Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 πολλές αεροπορίες πίστευαν ότι η εκπαίδευση των χειριστών θα μπορούσε να πραγματοποιείται εξ ολοκλήρου με αεριωθούμενα αεροσκάφη. Η Aermacchi απάντησε σε αυτό το αίτημα με ένα μικρό, απλό και οικονομικό διθέσιο τζετ, σχεδιασμένο από τον Ερμάνο Μπατσόκι.

MB-326H της Βασιλικής Αυστραλιανής Αεροπορίας σε πτήση κοντά στο Fremantle το 1980, κατά τη διάρκεια διέλευσης πάνω από το αεροπλανοφόρο HMAS Melbourne. Φωτογραφία: Nick Thorne

Η άτρακτος ήταν συμβατικής μεταλλικής κατασκευής. Τα δύο καθίσματα τοποθετήθηκαν σε σειρά, με το πίσω υπερυψωμένο ώστε ο εκπαιδευτής να έχει ικανοποιητική ορατότητα προς τα εμπρός. Η πτέρυγα ήταν ευθεία, χαμηλά τοποθετημένη και σχεδιασμένη για προβλέψιμη συμπεριφορά κοντά στην απώλεια στήριξης. Οι πλευρικές εισαγωγές αέρα τροφοδοτούσαν τον κινητήρα στο πίσω μέρος της ατράκτου.

Το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 10 Δεκεμβρίου 1957. Η Ιταλική Αεροπορία παρήγγειλε 15 αεροσκάφη προπαραγωγής και τελικά απέκτησε 134. Η είσοδος σε υπηρεσία το 1962 έδειξε ότι η Aermacchi είχε δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό με χαμηλό κόστος, απλή συντήρηση και αξιοπρεπείς επιδόσεις για να προσελκύσει εξαγωγικούς πελάτες.

Ιταλικό MB-326 σε πτήση. Το έντονο πορτοκαλί χρώμα χρησιμοποιήθηκε σε εκπαιδευτικά αεροσκάφη για αυξημένη ορατότητα. Η διαμόρφωση με ακροπτερυγικές δεξαμενές επέτρεπε μεγάλη αυτονομία χωρίς να δεσμεύει τους υποπτερύγιους φορείς. Φωτογραφία: Moroboshi

Viper: ο κινητήρας που ταίριαξε στη σχεδίαση

Το MB-326 κινείτο από έναν Rolls-Royce Viper, χωρίς μετακαυστήρα. Οι πρώτες εκδόσεις χρησιμοποιούσαν τον Viper 11 με ώση 1.134 κιλά, ενώ μεταγενέστερες έφεραν ισχυρότερες παραλλαγές με ώση έως 1.540 κιλά. Ο κινητήρας ήταν σχετικά ελαφρύς, οικονομικός και εύκολος στη συντήρηση.

Η μέγιστη ταχύτητα των βασικών εκδόσεων βρισκόταν γύρω στα 800 χιλιόμετρα ανά ώρα, ενώ η επιχειρησιακή οροφή ξεπερνούσε τα 13.000 μέτρα. Οι επιδόσεις δεν το έφερναν κοντά στα υπερηχητικά μαχητικά, ήταν όμως απολύτως επαρκείς για την εκπαίδευση χειριστών και για προσβολές εδάφους σε χαμηλό ύψος. Μάλιστα στις 18 Μαρτίου 1966, ένα MB-326 σημείωσε παγκόσμιο ρεκόρ ύψους στην κατηγορία του, φθάνοντας στα 17.315 μέτρα.

Το εμπρός κόκπιτ του MB-326. Τα συμβατικά αναλογικά όργανα, το κεντρικό χειριστήριο και η απλή διάταξη αντανακλούν τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό της σχεδίασης.
Βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά MB-326G
Πλήρωμα2
Μήκος10,65 μέτρα
Εκπέτασμα10,85 μέτρα
Ύψος3,72 μέτρα
Κενό βάροςπερίπου 2.500 κιλά
Μέγιστο βάρος απογείωσης4.600 κιλά
Κινητήρας1 × Rolls-Royce Viper 20
Μέγιστη ταχύτητα860 χλμ./ώρα
Επιχειρησιακή οροφή14.300 μέτρα
Εξωτερικοί φορείςέως 6 στις ένοπλες εκδόσεις
Φορτίοβόμβες, ρουκέτες, ατρακτίδια πυροβόλων και δεξαμενές, έως 1.800 κιλά σύνολο.

Από εκπαιδευτικό σε μαχητικό κρούσης

Η βασική κατασκευή αποδείχθηκε αρκετά ισχυρή για την προσθήκη υποπτερύγιων φορέων και πολεμικού φορτίου. Οι ένοπλες εκδόσεις μπορούσαν να μεταφέρουν βόμβες, ρουκέτες και ατρακτίδια πολυβόλων ή πυροβόλων. Το MB-326G εξελίχθηκε σε εξαγωγικό διθέσιο πολλαπλών ρόλων, κατάλληλο τόσο για εκπαίδευση όσο και για ελαφρά κρούση. Το μονοθέσιο MB-326K προχώρησε ακόμη περισσότερο. Το πίσω κάθισμα αφαιρέθηκε, εγκαταστάθηκε ισχυρότερος Viper και προστέθηκαν δύο πυροβόλα DEFA των 30 χιλιοστών στο κάτω μέρος της ατράκτου.

Η μεγαλύτερη επιτυχία σημειώθηκε στη Νότια Αφρική. Τα διθέσια MB-326M κατασκευάστηκαν από την τοπική Atlas ως Impala Mk I, ενώ το μονοθέσιο MB-326K είχε κωδικό Impala Mk II. Η τοπική παραγωγή δημιούργησε έναν μεγάλο στόλο, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για εκπαίδευση, αναγνώριση, τακτική υποστήριξη και αποστολές κρούσης.

Τα Impala χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα στον Πόλεμο των Συνόρων, κυρίως σε επιχειρήσεις στην Αγκόλα. Πετούσαν πολύ χαμηλά για να περιορίζουν το χρόνο προειδοποίησης των αντιαεροπορικών και εκτελούσαν προσβολές με βόμβες και ρουκέτες.

Η ταχύτητα ήταν χαμηλότερη από εκείνη των Mirage και Buccaneer, όμως το μικρό αεροσκάφος μπορούσε να επιχειρεί από πρόχειρες βάσεις και να προσφέρει μεγαλύτερο χρόνο πάνω από την περιοχή του στόχου. Οι χειριστές πετούσαν συχνά σε ύψη της τάξης των δεκάδων μέτρων, μέσα σε περιβάλλον με φορητούς πυραύλους και αντιαεροπορικά πυροβόλα.

Το 1985 Impala Mk II χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και εναντίον ελικοπτέρων Mi-8 και Mi-24, όπου κατέρριψαν συνολικά έξι. Οι καταρρίψεις αυτές ήταν από τις πιο ασυνήθιστες επιτυχίες ενός ελαφρού αεροσκάφους στην εποχή των υπερηχητικών μαχητικών.

Αυστραλία, Βραζιλία και παγκόσμια εξάπλωση

Η Αυστραλία κατασκεύασε το MB-326H ως CAC CA-30 και το χρησιμοποίησε για δεκαετίες σε προχωρημένη εκπαίδευση. Η μεγάλη διάρκεια υπηρεσίας δημιούργησε προβλήματα κόπωσης της πτέρυγας, τα οποία οδήγησαν σε πρόγραμμα αντικατάστασης της. Τα τελευταία αυστραλιανά αεροσκάφη αποσύρθηκαν το 2001.

MB-326H της 76ης Μοίρας της RAAF τροχοδρομεί στην άσκηση «Coral Sea ’85», με ένα νέο τότε F/A-18B στο βάθος. Φωτογραφία: SSgt James R. Ferguson, USAF

Η Βραζιλία έγινε ο μεγαλύτερος εξαγωγικός χρήστης. Η Embraer κατασκεύασε το EMB-326GB ως AT-26 Xavante, αποκτώντας εμπειρία που βοήθησε στη μετέπειτα ανάπτυξη της αεροπορικής βιομηχανίας. Xavante εξήχθησαν επίσης σε άλλες χώρες και χρησιμοποιήθηκαν ως εκπαιδευτικά και αεροσκάφη κρούσης. Άλλοι χρήστες περιλάμβαναν την Αργεντινή, την Τυνησία, την Γκάνα, το Τόγκο, την Παραγουάη και το Ζαΐρ.

Η κληρονομιά του MB-326

Η αρχική ιδέα της αποκλειστικά αεριωθούμενης εκπαίδευσης αποδείχθηκε ακριβή για πολλές αεροπορίες καθώς τα ελικοφόρα εκπαιδευτικά παρέμειναν οικονομικότερα για τα πρώτα στάδια. Το MB-326 βρήκε όμως μια σωστή τομή ως προχωρημένο εκπαιδευτικό και ως βάση για ελαφρύ μαχητικό, κάτι που οδήγησε και στη μεγάλη εμπορική του επιτυχία με κάπου 800 να κατασκευάζονται σε όλο τον κόσμο, έως το 1975. Έτσι η μακρά υπηρεσία, η παραγωγή σε διαφορετικές ηπείρους και η πολεμική δράση κατατάσσουν το μικρό «Macchino», ανάμεσα στα σημαντικότερα ιταλικά αεροσκάφη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ θα ακολουθούσε και η επίσης επιτυχημένη μετεξέλιξη του, στο ΜΒ-339.