Το Thales Sea Fire είναι το μεγάλο πλεονέκτημα των ελληνικών φρεγατών κλάσης ΚΙΜΩΝ, με τεχνολογία AESA και πομποδέκτες νιτριδίου του γαλλίου, προσφέροντας τρισδιάστατη εικόνα μεγάλου όγκου, με δυνατότητα για παρακολούθηση πολλών ιχνών και υποστήριξη των αντιαεροπορικών πυραύλων Aster 30. Ενώ το σύστημα διαχείρισης μάχης SETIS αξιοποιεί τα δεδομένα του, για να “χτίσει” μια συνεκτική εικόνα που θα διανέμεται (μέσω Link 16/22) σε όλο το Στόλο.
Η τεχνική λεπτομέρεια που συζητάμε εδώ είναι η ζώνη συχνοτήτων του ραντάρ. Το Sea Fire λειτουργεί στη μπάντα S, δηλαδή στην περιοχή περίπου 2 έως 4 GHz, με μήκος κύματος που θεωρείται ιδανικό για έρευνα και έγκαιρη προειδοποίηση σε μεγάλη εμβέλεια καθώς και στην ιχνηλάτηση πολλών στόχων. Η S έχει αξιόπιστη απόδοση σε κακό καιρό και δημιουργεί ισχυρή βάση για αεράμυνα περιοχής.
Να εξηγήσουμε όμως εδώ πως η μέγιστη εμβέλεια ενός ραντάρ (στα 300+ χιλιόμετρα για το Sea Fire), συχνά οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα όταν ξεχνάμε τις βασικές αρχές της γεωμετρίας. H μέγιστη εμβελεια αφορά ανίχνευση αεροσκαφών κάποιου μεγέθους σε αρκετό ύψος πτήσης. Αντίθετα όταν έχουμε εναέριο στόχο μικρού μεγέθους που κινείται στα λίγα μέτρα πάνω από τη θάλασσα, αυτός ανιχνεύεται πολύ πιο κοντά. Αυτό οφείλεται στην καμπυλότητα της Γης, που περιορίζει τον ορίζοντα ανίχνευσης σε χαμηλό ύψος. Ενώ πάλι σε μικρό ύψος αυξάνεται λόγω ανακλάσεων ο ηλεκτρομαγνητικός “θόρυβος” στα σήματα του ραντάρ (το clutter), και που επίσης δυσχεραίνει την ακριβή στοχοποίηση.

Έτσι μια κεραία ραντάρ τοποθετημένη π.χ. σε ιστό 25 έως 30 μέτρών, όταν επιχειρεί να εντοπισει ένα στόχο που πετά στα 5 έως 10 μέτρα από την επιφάνεια, το όριο ανίχνευσης πέφτει σε λίγες δεκάδες χιλιόμετρα. Αυτό σημαίνει ότι η μάχη απέναντι σε χαμηλά ιπτάμενα drones, περιφερόμενα πυρομαχικά και μικρά σκάφη επιφανείας, αρχίζει σε αποστάσεις όπου ο χρόνος αντίδρασης μικραίνει δραματικά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η FDI συνεχίζει να αποδίδει σημαντικά ενώ οι κύριοι αντιαεροπορικοί πύραυλοι του σκάφους, οι Aster 30, έχουν ενεργό ερευνητή ραντάρ στην τελική φάση έρευνας. Όμως η μετατροπή αυτού του ίχνους σε εντολή βολής υψηλής ακριβείας για πυροβόλα και πιθανώς για πύραυλο εγγύς άμυνας είναι πιο απαιτητική αποστολή.
Η ελληνική FDI έχει βέβαια και άλλα εργαλεία για το τελικό στάδιο της εμπλοκής, καθώς το ραντάρ πυρός STIR 1.2 EO Mk2 και η κάμερα PASEO XLR μπορούν να δώσουν βοήθεια στον εντοπισμό. Αλλά αυτό ισχύει για έναν μόνο στόχο κάθε φορά για κάθε αισθητήρα. Αν όμως οι στόχοι είναι περισσότεροι, τότε μπορεί να εμφανιστεί χρονική υστέρηση στη συνεχόμενη εμπλοκή. Περαιτέρω αν οι απειλές έρχονται από μια διεύθυνση, η φρεγάτα μπορεί να οργανώσει αλληλουχία εμπλοκών με το 76άρι πυροβόλο, τα τηλεχειριζόμενα πυροβόλα των 20 χιλιοστών και τον εκτοξευτή πυραύλων εγγύς άμυνας RAM. Αν όμως μικρά drones και περιφερόμενα πυρομαχικά εμφανιστούν ταυτόχρονα από διαφορετικές διευθύνσεις, δηλαδή έχουμε επίθεση κορεσμού και εδώ μπορεί να υπάρξει πρόβλημα απόκρισης.
Επιστρέφοντας στην ενεργητική άμυνα ο εκτοξευτής RAM στις ελληνικές FDI παραμένει σημαντικό όπλο, με ταχύτητα αντίδρασης και fire and forget φιλοσοφία που έχει τεράστια αξία απέναντι σε αντιπλοϊκούς πυραύλους ή άλλες εισερχόμενες απειλές. Η χρήση πυραύλου όμως απέναντι σε κάθε μικρό drone φέρνει θέμα κόστους και αποθεμάτων. Για αυτό η σύγχρονη εγγύς άμυνα στρέφεται ξανά στα πυροβόλα, στα προγραμματιζόμενα πυρομαχικά και στους αισθητήρες που μπορούν να τους δώσουν δεδομένα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Άρα, το ζητούμενο είναι να έχουμε ένα συνεχές “κύμα” στοχοποίησης σε 360 μοίρες για χρήση στα πυροβόλα. Οπότε ανάμεσα στα δύο επίπεδα εντοπισμού, μεταξύ Sea Fire και μικρότερων αισθητήρων, υπάρχει και “χώρος” και ανάγκη για έναν ακόμη, προσανατολισμένο σε στόχους μικρού μεγέθους και σε χαμηλό ύψος.
Το σουηδικό Giraffe 1X ως συμπλήρωμα του Sea Fire
Η σουηδική διαμόρφωση της φρεγάτας FDI απαντά σε αυτό το σημείο. Καθώς προσθέτει στο σκάφος το Saab Giraffe 1X σε ναυτική έκδοση, ένα ελαφρύ περιστρεφόμενο 3D AESA ραντάρ, σε μπάντα X, στα 8–12 GHz, που προσφέρει υψηλή ανάλυση εντοπισμού σε μικρή ακτίνα, γύρω στα 100 χιλιόμετρα.
Το Giraffe 1X στην ναυτική του έκδοση σαρώνει το χώρο πλησίον του πλοίου, και μπορεί να δίνει γρήγορα τρισδιάστατα δεδομένα βολής για χαμηλής διατομής εναέριους και επιφανειακούς στόχους σε παράκτιο περιβάλλον. Έτσι το σύνολο των πυροβόλων του σκάφους, έχει και άλλη πηγή δεδομένων στοχοποίησης (στην σουηδική εκδοχή αυτά θα είναι το κύριο πυροβόλο των 57 χιλιοστών, το δευτερεύον Bofors 40 Mk4 και δύο μικρότερα Trackfire).

Το Bofors των 40 χιλιοστών έχει ιδιαίτερη αξία εδώ, επειδή τα προγραμματιζόμενα πυρομαχικά 3P που αξιοποιεί, προσφέρουν οικονομική απάντηση για drones, μικρά σκάφη και στόχους που πλησιάζουν γρήγορα και χαμηλά. Οπότε η σουηδική επιλογή δείχνει διαφορετική προτεραιότητα με περισσότερη έμφαση στη κοντινή άμυνα με πυροβόλα και με έναν αισθητήρα ραντάρ, σε μπάντα X, που τα υπηρετεί.

Το ίδιο σκεπτικό για αυξημένη εγγύς άμυνα, φωτίζει…
Η συνέχεια στο Naval Defence