Ταχύτερα κατά έξι μήνες από το χρονοδιάγραμμα γίνεται η έναρξη ναυπήγησης του τρίτου γερμανικού πλοίου παρακολούθησης, κλάσης 424, προχωρώντας στην κοπή ελάσματος στο ναυπηγείο Peene-Werft στο Wolgast στις 16 Απριλίου 2026. Ήδη τα δύο πρώτα σκάφη είναι υπό κατασκευή από το 2025.
Τα πλοία κλάσης 424 αποτελούν εξειδικευμένες πλατφόρμες Συλλογής Πληροφοριών-Ηλεκτρονικής Παρακολούθησης-Αναγνώρισης (Intelligence, Surveillance, Reconnaissance-ISR), σχεδιασμένες για αποστολές SIGINT, COMINT και ELINT. Με εκτόπισμα άνω των 4.000 τόνων και μήκος περίπου 130 μέτρων, υπερτερούν σημαντικά των παλαιότερων της κλάσης Oste που αντικαθιστούν, προσφέροντας αυξημένη χωρητικότητα αισθητήρων και προηγμένες δυνατότητες επεξεργασίας δεδομένων.

Κεντρικό χαρακτηριστικό της σχεδίασης είναι η ενσωμάτωση εξελιγμένων συστημάτων επιτήρησης του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Τα σκάφη θα μπορούν να εντοπίζουν, να υποκλέπτουν και να αναλύουν εκπομπές ραντάρ και επικοινωνιών, μεταδίδοντας σε πραγματικό χρόνο κρίσιμα δεδομένα σε διακλαδικά και συμμαχικά δίκτυα. Η δυνατότητα παρατεταμένης παραμονής σε περιοχές ενδιαφέροντος, όπως η Βαλτική και ο Βόρειος Ατλαντικός, προσδίδει σαφές επιχειρησιακό πλεονέκτημα έναντι εναέριων μέσων.
Παράλληλα, θα υποστηρίζουν επιχειρήσεις κυβερνοηλεκτρομαγνητικού φάσματος σε συνεργασία με την Υπηρεσία Κυβερνοχώρου και Πληροφοριών (CIR), τον νεότερο κλάδο των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενισχύοντας τον ρόλο τους όχι μόνο ως παθητικοί συλλέκτες πληροφοριών αλλά και ως ενεργοί κόμβοι στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Το Γερμανικό Ναυτικό αναγνώρισε την ανάγκη ναυπήγησης νέων πλοίων για την αντικατάσταση της κλάσης Oste το 2021 με το συμβόλαιο να ανατίθεται στον ναυπηγικό όμιλο NVL (θυγατρική της Rheinmetall) και την εμπλοκή τριών ναυπηγείων στην κατασκευή τους: τα Peene-Werft θα αναλάμβαναν την κατασκευή του προσθίου μέρους του κύτους, τα Luerssen Werft το κυρίως και την πρύμνη όπως και τη συνένωση των δύο τμημάτων και τα Blohm & Voss θα αναλαμβάνουν τον εξοπλισμό τους.

Το κόστος του προγράμματος πάντως εκτοξεύτηκε από τα αρχικά 2,1 στα 3,3 δισεκατομμύρια ευρώ.