Καθώς πλησιάζει η παραλαβή του πρώτου ελληνικού αναβαθμισμένου αεροσκάφους ναυτικής συνεργασίας, P-3B, κάπου 11 χρόνια μετά την σχετική σύμβαση του 2015 (επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η αρχική απόφαση είχε παρθεί από την προηγούμενη, ΠΑΣΟΚ-ΝΔ), σε μια διαδρομή που μόνο ως αποτυχημένη -και έως και σκανδαλώδης-, μπορεί να χαρακτηριστεί, αξίζει να δούμε τι έπραξε η Πορτογαλική Αεροπορία για να ανανεώσει το δικό της στόλο, από παρόμοια αεροσκάφη.

Να θυμίσουμε αρχικά, πως η ελληνική επιλογή για ριζική αναβάθμιση 4 αεροσκαφών P-3B, και επαναφοράς σε πτητική κατάσταση ενός (ως μεταβατικού-εκπαιδευτικού), κόστισε 500 εκατ. δολάρια. Tα οποία έχουν πληρωθεί στο σύνολο τους εδώ και χρόνια, ενώ πιθανά να υπάρξουν και άλλες χρεώσεις μετά την πολυετή καθυστέρηση του όλου προγράμματος. Το οποίο υποτίθεται ότι θα άρχιζε να παραδίδει αεροσκάφη από το 2017…

Η αποδοτική μέθοδος των “ψαράδων”

Η Πορτογαλική Αεροπορία λοιπόν είχε μια παρόμοια επιλογή με την ελληνική καθώς στηρίχθηκε σε μεταχειρισμένα αεροσκάφη P-3 Orion. Η δική της μέθοδος όμως ήταν διαφορετική καθώς προμηθεύθηκε τα αεροσκάφη σε 3 παρτίδες, από 3 διαφορετικές χώρες, κι όμως κατάφερε να συντηρήσει τον συγκεκριμένο στόλο σε λειτουργία και με συνεχείς αναβαθμίσεις.

Έτσι αρχικά πήραν (ως πρώτη παρτίδα), έξι μεταχειρισμένα P-3B από την Αυστραλιανή Αεροπορία, τα οποία παρέλαβαν το 1988-89. Με συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας αεροπορικής συντήρησης, της OGMA, πέρασαν από αναβάθμιση σε ένα νέο πρότυπο, το P-3P (Portugal), και παρέμειναν σε υπηρεσία έως το 2011, οπότε και αποσύρθηκαν.

Τα αυστραλιανά, αντικατέστησαν 5 (παρελήφθησαν το 2006), πάλι μεταχειρισμένα, P-3C, από την Ολλανδία, τα οποία όμως είχαν περάσει από πρόγραμμα αναβάθμισης, και δύο είχαν μάλιστα φθάσει στο επίπεδο CUP (Capability Upkeep Program). Σταδιακά η Πορτογαλία αναβάθμισε το σύνολο των 5 αεροσκαφών στο επίπεδο CUP+ και αυτά υπηρετούν έως σήμερα, ενώ πέρασαν από το 2023 ένα ακόμη πρόγραμμα αναβάθμισης, με την συνεργασία της General Dynamics Mission Systems-Canada.

Ακολούθησε 3η παρτίδα, ξανά μεταχειρισμένων. Αυτή τη φορά η συμφωνία έγινε το 2023, με το Γερμανικό Ναυτικό, για την παραλαβή 6 P-3C Orion, της έκδοσης CUP II (Capability Upkeep Program II). Μαζί με τα 6 αεροσκάφη, οι Πορτογάλοι πήραν και ένα πακέτο ανταλλακτικών, εξοπλισμό και προσομοιωτές. Κόστος; Μόλις 45 εκατομμύρια ευρώ! Στη συνέχεια, η Πορτογαλία, έχοντας παραλάβει τα γερμανικά αεροσκάφη, το 2025 υπέγραψε συμβόλαιο 39 εκατ. καναδικών δολαρίων (περίπου 26 εκατ. ευρώ) ξανά με την General Dynamics Mission Systems-Canada, για τον εκσυγχρονισμό των πέντε. Οι αναβαθμίσεις περιλαμβάνουν:

  • νέο σύστημα σύνδεσης δεδομένων Link 16 με κρυπτογράφηση τελευταίας γενιάς,
  • ενσωμάτωση AIS (Automatic Identification System),
  • αναβάθμιση των ακουστικών συστημάτων για ανθυποβρυχιακό πόλεμο (ASW) και ναυτική επιτήρηση.

Στόχος είναι η πλήρης τυποποίηση του στόλου με τα υπάρχοντα P-3C CUP+ (από Ολλανδία), που διαθέτουν ήδη ολοκληρωμένο τακτικό σύστημα αποστολής και σύστημα αυτοπροστασίας MLWS. Το έργο θα ολοκληρωθεί το 2028, εξασφαλίζοντας επιχειρησιακή ικανότητα και διαλειτουργικότητα εντός ΝΑΤΟ.

Το επαρκές για τα σημερινά δεδομένα cockpit πορτογαλικού P-3C

Στην όλη μεθοδολογία, από τα συνολικά 11 P-3C (πέντε από Ολλανδία και έξι από Γερμανία) μερικά δεν θα παραμένουν πτητικά, αλλά θα κρατηθούν για απόθεμα ανταλλακτικών. Έτσι η Πορτογαλία θα έχει ένα αυξημένο στόλο αναβαθμισμένων P-3C, έχοντας ξοδέψει ένα ποσό λίγο πάνω από τα 100 εκατ. ευρώ για το όλο πρόσφατο πρόγραμμα βελτιώσεων στις δύο παρτίδες αεροσκαφών!

Το αποτέλεσμα είναι προφανές πως δικαιώνει την Πορτογαλική πρακτική. Αγορά μεταχειρισμένων σε αξιοπρεπή κατάσταση, εγχώρια συντήρηση από την OGMA, μετρημένες αλλά συνεχείς αναβαθμίσεις, ώστε τα αεροσκάφη να παραμένουν το δυνατόν σύγχρονα και βοήθεια από ξένο όμιλο όταν χρειάζεται εξτρά τεχνογνωσία. Ενώ ποτέ η χώρα δεν έμεινε χωρίς στόλο P-3 Orion, χωρίς να διαθέτει δηλαδή ένα κρίσιμο εργαλείο ναυτικής επιτήρησης και ανθυποβρυχιακού αγώνα!

Η ελληνική προσέγγιση

Τι κάναμε εμείς; Συνοπτικά πήραμε 6 μεταχειρισμένα P-3B από τις ΗΠΑ (οι παραδόσεις ολοκληρώθηκαν το 1996, με τα αεροσκάφη να έχουν κατασκευαστεί το 1966-67), τα αξιοποιήσαμε, έως το 2009, που λόγω παλαιότητας αποφασίστηκε η απόσυρση τους. Τα Orion έκτοτε παρέμειναν στο ύπαιθρο, στην αεροπορική βάση της Ελευσίνας για χρόνια (με αρκετές φθορές), ενώ το 2014-15, όπως γράψαμε αποφασίστηκε η αναβάθμιση των 4+1, και μάλιστα ως πρόγραμμα “προτεραιότητας”, με συνδυασμό δομικής αναβάθμισης Μέσης Ζωής (MLU) και νέων ηλεκτρονικών, “γυάλινο” πιλοτήριο (glass cockpit), ελληνικό σύστημα διαχείρισης αποστολής κ.α.

Κάπου εδώ εμφανίστηκαν ένα σύνολο αλληλένδετων αλλά και μη προβλέψιμων προβλημάτων. Έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στην ΕΑΒ που είχε αναλάβει το έργο με την εποπτεία της Lockheed Martin, ασυμβατότητες ηλεκτρονικών συστημάτων (των όποιων παλαιών με τα νέα), τεχνικά ζητήματα στην δομική αναβάθμιση και εδώ λόγω μερικής συμβατότητας, χρονικά κενά στο όλο πρόγραμμα λόγω γραφειοκρατίας, μνημονιακής ύφεσης και κακού προγραμματισμού, αναζήτηση επιλύσεων που χρόνιζε, καθυστέρησης στην παραλαβή ανταλλακτικών και πολλά ακόμη. Έτσι φέτος, το 2026, έχουμε καταφέρει να πετά και να είναι επιχειρησιακό μόνο το πρώτο P-3B, αυτό που προορίζεται για “ενδιάμεση λύση”, ενώ τα πλήρως αναβαθμισμένα, ελπίζουμε πως ένα θα παραδοθεί εντός έτους καθώς έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό τις πτητικές δοκιμές.

Στο ερώτημα, “αφού έστω και με τόση καθυστέρηση, το ελληνικό πρόγραμμα πάει προς την ολοκλήρωση του, γιατί το χαρακτηρίζετε αποτυχημένο και σκανδαλώδες” η απάντηση είναι η εξής: Όταν ένα σύνθετο οπλικό σύστημα (όπως τα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας), εκτρέπεται τόσα χρόνια από τον αρχικό προγραμματισμό του, αυτό σημαίνει πως η χώρα μας για αυτά τα χρόνια παρέμεινε “γυμνή” στον συγκεκριμένο τομέα και αποστολή. Αυτό λοιπόν είναι και αποτυχία αλλά και επικίνδυνο, αν μεσολαβούσε κάποια πολεμική σύρραξη που θα ήταν απολύτως απαραίτητα τα αεροσκάφη. Και το παραπάνω δεν ακυρώνεται, παρά το ότι βρισκόμαστε κοντά (ελπίζουμε), στην ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος και με αξιόλογα αποτελέσματα από πλευράς νέων δυνατοτήτων των αναβαθμισμένων αεροσκαφών.

Στη συνέχεια, η όλη διαδικασία με μια παρτίδα αεροσκαφών, γερασμένων και παρατημένων (με δική μας ευθύνη το τελευταίο), να ανακαλύπτεται το 2014 ότι “πρέπει να αναβαθμιστούν”, και αυτό να προωθείται ως έκτακτο, για ένα σημαντικό ποσό, που μεγάλο μέρος του δόθηκε και ως προκαταβολή, και για τόσα χρόνια να μην αποδίδονται ούτε ευθύνες, ούτε να ζητείται κάποια αποζημίωση ή συμψηφισμός λόγων καθυστερήσεων, ναι αυτό αρχίζει και έχει “οσμή σκανδάλου” και με διακομματική ανοχή. Άλλωστε το όλο ζήτημα είναι στις δικαστικές αρχές της χώρας μας, μετά από μήνυση που έχει υποβάλλει απόστρατος αξιωματικός του ΠΝ, ενώ ουκ ολίγες φορές έχει φθάσει και στην Βουλή. Και βέβαια παραμένει ντοκουμέντο, επιστολή της κατασκευάστριας Lockheed Martin, που μας προειδοποιούσε πως η αναβάθμιση των P-3B δεν είναι η καλύτερη λύση από πλευράς κόστους ούτε με το λιγότερο ρίσκο.

Τα ελληνικά P-3B όταν ήταν σε αποθήκευση στην Ελευσίνα

Να θυμίσουμε πως κατά την πολύχρονη περιπέτεια των ελληνικών P-3B Orion, μας είχαν προσφερθεί μεταχειρισμένα, νεότερης έκδοσης, δηλαδή P-3C. Aπό τις ΗΠΑ, από την Ολλανδία και αργότερα από την Αυστραλία (σε αυτή την περίπτωση για 5 αεροσκάφη, έναντι 140 εκατ. ευρώ) σε καλές τιμές και με δυνατότητα εγχώριας αναβάθμισης. Προσφορές και ευκαιρίες που δεν αξιοποιήθηκαν γιατί εμείς προσδοκούσαμε την… “ανάσταση του πεθαμένου” έναντι 500 εκατ. ευρώ.

Καταληκτικά, αν και πολλές φορές τις πορτογαλικές ένοπλες δυνάμεις τις χαρακτηρίζουμε με καλοπροαίρετη ειρωνία ως “ψαράδες” γιατί υποτίθεται πως η μόνη απειλή που έχουν είναι από τους… “μπακαλιάρους του Ατλαντικού”, η Πορτογαλία στην αποστολή ναυτικής συνεργασίας μας έχει διδάξει για τα καλά πως γίνεται ένα πρόγραμμα συντήρησης αεροπορικού στόλου, αξιόλογων ικανοτήτων, με εγχώρια συμμετοχή και αναζήτηση ευκαιριών διεθνώς. Χωρίς να ξοδεύει ποταμούς χρημάτων, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αδιέξοδα και χωρίς να ελπίζει πως “κάτι θα γίνει τελικά” βασιζόμενη στην ασθενική μνήμη πολιτών και υπευθύνων.