Οι εκπρόσωποι της Νότιας Οσετίας, της Αμπχαζίας (δύο περιοχές της Γεωργίας υπό ρωσικό έλεγχο) και της Ρωσίας, εξέφρασαν έντονη ανησυχία για την επιταχυνόμενη (όπως είπαν) πορεία ενσωμάτωσης της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, κατά τη διάρκεια του 67ου γύρου των Διεθνών Συνομιλιών της Γενεύης για την Ασφάλεια και τη Σταθερότητα στον Νότιο Καύκασο, που ολοκληρώθηκε την 1η Ιουλίου, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με δήλωση της αντιπροσωπείας της Νότιας Οσετίας, που μετέδωσε και το ρωσικό πρακτορείο TASS, “οι στρατιωτικές ασκήσεις με συμμετοχή δυνάμεων του ΝΑΤΟ στο έδαφος της Γεωργίας συνιστούν παράγοντα που απειλεί την περιφερειακή σταθερότητα και ασφάλεια”. Οι συμμετέχοντες τόνισαν ότι η ομαλοποίηση της κατάστασης εξαρτάται από νομικά δεσμευτικές υποσχέσεις της Τιφλίδας για μη χρήση βίας εναντίον των δύο αποσχισμένων περιοχών.

Η δήλωση αυτή έρχεται σε μία κρίσιμη περίοδο, όπου η Γεωργία βρίσκεται στον 3ο χρόνο πολιτικής κρίσης μετά από αμφισβητούμενες βουλευτικές εκλογές και νέα εκλογή προέδρου, όπου κυριαρχεί το λαϊκιστικό κόμμα του “Γεωργιανού Ονείρου”. Το τελευταίο παρασκηνιακά ελέγχεται από τον “επίτιμο πρόεδρο” και ιδρυτή του, δισεκατομμυριούχο ολιγάρχη Μπιτζίνα Ιβανισβίλι.

Η χώρα είναι υποψήφια για ένταξη στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ (είχε λάβει το 2008 διαβεβαίωση όπως και η Ουκρανία, πως θα ενταχθεί κάποια στιγμή στη συμμαχία), αλλά ένα από τα μεγάλα ζητήματα των τελευταίων ετών -που έχει προκαλέσει και διαδηλώσεις από την αντιπολίτευση- είναι η κυβερνητική μεταστροφή που εκφράζει ευρωσκεπτικισμό για την ένταξη στην Ε.Ε. (δεν την αρνείται αλλά κατηγορεί την Ένωση για “εκβιασμούς” για μεταρρυθμίσεις), ενώ το ίδιο συμβαίνει και με την πιθανή πορεία προς το ΝΑΤΟ που κανείς δεν… βιάζεται να υλοποιήσει (ούτε τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας).

Επανάληψη του Ουκρανικού;

Οι ρωσικές προειδοποιήσεις για την υποτιθέμενη “πορεία της Γεωργίας προς το ΝΑΤΟ” (η οποία όπως είπαμε δεν επιβεβαιώνεται) είναι ανησυχητικές γιατί μοιάζουν πολύ έντονα με την εποχή πριν την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία. Όπου και τότε η φιλοδοξία του Κιέβου για ένταξη στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, χρησιμοποιήθηκε από τον Πούτιν ως πρόσχημα για την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση».

Έτσι κι αλλιώς οι σχέσεις Ρωσίας-Γεωργίας είναι προβληματικές εδώ και δεκαετίες. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Γεωργία επιδίωξε την ανεξαρτησία της και τη στροφή προς τη Δύση, ενώ η Μόσχα στήριξε αυτονομιστικές κινήσεις στις κυρίως ρωσόφωνες περιοχές Αμπχαζία και Νότια Οσετία. Ο -ελάχιστων ημερών- πόλεμος του Αυγούστου του 2008 αποτέλεσε την κορύφωση της διάστασης: η Ρωσία εισέβαλε στη μικρή Γεωργία που είχε κάνει το λάθος να επιχειρήσει τον έλεγχο των δύο περιοχών, τη συνέτριψε στρατιωτικά, αναγνώρισε την «ανεξαρτησία» τους και διατηρεί έκτοτε εκεί στρατιωτική παρουσία. Από τότε οι διμερείς σχέσεις ήταν παγωμένες, αν και τα τελευταία χρόνια έχουν αναθερμανθεί.

Συνοψίζοντας, σε αυτό το πολύ σύνθετο σκηνικό, το να εμφανίζεται η Ρωσία και να λέει (μαζί με τις Αμπχαζία και Νότια Οσετία τις οποίες ελέγχει απόλυτα), ότι “απειλείται η ασφάλεια της” από μια πιθανή ένταξη Γεωργίας στο ΝΑΤΟ, ενώ αυτό δεν συμβαίνει, δημιουργεί μεγάλη ένταση στον Καύκασο. Και σηματοδοτεί είτε μια προειδοποίηση της Μόσχας προς όλο τον περίγυρο της να “ξεχάσουν κάθε σχετική ιδέα”, είτε μπορεί -στο πιο ακραίο σενάριο- να είναι προεργασία νέας παρέμβασης στη Γεωργία, που μπορεί να πάρει πολλαπλές μορφές.

Χάρτης της Γεωργίας που δείχνει τις δύο αυτόνομες ρωσόφωνες περιοχές που ελέγχει η Ρωσία, πολιτικά και στρατιωτικά από το 2008: Με πράσινο η Αμπχαζία και με βυσσινί η Νότια Οσετία.

Το ιστορικό παράδοξο; Η ρωσική εισβολή στην Γεωργία το 2008 και η κατάληψη εδάφους που κρατά μέχρι σήμερα (ως υποτίθεται αποσχισμένες -αυτόνομης διοίκησης- περιοχές), θεωρείται ιστορικά ο… προπομπός της σημερινής σύγκρουσης Ρωσίας-Ουκρανίας. Καθώς από τότε η Ρωσία είχε “τεστάρει” τις διεθνείς ανοχές για πολεμική παρέμβαση σε γειτονική της χώρα, είχε διαπιστώσει ότι μπορεί να το κάνει με ελάχιστη αντίδραση, άρα με αυτό το σκεπτικό, χρόνια αργότερα δοκίμασε ένα παρόμοιο σενάριο στην Ουκρανία. Το οποίο όμως δεν απέδωσε μια “ταχεία λύση”, αλλά οδήγησε σε ένα μακροχρόνιο αιματηρό πόλεμο.