Η Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές μεταβάσεις της ιστορίας της. Η είσοδος των Rafale, ο εκσυγχρονισμός του στόλου των F-16 σε επίπεδο Viper και η μελλοντική ένταξη των F-35 δημιουργούν ένα εξαιρετικά ισχυρό αλλά ταυτόχρονα σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποια αεροσκάφη διαθέτει μια αεροπορία, αλλά κατά πόσο αυτά μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους, να ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα μάχης. Αυτή τη φιλοσοφία επιχειρεί να υπηρετήσει η νέα γενιά του ατρακτιδίου Sniper NTP (Networked Targeting Pod) της Lockheed Martin.

Ως ΠΤΗΣΗ, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με την Stacy Kubicek, Vice President και General Manager του τομέα Sensors & Global Sustainment της Lockheed Martin Missiles & Fire Control, ενός από τα πλέον υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής εταιρείας στον χώρο των προηγμένων αισθητήρων, των ISR συστημάτων και των πολυχωρικών επιχειρήσεων. Η ίδια έχει πολυετή εμπειρία τόσο στον τομέα των αμυντικών αισθητήρων όσο και των διαστημικών συστημάτων της Lockheed Martin, και εξελίσσει την έννοια της δικτυοκεντρικής μάχης και της αξιοποίησης τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση επιχειρησιακών δεδομένων.

Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο μέλλον του Sniper, στις δυνατότητές του και στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει στο μέγιστο βαθμό τις επενδύσεις που πραγματοποιεί στα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη της.

Το βασικό ερώτημα που θέσαμε ήταν πως μπορεί ένα σύστημα όπως το Sniper να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ των ελληνικών F-35 και του στόλου των F-16V, αλλά και ποια θα ήταν η αξία ενός κοινού ατρακτιδίου για Rafale και Viper;

Το Sniper βρίσκεται σε υπηρεσία εδώ και πολλά χρόνια και έχει αποδείξει την αξία του σε πληθώρα επιχειρησιακών περιβαλλόντων. Ωστόσο, όπως εξήγησε η κ. Kubicek, η πραγματική πρόκληση για τη Lockheed Martin ήταν να διασφαλίσει ότι το σύστημα θα παραμείνει επίκαιρο απέναντι στις νέες απειλές και στις απαιτήσεις του σύγχρονου πεδίου μάχης. «Αν δεν εξελίσσεσαι ταχύτερα από την απειλή, χάνεις τη σημασία σου», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Από αυτή τη φιλοσοφία προέκυψε η εξέλιξη του κλασικού Sniper προς το Networked Targeting Pod, μια νέα γενιά που δεν περιορίζεται πλέον στην αναγνώριση και στοχοποίηση στόχων. Η Lockheed Martin επιχειρεί ουσιαστικά να μετατρέψει το ατρακτίδιο σε έναν κόμβο συλλογής, επεξεργασίας και διανομής δεδομένων στο πεδίο της μάχης. «Δεν μιλάμε πλέον απλώς για ένα targeting pod. Μιλάμε για ένα σύστημα που λειτουργεί ως μέρος του δικτύου μάχης», υπογράμμισε η κ. Kubicek.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης αφορούσε τη δυνατότητα διασύνδεσης μαχητικών 5ης και 4ης γενιάς. Η Lockheed Martin θεωρεί ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των αεροποριών που αποκτούν F-35 είναι η αξιοποίηση των πληροφοριών που συλλέγει το αεροσκάφος, από τον υπόλοιπο στόλο. «Τα F-35 διαθέτουν εξαιρετικές δυνατότητες συλλογής και σύνθεσης επιχειρησιακών δεδομένων, ωστόσο η μετάδοση μέρους αυτών των πληροφοριών προς τις υπόλοιπες φίλιες δυνάμεις εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση όταν τα αεροσκάφη επιχειρούν σε περιβάλλον υψηλής απειλής.» Η νέα γενιά του Sniper φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος κόμβος που θα επιτρέπει τη μεταφορά κρίσιμων δεδομένων από τα F-35 προς τα F-16V και άλλες πλατφόρμες.

«Όταν το F-35 επιχειρεί μπροστά από τον υπόλοιπο σχηματισμό, μπορεί να μεταφέρει κρίσιμες πληροφορίες στα μαχητικά 4ης γενιάς ώστε αυτά να αξιοποιήσουν τα δικά τους όπλα και αισθητήρες». Οπότε έχουμε εφαρμογή της φιλοσοφίας sensor-to-shooter, όπου η πληροφορία μετατρέπεται ταχύτατα σε επιχειρησιακό αποτέλεσμα.

Το Rafale και το ελληνικό πλεονέκτημα

Ένα σημείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον είναι ότι το Sniper δεν αποτελεί πλέον λύση αποκλειστικά για αμερικανικής προέλευσης αεροσκάφη. Όπως επιβεβαιώθηκε στη συζήτηση, το ατρακτίδιο έχει ήδη πιστοποιηθεί στο Rafale μέσω της Αεροπορίας του Κατάρ. Οπότε εφόσον η Πολεμική Αεροπορία επιθυμούσε την υιοθέτηση του, υπάρχει τεχνογνωσία και για το γαλλικό μαχητικό, ενώ θα μπορούσε να εξεταστεί η χρήση κοινού ατρακτιδίου τόσο στα F-16V όσο και στα Rafale. Μια τέτοια προσέγγιση θα προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα σε επίπεδο:

  • εκπαίδευσης,
  • υποστήριξης,
  • διαλειτουργικότητας,
  • κοινών διαδικασιών επιχειρήσεων.

Σε μια εποχή όπου το κόστος υποστήριξης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, η δυνατότητα αξιοποίησης κοινών συστημάτων σε διαφορετικές πλατφόρμες αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.

Rafale του Κατάρ που φέρουν ατρακτίδια Sniper

Counter-UAS: Η νέα επιχειρησιακή απαίτηση

Η συζήτηση ανέδειξε και τη διάσταση αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροχημάτων. Οι συγκρούσεις των τελευταίων ετών έχουν καταδείξει ότι τα UAV αποτελούν πλέον μία από τις σημαντικότερες απειλές στο σύγχρονο πεδίο μάχης. Η Lockheed Martin θεωρεί ότι κάθε σύγχρονη αεροπορία οφείλει να διαθέτει αξιόπιστες δυνατότητες Counter-UAS. Η Stacy Kubicek αναφέρθηκε στις δοκιμές που έχουν πραγματοποιηθεί με τη χρήση κατευθυνόμενων ρουκετών APKWS για την αναχαίτιση UAV, με το Sniper να λειτουργεί ως βασικός αισθητήρας εντοπισμού και εμπλοκής στόχων. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που επιχειρεί σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, οι δυνατότητες αυτές αποκτούν σημασία, δεδομένου του γεγονότος πως ο συγκεκριμένος τρόπος αντιμετώπισης drones αποτελεί έναν από τους πλέον οικονομικούς σε απόλυτα μεγέθη.

Ρωτήσαμε την κ. Kubicek πώς οραματίζεται το Sniper σε ορίζοντα πέντε ή δέκα ετών, σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνητή νοημοσύνη και οι πολυχωρικές επιχειρήσεις αλλάζουν τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, «Το επίκεντρο των επιχειρήσεων του αύριο είναι τα δεδομένα. Η συλλογή, η μεταφορά, η επεξεργασία και η αξιοποίησή τους αποτελούν τη βάση των Multi-Domain Operations». Στο πλαίσιο αυτό, η Τεχνητή Νοημοσύνη αναμένεται να διαδραματίσει ολοένα σημαντικότερο ρόλο — από την αυτόματη αναγνώριση στόχων μέχρι την υποστήριξη λήψης αποφάσεων και τη μείωση του χρόνου μεταξύ εντοπισμού και προσβολής ενός στόχου.

Τεχνητή Νοημοσύνη και Multi-Domain Operations

Συνεργασία με την ελληνική αμυντική βιομηχανία

Ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτηση της Lockheed Martin σχετικά με την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας μέσω υποχρεωτικής ελληνικής συμμετοχής (25% ως ελάχιστο) στα εξοπλιστικά προγράμματα. εμφανίστηκε απολύτως θετική απέναντι σε αυτή την προοπτική, υπενθυμίζοντας ότι συνεργάζεται εδώ και δεκαετίες με ελληνικές βιομηχανίες τόσο στο πρόγραμμα του F-16 όσο και στην κατασκευή τμημάτων των μεταγωγικών C-130. «Η μεταφορά τεχνογνωσίας, η εκπαίδευση προσωπικού και η δυνατότητα υποστήριξης συστημάτων εντός χώρας είναι προς όφελος όλων». Παράλληλα, η Lockheed Martin εμφανίστηκε ανοιχτή σε συνεργασίες με ελληνικά πανεπιστήμια, εταιρείες τεχνολογίας και φορείς ανάπτυξης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης.

Το διακύβευμα για την Πολεμική Αεροπορία

Πέρα από τις τεχνικές λεπτομέρειες, η συζήτηση ανέδειξε ένα ευρύτερο συμπέρασμα: η Πολεμική Αεροπορία έχει επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ σε Rafale, F-16V και F-35. Χωρίς όμως ένα σύγχρονο ατρακτίδιο στοχοποίησης τελευταίας γενιάς και χωρίς τα κατάλληλα όπλα ακριβείας που θα επιτρέψουν την πλήρη αξιοποίηση των αισθητήρων και των δεδομένων τους, σημαντικό μέρος αυτής της επένδυσης παραμένει αναξιοποίητο. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι μόνο ποιο ατρακτίδιο θα επιλεγεί στο μέλλον, αλλά πόσο γρήγορα η Ελλάδα θα αποκτήσει μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αισθητήρων, όπλων και δικτύων που θα επιτρέπει στα Rafale, στα F-16V και στα F-35 να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα μάχης.

Αυτό ίσως είναι και το μήνυμα που προκύπτει από τη συνέντευξη της Stacy Kubicek. Στον πόλεμο του αύριο, η υπεροχή δεν θα κρίνεται μόνο από το ποιος διαθέτει τα καλύτερα αεροσκάφη, αλλά από το ποιος θα καταφέρει να μετατρέψει ταχύτερα την πληροφορία σε επιχειρησιακό αποτέλεσμα.