Τη νύχτα της 8ης Μαρτίου 2026, οι πιλότοι του 9ου ουκρανικού τάγματος «Kairós» της 414ης ανεξάρτητης ταξιαρχίας μη επανδρωμένων συστημάτων, γνωστοί ως «Πουλιά του Μάντιαρ», κατάφεραν σημαντικά και στρατηγικά πλήγματα σε στόχους των ρωσικών δυνάμεων σε κατεχόμενα εδάφη της Ουκρανίας. Μεταξύ των εξουδετερωμένων στόχων ξεχωρίζει το υπερσύγχρονο τρισδιάστατο ραντάρ επιτήρησης 64Н6 «Nadgrobok» (γνωστό και ως «Надгробие» ή «Τάφος»), που βρίσκεται στην προσωρινά κατεχόμενη Κριμαία.
Πρόκειται για το βασικό ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης και καθοδήγησης των αντιαεροπορικών συστημάτων S-300PM και S-400 στη χερσόνησο, η καταστροφή του οποίου ανοίγει σοβαρό κενό στην αεράμυνα της Κριμαίας, καθιστώντας την πιο ευάλωτη σε πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς, μαχητικά αεροσκάφη και drones.
Επιπλέον, στο προσωρινά κατεχόμενο τμήμα του Ντονέτσκ εξουδετερώθηκε μια αυτοκινούμενη μονάδα 9A316 (εκτοξευτής), του αντιαεροπορικού συστήματος Buk-M2. Η απώλεια αυτής της κρίσιμης μονάδας αχρηστεύει για μεγάλο χρονικό διάστημα ολόκληρο το συγκρότημα Buk-M2 στην περιοχή, μειώνοντας δραστικά την ικανότητα άμυνας μεσαίου βεληνεκούς κατά ουκρανικών εναέριων μέσων.

Στο πλαίσιο της ίδιας επιχείρησης, τα «Πουλιά του Μάντιαρ» σε συνεργασία με πιλότους της 1ης ανεξάρτητης μονάδας των Δυνάμεων Ασφαλείας και Άμυνας έπληξαν σημείο προσωρινής ανάπτυξης του ρωσικού συστήματος ηλεκτρονικού πολέμου και αναγνώρισης «Rubikon» στο κατεχόμενο Ντονέτσκ, προκαλώντας περαιτέρω ζημιές στις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου των ρωσικών δυνάμεων.
Όλα τα πλήγματα πραγματοποιήθηκαν με ουκρανικά μη επανδρωμένα συστήματα FP-2 middle-strike, εξοπλισμένα με ισχυρές πολεμικές κεφαλές βάρους 60–100 κιλών, ενώ ο συντονισμός της επιχείρησης αναλήφθηκε από το νεοσύστατο Κέντρο Συντονισμού Βαθέων Πληγμάτων των Δυνάμεων Ασφαλείας και Άμυνας. Όπως τόνισε ο Ρόμπερτ «Μάντιαρ» Μπροβντί, ”αυτά τα χτυπήματα συνεχίζουν να καταστρέφουν συστηματικά την αεράμυνα του εχθρού και να ανοίγουν δρόμο για νέες επιχειρήσεις”.