Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, το ΝΑΤΟ θεωρούσε βέβαιο ότι οι μεγάλες αεροπορικές βάσεις της Δυτικής Ευρώπης θα δέχονταν το πρώτο κύμα μιας σοβιετικής επίθεσης. Η απάντηση φαινόταν να βρίσκεται στα αεροσκάφη κατακόρυφης απογείωσης και προσγείωσης. Έτσι το γερμανικό VFW VAK 191B σχεδιάστηκε ως διάδοχος του Fiat G.91 που υπηρετούσε ήδη στη Γερμανική Αεροπορία, με πρόβλεψη να υπηρετεί σε αεροδρόμια διασποράς, αλλά και να επιχειρεί χωρίς διάδρομο.

Το VAK 191B σε δοκιμαστική διαμόρφωση, με ανοικτά τα άνω καλύμματα των κινητήρων ανύψωσης.

Αρχικά η εταιρεία VFW δημιουργήθηκε το 1964 από τη συνένωση της Focke-Wulf και της Weser Flugzeugbau. Επίσης, η Fiat συμμετείχε αρχικά στο πρόγραμμα του VAK 191B και ανέλαβε δομικά τμήματα, όμως αποχώρησε το 1968. Το αεροσκάφος θα έπρεπε να πετά χαμηλά, να αποφεύγει τα ραντάρ και να πλήττει στόχους πίσω από τη γραμμή του μετώπου, ενώ υπήρχε και φιλοδοξία πως θα μπορούσε να αναλάβει ακόμη και αποστολή πυρηνική κρούσης.

Στην καρδιά του VAK 191B βρισκόταν ο Rolls-Royce/MAN Turbo RB193-12, με περιστρεφόμενα ακροφύσια και ώση 45,2 kN. Μπροστά και πίσω από την πτέρυγα υπήρχαν ακόμη δύο Rolls-Royce RB162-81, καθένας με ώση 26,5 kN, οι οποίοι λειτουργούσαν μόνο στην απογείωση, στην αιώρηση, στη μετάβαση σε κάθετη πτήση και στην προσγείωση. Η λύση των τριών κινητήρων απέδιδε αλλά είχε σοβαρό μειονέκτημα καθώς οι δύο ανύψωσης γίνονταν νεκρό βάρος στην οριζόντια πτήση, ενώ καταλάμβαναν χώρο και απαιτούσαν εξτρά καύσιμο.

Η άτρακτος ήταν κοντή και ογκώδης, με πολύ μικρό εκπέτασμα 6,2 μέτρων. Το σύστημα προσγείωσης είχε διάταξη ποδηλάτου, με κύρια σκέλη στον διαμήκη άξονα και μικρά βοηθητικά σκέλη κοντά στα ακροπτερύγια. Αυτό υπαγορευόταν από τον χώρο που καταλάμβαναν οι βοηθητικοί κινητήρες και τα ακροφύσια.

Το κάτω διαμέρισμα ενός από τους κινητήρες ανύψωσης. Τα καλύμματα άνοιγαν μόνο κατά την κατακόρυφη λειτουργία, ώστε να επιτρέπουν την ελεύθερη ροή των καυσαερίων.

Το VAK 191B χρησιμοποιούσε τριπλό ηλεκτροϋδραυλικό σύστημα fly-by-wire, το οποίο για τις αρχές της δεκαετίας του 1970 επρόκειτο για κάτι εξαιρετικά προηγμένο. Στην αιώρηση, η στάση του αεροσκάφους ελεγχόταν μέσω μεταβολών ώσης και μικρών ακροφυσίων πεπιεσμένου αέρα στο ρύγχος, στην ουρά και στα ακροπτερύγια. Όμως η επανεισρόφηση θερμών καυσαερίων κοντά στο έδαφος μπορούσε να μειώσει την απόδοση των κινητήρων και να επηρεάσει την λεπτή ισορροπία του αεροσκάφους. Έτσι η διαχείριση κινητήρων, ακροφυσίων και θέσης σε αιώρηση απαιτούσε συνεχή παρακολούθηση και μεγάλο φόρτο για τον χειριστή.

Η NASA και το αμερικανικό Ναυτικό αξιολόγησαν αργότερα την ποιότητα χειρισμού. Τα συμπεράσματα αναγνώρισαν ότι το αεροσκάφος ήταν ανώτερο από αρκετά προηγούμενα πειραματικά VTOL, αλλά κατέγραψαν αδυναμίες: περιορισμένη ακρίβεια στην αιώρηση, μη γραμμική απόκριση σε πρόνευση και διατοιχισμό, ανεπαρκή απόκριση ώσης και όπως είπαμε μεγάλη επιβάρυνση του χειριστή.

Δοκιμές, επιδόσεις και ακύρωση

Το πρώτο πρωτότυπο πραγματοποίησε την παρθενική του πτήση στις 10 Σεπτεμβρίου 1971 και την πρώτη αιώρηση δέκα ημέρες αργότερα στη Βρέμη. Η πλήρης μετάβαση από κατακόρυφη σε οριζόντια πτήση και πίσω επιτεύχθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1972. Τα τρία πρωτότυπα εκτέλεσαν συνολικά 91 πτήσεις έως το 1975. Η μέγιστη ταχύτητα έφθανε περίπου τα 1.100 χιλιόμετρα ανά ώρα και η οροφή τα 15.000 μέτρα. Η αρχική απαίτηση μιλούσε έως και για υπερηχητική διείσδυση, όμως τα πειραματικά αεροσκάφη παρέμειναν υποηχητικών επιδόσεων.

Το πρόγραμμα τερματίστηκε επειδή η επιχειρησιακή απαίτηση είχε αλλάξει και η οικονομική εξίσωση ήταν δυσμενής, ενώ πριν καν πετάξει το αεροσκάφος είχε χαρακτηριστεί ως “πειραματικό”. Άλλωστε ήδη το βρετανικό Harrier είχε δείξει ότι ένας μόνο ισχυρός κινητήρας με κατευθυνόμενη ώση μπορούσε να πετύχει την ίδια αποστολή με μικρότερη πολυπλοκότητα. Οπότε το VAK 191B δεν έφθασε ποτέ στο στάδιο πλήρους εξοπλισμού ή επιχειρησιακής αξιολόγησης.

Το πρώτο πρωτότυπο VAK 191B στο Deutsches Museum Flugwerft Schleissheim. Διακρίνονται οι πλευρικές εισαγωγές του RB193, τα μικρά ακροπτερύγια και η χαρακτηριστική διάταξη του συστήματος προσγείωσης.

Παρότι δεν μπήκε ποτέ σε παραγωγή, το VAK 191B λειτούργησε ως τεχνολογικό εργαστήριο. Το σύστημα fly-by-wire και οι δοκιμές ελέγχου πτήσης συνέβαλαν στη συσσώρευση εμπειρίας που αξιοποιήθηκε στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα MRCA και στο Panavia Tornado, οπότε προσέφερε στην εξέλιξη της αεροπορικής τεχνολογίας. Παραμένει όμως αξιοσημείωτο ότι όλες οι ευρωπαϊκές προσπάθειες για μαχητικό αεροσκάφος κατακόρυφης αποπροσγείωσης, έγιναν κατά τις δεκαετίες 1960-70 και έκτοτε δεν έχει εμφανιστεί κάτι παρόμοιο.