Στη Ρίγα της Λετονίας πέθανε στις 19 Ιουνίου, σε ηλικία 69 ετών ο Ρώσος δημοσιογράφος και πολιτικός πρόσφυγας Γκριγκόρι Νεχορόσεφ, γνωστός για τις αποκαλυπτικές έρευνές του και για τη σύγκρουσή του με το Κρεμλίνο. Τα τελευταία έντεκα χρόνια ζούσε στη Λετονία, όπου είχε εγκατασταθεί μετά την αποχώρησή του από τη Ρωσία.

Την είδηση του θανάτου του γνωστοποίησε η δημοσιογράφος και μπλόγκερ Μποζένα Ρίνσκα. Σύμφωνα με την ίδια, ο Νεχορόσεφ δηλητηριάστηκε από άγρια μανιτάρια που είχε συλλέξει κοντά στο σπίτι του. Ωστόσο, οι λετονικές αρχές δεν έχουν ακόμη ανακοινώσει αίτια θανάτου και αναμένονται τα αποτελέσματα της ιατροδικαστικής εξέτασης.

Ο Γκριγκόρι Νεχορόσεφ ήταν απόφοιτος της Σχολής Δημοσιογραφίας του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας και εργάστηκε σε αρκετά γνωστά ρωσικά μέσα ενημέρωσης. Υπήρξε μεταξύ άλλων ανταποκριτής της ρωσικής υπηρεσίας του BBC και αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Moskovsky Korrespondent».

Το όνομά του έγινε γνωστό διεθνώς το 2008, όταν η εφημερίδα που διηύθυνε, δημοσίευσε πρώτη τις πληροφορίες για την φημολογούμενη σχέση του Βλαντίμιρ Πούτιν με την πρώην Ολυμπιονίκη γυμνάστρια Αλίνα Καμπάεβα. Λίγο μετά τη δημοσίευση του άρθρου, η εφημερίδα έκλεισε και ο Νεχορόσεφ κλήθηκε επανειλημμένα για ανακρίσεις από τις ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας.

Αργότερα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρωσία και να ζητήσει πολιτικό άσυλο στο εξωτερικό. Στον δημοσιογραφικό χώρο απέκτησε τη φήμη ενός από τους πιο έντονους επικριτές του Κρεμλίνου, ενώ αρκετοί συνάδελφοί του τον αποκαλούσαν «προσωπικό εχθρό του Πούτιν».

Φίλοι και συνεργάτες του χαρακτηρίζουν τον θάνατό του αιφνίδιο. Ο δημοσιογράφος Αντρέι Μάλγκιν, σχολιάζοντας την είδηση, υπενθύμισε ότι ο Νεχορόσεφ είχε αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στη ρωσική ερευνητική δημοσιογραφία και είχε βρεθεί στο επίκεντρο σημαντικών πολιτικών αποκαλύψεων.