Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας και η 29χρονη Ιρανή επιχειρηματίας Σαγκάγιεγκ Ζαρέι Νικ, που ζει μόνιμα στην Ελλάδα, μοιράζεται μέσα από το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, την προσωπική της ιστορία, αλλά και την πραγματικότητα που έχουν βιώσει εκατομμύρια γυναικών στο Ιράν, ενώ μαίνεται η πολεμική σύρραξη στην πατρίδα της.

Η Σαγκάγιεγκ Ζαρέι Νικ λέει ότι επικοινωνεί καθημερινά με συγγενείς και φίλους της στην Τεχεράνη. Παρά τον κίνδυνο για τις ζωές τους, αρκετοί από αυτούς βλέπουν ακόμη και τη στρατιωτική σύγκρουση ως την τελευταία ευκαιρία του λαού για πολιτική αλλαγή.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως διηγείται η Σαγκάγιεγκ, συγγενείς της αποφάσισαν να παραμείνουν στην πόλη, ακόμη κι όταν είχαν τη δυνατότητα να μετακινηθούν σε ασφαλέστερες περιοχές. Μέσα από τις συνεχείς της επικοινωνίες μαζί τους, οι συγγενείς της επιμένουν ότι θα παραμείνουν στην Τεχεράνη παρά τους κινδύνους. «Ακόμα κι αν σκοτωθούν σε αυτόν τον πόλεμο, είτε θα είναι ελεύθεροι είτε δεν θα χρειαστεί να ζήσουν υπό την ίδια δικτατορία που τους σκοτώνει στους δρόμους», σημειώνει.

Η πρώτη συνειδητοποίηση των ανισοτήτων

Η ίδια θυμάται ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε τη διαφορά ανάμεσα στα φύλα ήταν σε ηλικία επτά ετών, όταν ξεκίνησε το σχολείο. «Όλα άλλαξαν στην αρχή του σχολείου, στην ηλικία των επτά ετών, επειδή δεν ήμασταν πλέον στο ασφαλές μέρος που ξέραμε, στο σπίτι των γονιών μου.Έπρεπε να ντυνόμαστε διαφορετικά, έπρεπε να καλύπτουμε το σώμα και τα μαλλιά μας, επειδή τώρα πηγαίναμε σχολείο και έπρεπε να ακολουθήσουμε τον ενδυματολογικό κώδικα».

«Στην ηλικία των επτά ετών κατάλαβα ότι υπήρχαν δύο κόσμοι για μένα, ο κόσμος στην κοινωνία και ο κόσμος στο σπίτι, ανάμεσα στην οικογένειά μου». Στο σπίτι, όπως εξηγεί, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική, «ανάμεσα στα ξαδέρφια μου, ανάμεσα στην οικογένειά μου, δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Όλοι ήμασταν ίδιοι. Παίζαμε μαζί, δεν χρειαζόταν να είμαστε χωρισμένοι άνδρες και γυναίκες. Στα πάρτι, στο σπίτι μας, χόρευαν μαζί, έπιναν, διασκέδαζαν».

Έξω όμως από το σπίτι, οι κανόνες ήταν αυστηροί, επισημαίνει. «Όταν βγαίναμε έξω, όλα έπρεπε να είναι χωριστά. Οι άνδρες πήγαιναν σε διαφορετικό μέρος του λεωφορείου. Οι γυναίκες πήγαιναν σε διαφορετικό μέρος. Στην παραλία, το ανδρικό τμήμα ήταν εντελώς ξεχωριστό από το γυναικείο». Η ίδια θυμάται χαρακτηριστικά ότι, «ο αδερφός μου ή ο ξάδερφός μου δεν χρειάστηκε ποτέ να φοράει χιτζάμπ ή να καλύπτει τα μαλλιά του, αλλά εγώ έπρεπε να φοράω ένα μακρύ μανδύα ως σχολική στολή, μόλις στα επτά».

Η σκληρή πραγματικότητα για τις γυναίκες

Καθώς μεγάλωνε, οι ανισότητες γίνονταν όλο και πιο εμφανείς. «Τότε κατάλαβα ότι η κοινωνική ζωή της μητέρας μου ήταν εντελώς διαφορετική από την κοινωνική ζωή του πατέρα μου». Ένα περιστατικό μέσα στην οικογένειά της ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή τη συνειδητοποίηση. «Όταν είδα ότι η θεία μου δεν τα πήγαινε καλά με τον άντρα της, αλλά παρόλα αυτά δεν μπορούσε να καταθέσει αίτηση διαζυγίου, ήταν ένα μεγάλο ερώτημα» και η απάντηση ήρθε όταν ήταν 14 ετών και «ρώτησα τη μητέρα μου γιατί δεν μπορούσε να πάρει η θεία διαζύγιο. Συνειδητοποίησα ότι, παρά την ενδοοικογενειακή βία που υπέφερε, δεν μπορούσε να ζητήσει διαζύγιο, επειδή τεχνικά μια γυναίκα στο Ιράν δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο». Η θεία μου, φοβόταν πολύ και για κάτι άλλο, έκλαιγε λέγοντας ότι δεν μπορούσε να πάρει διαζύγιο γιατί, αν χώριζε, η επιμέλεια των παιδιών θα πήγαινε αυτόματα στον άντρα της και δεν θα τα ξαναέβλεπε ποτέ».

Οι περιορισμοί, ‘όπως σημειώνει η νεαρή γυναίκα, επηρέαζαν και την προσωπική ζωή των νέων ανθρώπων. «Όταν γνώρισα ένα αγόρι δύο χρόνια μεγαλύτερο από εμένα και ερωτεύτηκα, συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στη χώρα μου. Δεν μου επιτρεπόταν να βγαίνω με τον φίλο μου. Δεν μπορούσα καν να τον κρατάω από το χέρι. Στο σχολείο, η διάκριση ανάμεσα σε αγόρια και κορίτσια ήταν απόλυτη.Τα τελευταία 12 χρόνια του σχολείου ήμασταν πάντα χωριστά. Το σχολείο των αγοριών ήταν ξεχωριστό από το σχολείο των κοριτσιών. Δεν καθόμασταν ποτέ στο ίδιο θρανίο». Ακόμη και στο πανεπιστήμιο, όπως λέει, υπήρχαν αυστηροί έλεγχοι, «όταν αρχίσαμε να μιλάμε με αγόρια και να έχουμε σχέσεις, επενέβη η αστυνομία ηθικής στο πανεπιστήμιο και μας είπαν ότι δεν μπορούμε να βλεπόμαστε».

Το τραύμα της σύλληψης από την αστυνομία ηθικής

Η πρώτη της τραυματική εμπειρία με την Αστυνομία Ηθικής είχε συμβεί νωρίτερα, «όταν ήμουν 14 ετών είχα το πρώτο μου τραύμα από την κράτηση της αστυνομίας ηθικής. Ένα αεράκι σήκωσε το μανδύα μου και σημεία από τα πόδια μου ήταν εκτεθειμένα. Εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα περιπολικό Ηθικής. Έκανε αναστροφή και τέσσερις αστυνομικοί πετάχτηκαν πάνω μου και με συνέλαβαν. Ένιωθα σαν να ήμουν δολοφόνος ή κλέφτης».

Η οικογενειακή τραγωδία και η απόφαση για μετανάστευση

Παρά το ότι ήταν καλή μαθήτρια και σπούδαζε, ένιωθε ότι το μέλλον της ήταν αβέβαιο. Τότε η μητέρα της πήρε τη μεγάλη απόφαση να φύγουν από τη χώρα και να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα, καθώς και η δική της ιστορία είναι επίσης μια ιστορία με δυσκολίες. Όπως εξηγεί η 29χρονη, η μητέρα της έμεινε χήρα σε πολύ νεαρή ηλικία.

«Η διαφορά στην Ελλάδα, ήταν εμφανής, οι γυναίκες έχουν γενικά μεγαλύτερη αυτονομία στον τρόπο που ζουν, εργάζονται και εκφράζονται», λέει και προσθέτει πως «νιώθω μεγαλύτερη ελευθερία στην έκφραση της ταυτότητάς μου, στη λήψη προσωπικών αποφάσεων και στην πλήρη συμμετοχή μου στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Όπως πολλοί μετανάστες, αντιμετώπισα προκλήσεις, όπως η προσαρμογή σε μια νέα κουλτούρα, τα γλωσσικά εμπόδια και η οικοδόμηση ενός επαγγελματικού και κοινωνικού δικτύου από την αρχή». Ωστόσο, όπως τονίζει, «αυτές οι προκλήσεις με βοήθησαν να γίνω πιο δυνατή και πιο ανθεκτική».

Σήμερα έχει καταφέρει να χτίσει τη δική της πορεία: «Εδώ στην Ελλάδα ξεκίνησα τη δική μου επιχείρηση και ανέπτυξα την καριέρα μου στον χώρο των ακινήτων». Παρά την προσωπική της επιτυχία, η σκέψη της παραμένει στις γυναίκες του Ιράν. «Θα ήθελα να γνωρίζουν οι Έλληνες ότι οι Ιρανές γυναίκες είναι δυνατές, μορφωμένες, δημιουργικές και ανθεκτικές. Παρά τις πολλές προκλήσεις, συνεχίζουν να συνεισφέρουν σημαντικά στην κοινωνία και να πιέζουν για αλλαγή».

Αν μπορούσε να αλλάξει κάτι στη χώρα της, η απάντηση είναι ξεκάθαρη, «θα ήθελα να υπάρξει μεγαλύτερη νομική ισότητα και προσωπική ελευθερία, ώστε οι γυναίκες να μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις για τη ζωή τους χωρίς περιττούς περιορισμούς. Το μήνυμά μου προς τις γυναίκες που αγωνίζονται είναι, ποτέ να μην υποτιμάνε τη δύναμή τους. Η αλλαγή συχνά ξεκινά με θάρρος, επιμονή και αλληλεγγύη. Κάθε φωνή μετράει», και όπως λέει η ίδια, η δύναμη μιας γυναίκας έχει έναν βαθύτερο ορισμό: «Για μένα, η δύναμη μιας γυναίκας έγκειται στην ανθεκτικότητά της, στην ικανότητα να συνεχίζει να προχωρά παρά τα εμπόδια, να στηρίζει τους άλλους και να πιστεύει στην αξία και τις δυνατότητές της».

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας ως υπενθύμιση

Για τη Σαγκάγιεγκ Ζαρέι Νικ, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας δεν είναι απλώς μια επέτειος, είναι μια υπενθύμιση όπως σημειώνει, «είναι μια μέρα που μου θυμίζει τη δύσκολη ζωή που είχα στο Ιράν και τη δύσκολη ζωή που είχε η μητέρα μου και τα εκατομμύρια κορίτσια και μητέρες που εξακολουθούν να ζουν έτσι σήμερα. Παρόλο που έχω βρει την ελευθερία εδώ, η καρδιά μου είναι ακόμα με εκείνους που ονειρεύονται την ελευθερία και τη δικαιοσύνη στο Ιράν».

Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου