Το τελεσίγραφο το οποίο έδωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στην Τεχεράνη προκειμένου να ανοίξει το στενό του Ορμούζ, στρατηγικής σημασίας για τον εφοδιασμό της παγκόσμιας αγοράς με υδρογονάνθρακες, φθάνει στη λήξη του τις πρώτες πρωινές ώρες της Τρίτης (ώρα Ελλάδας) ενώ, την 24η ημέρα του πολέμου εναντίον του Ιράν, το Ισραήλ διαμηνύει πως προετοιμάζεται για αρκετές «εβδομάδες» εχθροπραξιών ακόμη.
Αν το Ιράν δεν έχει ανοίξει ως τη νύχτα της Δευτέρας προς Τρίτη το θαλάσσιο πέρασμα, όπου η κίνηση των πλοίων έχει παραλύσει σχεδόν εντελώς, ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε να «βομβαρδίσει και να αφανίσει» τους ιρανικούς ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, «αρχίζοντας από τον μεγαλύτερο».
Αν ληφθεί υπόψη η ώρα που δημοσίευσε το μήνυμα αυτό μέσω Truth Social, προχθές Σάββατο, το τελεσίγραφό του θα εκπνεύσει στις 01:44 (ώρα Ελλάδας), το απόγευμα της Δευτέρας ώρα Ουάσιγκτον, νωρίς το πρωί της Τρίτης ώρα Τεχεράνης.
«Ίσως χρειαστεί να κλιμακώσουμε για να αποκλιμακώσουμε», πέταξε χθες Κυριακή ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησής του, ο Σκοτ Μπέσεντ.
Αν η Ουάσιγκτον κάνει πράξη την απειλή αυτή, η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει πως θα κλείσει οριστικά το στενό, από το οποίο διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες το 20% του πετρελαίου και του αερίου που μεταφέρεται διά θαλάσσης παγκοσμίως.
Ήδη το στενό του Ορμούζ είναι σχεδόν κλειστό από το ξέσπασμα του πολέμου που έχει βάλει φωτιά στη Μέση Ανατολή — η μεταφορά εμπορευμάτων έχει κατακρημνιστεί (-95%), σύμφωνα με την εταιρεία αναλύσεων Kpler. Πολύ μικρός αριθμός φορτηγών και πετρελαιοφόρων δεξαμενόπλοιων το διασχίζει πλέον.
«Προοίμιο εισβολής»
Ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ διατηρεί την ατμόσφαιρα αμφιβολίας για τη διάρκεια και το ενδεχόμενο τέλος των στρατιωτικών της επιχειρήσεων, το Ισραήλ έκανε σαφές χθες ότι ετοιμάζεται «για εβδομάδες μαχών εναντίον του Ιράν και της Χεζμπολάχ», λιβανικού σιιτικού κινήματος προσκείμενου στην Τεχεράνη.
Ο ισραηλινός στρατός ετοιμάζεται «να εντατικοποιήσει τις στοχευμένες χερσαίες επιχειρήσεις και τα πλήγματα» στον Λίβανο για να απωθηθεί η απειλή της Χεζμπολάχ «μακριά από τα σύνορα», διεμήνυσε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου υποστράτηγος Εγιάλ Ζαμίρ.
Κατέστρεψε λίγο νωρίτερα στρατηγικής σημασίας γέφυρα στον νότιο Λίβανο, διότι τη χρησιμοποιούσε κατ’ αυτόν η Χεζμπολάχ. Υλικό που απαθανάτισαν εικονολήπτες του Γαλλικού Πρακτορείου εικονίζει καπνό να υψώνεται μετά τον βομβαρδισμό στη γέφυρα Κασμίγια, πάνω στον κυριότερο οδικό άξονα που συνδέει την περιφέρεια της Τύρου με την υπόλοιπη χώρα.
Ο πρόεδρος του Λιβάνου Ζοζέφ Αούν είδε «προοίμιο χερσαίας εισβολής» και κατήγγειλε την «επικίνδυνη κλιμάκωση και την κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας» της χώρας του.
Δυο γέφυρες πάνω από τον ποταμό Λιτάνι, που διαρρέει τον Λίβανο κάπου τριάντα χιλιόμετρα βόρεια από τα σύνορα με το Ισραήλ, είχαν ήδη βομβαρδιστεί την περασμένη Τετάρτη.
Πυρηνικές εγκαταστάσεις
Μολονότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ διαβεβαιώνουν πως έχουν «αποδεκατίσει», αποδυναμώσει την ιρανική ηγεσία αφότου άρχισαν τον πόλεμο την 28η Φεβρουαρίου, η Τεχεράνη συνεχίζει τις επιθέσεις αντιποίνων της και τις απειλές της.
Η ανησυχία εντείνεται όσον αφορά τις επιθέσεις με στόχο πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Ο πόλεμος έχει εισέλθει σε «επικίνδυνη φάση», υπογράμμισε μέσω X ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεέσους, καλώντας «όλα» τα εμπόλεμα μέρη να «ασκήσουν τη μέγιστη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση και να αποφύγουν οποιεσδήποτε ενέργειες θα μπορούσαν να προκαλέσουν πυρηνικά δυστυχήματα».
Προχθές Σάββατο το βράδυ, δυο ιρανικά πλήγματα, εξαιρετικά καταστροφικά, τραυμάτισαν πάνω από εκατό ανθρώπους, κατά τον επίσημο απολογισμό, στο νότιο Ισραήλ. Ένας από τους πυραύλους έπληξε κατοικημένη περιοχή μερικά χιλιόμετρα από κέντρο πυρηνικής έρευνας στη Ντιμόνα, εγκατάσταση για την οποία τηρείται άκρα μυστικότητα.
Το Ισραήλ θεωρείται η μοναδική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα στη Μέση Ανατολή, παρότι ασκεί πολιτική «στρατηγικού επαμφοτερισμού» για το ζήτημα.
«Νομίζαμε πως ήμασταν ασφαλείς. Δεν το περιμέναμε αυτό», είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο η Γκαλίτ Αμίρ, νοσηλεύτρια στη Ντιμόνα, 50 ετών.
Βάζοντας στο στόχαστρο τη Ντιμόνα, το Ιράν υπογράμμισε πως ανταπέδωσε «εχθρικό πλήγμα» εναντίον πυρηνικού εργοστασίου στη Νατάνζ, νότια της πρωτεύουσας.
Ο ισραηλινός στρατός υποστήριξε πως «δεν είναι ενήμερος» για το πλήγμα αυτό, με την κρατική τηλεόραση KAN να αναφέρει πως επρόκειτο για αμερικανική ενέργεια.
Σύμφωνα με τον ιρανικό οργανισμό ατομικής ενέργειας «δεν αναφέρθηκε καμιά διαρροή ραδιενέργειας» στην εγκατάσταση αυτή, που είχε ήδη βομβαρδιστεί στις αρχές Μαρτίου.
«Θεμιτοί στόχοι»
Μετά τους βομβαρδισμούς αυτούς, ο διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) κάλεσε να ασκηθεί «η μέγιστη αυτοσυγκράτηση» από στρατιωτική άποψη.
Εξαπολύοντας την επίθεση εναντίον της Τεχεράνης την 28η Φεβρουαρίου, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ άρχισαν έναν πόλεμο που απογείωσε τις τιμές των υδρογονανθράκων, ιδιαίτερα μετά τα πλήγματα σε εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Μετά το τελεσίγραφο του Ντόναλντ Τραμπ για το Ορμούζ, η Τεχεράνη αντέδρασε απειλώντας να βάλει στο στόχαστρο ενεργειακές υποδομές, ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες κι εργοστάσια αφαλάτωσης νερού στην περιοχή, που ήδη ασφυκτιά εξαιτίας του πολέμου, κρίνοντας πως θα μετατραπούν σε «θεμιτούς στόχους». Αναφέρθηκε επίσης σε εταιρείες με αμερικανούς μετόχους.
Οι τιμές του πετρελαίου ανέβαιναν λίγη ώρα μετά την έναρξη των συναλλαγών σήμερα με αυτήν του WTI, αμερικανικής ποικιλίας αναφοράς, να ξεπερνά τα 100 δολάρια.
Αν ο πόλεμος διαρκέσει «πάνω από έξι μήνες», «όλες οι οικονομίες του κόσμου θα υποφέρουν», προειδοποίησε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του γαλλικού κολοσσού των υδρογονανθράκων TotalEnergies, ο Πατρίκ Πουγιανέ, που υπολογίζει ότι επί του παρόντος κάπου «10 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα δεν μπορούν να βγουν από τον Κόλπο».
Κάπου είκοσι χώρες -ανάμεσά τους τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία- έχουν δηλώσει «έτοιμες να συμβάλουν στις προσπάθειες» για να ξανανοίξει το στενό του Ορμούζ, ωστόσο δεν εννοούν όλες το ίδιο πράγμα.
Στην ιρανική πρωτεύουσα, ο αριθμός των αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών έχει μειωθεί κάπως τις τελευταίες ημέρες κι οι αγορές ξαναβρήκαν κάποια ζέση. Αλλά κυριαρχεί η αγωνία και το άγχος. «Το μοναδικό κοινό πράγμα που αισθανόμαστε αυτή την περίοδο είναι η αβεβαιότητα για την έκβαση» αυτού του πολέμου, συνοψίζει η Σίβα, 31 ετών, κάτοικος της Τεχεράνης.