Σε ένα εκφυλιστικό σκηνικό, γερμανικά στρατεύματα οργάνωσαν το 1941 στις Θερμοπύλες, ένα σόου-αναβίωσης της ιστορικής μάχης μεταξύ Περσών και Σπαρτιατών, ραμμένο στα μέτρα της ναζιστικής ιδεολογίας και με νότες βαγκνερικής υπερβολής!
Είχε προηγηθεί η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα και η ηρωϊκή άμυνα στη μάχη των οχυρών στις αρχές Απριλίου 1941, οπότε ο ελληνικός στρατός και η βρετανική εκστρατευτική δύναμη (Force W), άρχισαν να υποχωρούν από την Μακεδονία και την Ήπειρο, εκτελώντας επιβραδυντικό αγώνα, όπου αυτό ήταν δυνατόν.

Στις 24 Απριλίου, τμήματα της 19ης Αυστραλιανής και της 6ης Νεοζηλανδικής ταξιαρχίας καλύπτουν τα περάσματα του Μπράλου και των Θερμοπυλών αντίστοιχα, δίνοντας χρόνο στις υπόλοιπες δυνάμεις να εκκενωθούν από το λιμάνι του Βόλου. Την τοποθεσία πλήττουν γερμανικές μονάδες της 6ης Μεραρχίας Ορεινών Κυνηγών με την υποστήριξη αρμάτων μάχης και αεροσκαφών. Μετά από ολοήμερη μάχη και σημαντικές απώλειες, οι Σύμμαχοι υποχωρούν στη Θήβα και η νέα μάχη των Θερμοπυλών -η έβδομη στα τελευταία 2.500 χρόνια- τελειώνει.
Το Μάιο ακολουθεί η κατάληψη της Κρήτης, όπου θα αποδεκατιστεί η επίλεκτη γερμανική Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών. Ενισχύσεις έρχονται από τις δυνάμεις ορεινού αγώνα (Gebirgsjaeger), που ρίχνονται στη μάχη καταδίωξης των συμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες διαφεύγουν προς μικρούς λιμένες και όρμους στις νότιες παραλίες του νησιού. Μέχρι την 1η Ιουνίου, πάνω από 16.000 Βρετανοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες εκκενώνονται ενώ άλλοι 12.000 αιχμαλωτίζονται.

Παρά τις μεγάλες απώλειες τους, οι Γερμανοί γιορτάζουν την πτώση της Κρήτης. Οπότε, οι μονάδες Ορεινών Κυνηγών επιστρατεύονται από τις υπηρεσίες προπαγάνδας για να οργανώσουν μια αναπαράσταση στο αρχαίο πεδίο μάχης των Θερμοπυλών. Εκεί παρέστησαν υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Γερμανικού Στρατού όπως ο Στρατάρχης Βίλχεμ Λίστ, διοικητής της 12ης Στρατιάς που επιτέθηκε και κατέβαλε τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα.
Έτσι έγινε αναβίωση της μάχης του 480 π.Χ. με τους Γερμανούς και στο ρόλο των Σπαρτιατών με πανοπλίες-κοστούμια εποχής αλλά και των Περσών, ντυμένοι όμως εδώ ως αφρικανοί φυλάρχοι, βαμμένοι μάλιστα με μαύρο χρώμα!

Η αναπαράσταση των Ναζί ήταν ένα πανηγύρι ιστορικής παραποίησης, αφού οι «Σπαρτιάτες» εμφανίζονται να επικρατούν, ως προμήνυμα της ναζιστικής ανωτερότητας και της τελικής νίκης κατά των «εκφυλισμένων» (για αυτό και η εμφάνιση των Περσών ως Αφρικανών). Τέλος, μετά το θέαμα, ακολούθησαν αθλητικοί αγώνες μεταξύ των στρατιωτικών μονάδων.

Βέβαια, η φάρσα αυτή είχε στόχο να καπηλευτούν την ελληνική ιστορία προς όφελος του αφηγήματος του ναζισμού. Οι Ναζί άλλωστε ήθελαν εν μέρει να παρουσιάζονται ως «σύγχρονοι Σπαρτιάτες», φορείς ενός πολιτικο-στρατιωτικού συστήματος που προάγει την πειθαρχία, την συστράτευση και τον αγώνα για τα ιδανικά, αλλά πλέον για την επικράτηση της Αρείας φυλής. Μάλιστα θεωρούσαν – στο μυθολογικό τους παραλήρημα- πως οι Δωριείς είναι «αρχαίοι Άρειοι» και προέρχονταν από την πρωτογενή «ανώτερη φυλή» που είχε εξελιχθεί στο γερμανοσκανδιναβικό χώρο. Η ναζιστική ιστορική ψευδοεπιστήμη είχε φθάσει κιόλας και σε εκτεταμένες μελέτες και δημοσιεύσεις σχετικά, με τον θεωρητικό της φυλετικής θεωρίας, Άλφρεντ Ροζενμπέργκ, να μιλά για «γενετική σχέση Γερμανών και Ελλήνων».

Δεν γνωρίζουμε ποιός είχε την έμπνευση να διοργανώσει αυτό το θέαμα. Βέβαια, είχαν προηγηθεί στην Ελλάδα οι «Δελφικές Γιορτές» το 1927 και το 1930, που είχαν διοργανώσει ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός και η σύζυγος του και χορογράφος, Εύα Palmer-Σικελιανού. Με θεατρικές παραστάσεις αρχαίου δράματος, πυρρίχιο χορό από «πολεμιστές», απαγγελίες κ.ο.κ. Οι εκδηλώσεις είχαν συγκεντρώσει πολλούς ξένους ιστορικούς και μελετητές, υπήρξε ενθουσιώδης αναμετάδοση σε διεθνή Μέσα, οπότε ίσως από εκεί να πάρθηκε η ιδέα από τους Ναζί, χρόνια αργότερα. Βέβαια η πολεμοχαρής και έντονου κιτς ναζιστική αναπαράσταση του 1941 ήταν στον αντίποδα της αντίληψης του Σικελιανού, που οραματιζόταν μια διεθνή πνευματική συσπείρωση και συναδέλφωση πάνω στο αρχαιοελληνικό πνεύμα και το ειρηνικό μήνυμα της δελφικής ιδέας.

Η φάρσα των Γερμανών στις Θερμοπύλες δεν είχε συνέχεια. Ο ελληνικός λαός δεν αντέδρασε, υπό το σοκ της ήττας, ενώ ο Τύπος της εποχής, πλήρως ελεγχόμενος, αναπαρήγαγε όσα οι κατοχικές αρχές του υπαγόρευσαν. Η ιστορία πάντως μένει ως δίδαγμα πως η καπήλευση της ιστορίας μόνον ως τραγική παρωδία μπορεί να καταλήξει.