλαπλασιαστές ισχύος επανδρωμένων σχηματισμών.
Οι δοκιμές αυτές αποτελούν ένα ακόμη βήμα προς τον στόχο της USAF να εντάξει περισσότερα από 150 Collaborative Combat Aircraft μέσα στα επόμενα χρόνια.