Στην αποκάλυψη ρωσικής επιχείρησης παρεμβολής σε υποθαλάσσια καλώδια στον Βόρειο Ατλαντικό, αναφέρθηκε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο υπουργός Aμύνης του Ηνωμένου Βασιλείου, John Healey. Ο ίδιος έδωσε τα εύσημα στις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις για την επιτυχία αποστολής που συνολικά κράτησε ένα μήνα και κατέληξε με την παρακολούθηση, αποκάλυψη και τελικά εκδίωξη ενός ρωσικού επιθετικού υποβρυχίου κλάσης Akula, καθώς και δύο μικρότερων υποβρυχίων υποθαλάσσιων ερευνών σε μεγάλα βάθη, της ρωσικής Διεύθυνσης Ερευνών Βαθέων Υδάτων (Glavnoye Upravlenie Glubokovodnikh Issledovanii, GUGI), ενός ιδιαίτερα διαβαθμισμένου αμυντικού οργανισμού του Ρωσικού Ναυτικού. Στις προσπάθειες ενεπλάκη και η Νορβηγία σύμφωνα με δήλωση του υπουργού Αμύνης της, Tore Sandvik, με ένα αεροσκάφος και μία φρεγάτα.
Το επιθετικό υποβρύχιο εκτιμάται ότι λειτούργησε ως στοιχείο παραπλάνησης, επιχειρώντας να αποσπάσει την προσοχή των βρετανικών δυνάμεων ανθυποβρυχιακού πολέμου, ενώ τα εξειδικευμένα μέσα της GUGI ενδέχεται να εκτελούσαν αποστολές χαρτογράφησης ή και παγίδευσης κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών.
Η GUGI είναι γνωστή για τη χρήση βαθυσκάφων και ειδικών πλατφορμών ικανών να επιχειρούν σε μεγάλα βάθη, με αποστολές που εκτείνονται από τεχνική επιτήρηση έως και προετοιμασία επιχειρήσεων δολιοφθοράς. Οι Ρώσοι υδροναύτες, επιχειρούν σε βάθη 500-6.000 μέτρων τοποθετώντας και συντηρώντας υποθαλάσσιους αγωγούς και καλώδια για το ρωσικό ναυτικό, αλλά και εγκαθιστώντας υδρόφωνα και συσκευές παρακολούθησης σε καλώδια επικοινωνιών. Επίσης συλλέγουν τμήματα πυραύλων και διαστημοπλοίων που κατέπεσαν στο βυθό της θάλασσας. Οι ίδιοι πιστώνονται με ειδικές επιχειρήσεις κατασκοπείας στο νορβηγικό και σουηδικό πυθμένα.

Τωρινή έδρα της GUGI θεωρείται η ναυτική βάση στον κόλπο Olenya (κόλπος των Ελαφιών), στη χερσόνησο Kola κοντά στη θάλασσα του Μπάρεντς. Το βρετανικό υπουργείο αμύνης δημοσιοποίησε δορυφορικές φωτογραφίες από τη ρωσική βάση, μέρες πριν την επιχείρηση, που εμφανίζουν ένα υποβρύχιο κλάσης Akula και συναφή υποβρύχια-βαθυσκάφη της GUGI καθώς και το ερευνητικό πλοίο Yantar, που επίσημα χαρακτηρίζεται “πλοίο συλλογής πληροφοριών ειδικού σκοπού” και δρα ως μητρικό σκάφος για βαθυσκάφη κλάσης Rus (Projekt 16810) και Consul (Projekt 16811).

Η αντίδραση του Λονδίνου κατά το περιστατικό υπήρξε άμεση και πολυεπίπεδη. Η φρεγάτα HMS St. Albans, κλάσης Type 23, υποστηριζόμενη από το πλοίο ανεφοδιασμού RFA Tidespring, ελικόπτερα Merlin και αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P-8 Poseidon, ανέλαβαν τη συνεχή παρακολούθηση των ρωσικών μονάδων.

Ιδιαίτερη έμφαση πλέον δίνεται στις υποδομές ζωτικής σημασίας, όπως υποθαλάσσια καλώδια δεδομένων και ενεργειακοί αγωγοί. Μέσω των καλωδίων αυτών διακινείται το 95% της παγκόσμιας κίνησης του Διαδικτύου, μεγάλο μέρος τραπεζικών και οικονομικών ηλεκτρονικών συναλλαγών και βέβαια κάθε είδους τηλεπικοινωνίες, ανάμεσα τους και στρατιωτικές. Με άλλα λόγια, τα δίκτυα αυτά αποτελούν τον «αόρατο σκελετό» της παγκόσμιας οικονομίας και της στρατηγικής επικοινωνίας, γεγονός που τα καθιστά ελκυστικούς στόχους σε περιβάλλον υβριδικών επιχειρήσεων.
