Η ιρανική διπλωματία κλιμακώνει την αντιπαράθεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την απόφαση της τελευταίας να εντάξει τους Islamic Revolutionary Guard Corps, IRGC στην ευρωπαϊκή λίστα τρομοκρατίας στις 19 Φεβρουαρίου 2026. Σε ανάρτηση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν στο Χ, παρουσιάζεται ως επίσημη θέση ότι η κίνηση της ΕΕ είναι παράνομη και αδικαιολόγητη, ενώ ανακοινώνεται πως, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, το Ιράν χαρακτηρίζει τις ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις όλων των κρατών μελών της ΕΕ ως «τρομοκρατικές οργανώσεις».

Δήλωση σχετικά με την αμοιβαία δράση ως απάντηση στην παράνομη απόφαση των κρατών μελών της ΕΕ να χαρακτηρίσουν μέρος των Ενόπλων Δυνάμεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν


21 Φεβρουαρίου 2026
Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, σε απάντηση στην παράνομη και αδικαιολόγητη απόφαση των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19 Φεβρουαρίου 2026, ανακοινώνει τα εξής
Καθώς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίθετα με τις θεμελιώδεις αρχές και κανόνες του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς δικαίου, παρουσίασαν το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, IRGC, το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας από τους πυλώνες των επίσημων Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, ως τρομοκρατική οντότητα, η κυβέρνηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και σύμφωνα με το Άρθρο 7 του νόμου περί «Αμοιβαίας Δράσης σε Απάντηση στον Χαρακτηρισμό των IRGC ως Τρομοκρατικής Οργάνωσης από τις ΗΠΑ», που ψηφίστηκε το 2019, ο οποίος ορίζει ότι «όλες οι χώρες που με οποιονδήποτε τρόπο ακολουθούν ή στηρίζουν την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να χαρακτηρίσουν τους IRGC ως τρομοκρατική οργάνωση υπόκεινται σε αμοιβαία δράση», θεωρεί ότι οι ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάγονται στον παραπάνω νόμο και στις διατάξεις του, συμπεριλαμβανομένου του Άρθρου 4, και ως εκ τούτου, στο πλαίσιο αμοιβαίας δράσης, τις προσδιορίζει και τις δηλώνει ως τρομοκρατικές οργανώσεις.”

Η ευρωπαϊκή απόφαση που επικαλείται η Τεχεράνη αφορά την τυπική ένταξη των IRGC στην EU terrorist list, καθεστώς κυρώσεων που λειτουργεί στο πλαίσιο της Κοινής Θέσης 2001/931 και συνοδεύεται από περιοριστικά μέτρα. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό μεταφράζεται σε δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων εντός ΕΕ και σε απαγόρευση για ευρωπαϊκούς οικονομικούς φορείς να διαθέτουν χρήματα ή πόρους προς τον καταχωρισμένο φορέα. Η τυπική απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου ακολούθησε την πολιτική συμφωνία των ΥΠΕΞ της ΕΕ στα τέλη Ιανουαρίου, γεγονός που δείχνει ότι η διαδικασία «έκλεισε» σε δύο στάδια, πρώτα πολιτικά και μετά νομικά.

Από την πλευρά του Ιράν, το μήνυμα είναι ότι η ένταξη των IRGC αντιμετωπίζεται ως πλήγμα σε θεσμικό τμήμα των ιρανικών Ενόπλων Δυνάμεων και άρα ως κίνηση που, κατά την ιρανική επιχειρηματολογία, επιτρέπει ενεργοποίηση εσωτερικού πλαισίου «αντίμετρων». Η αναφορά στον νόμο του 2019 και ειδικά στο Άρθρο 7 λειτουργεί ως «νομική βάση» του ισχυρισμού περί αμοιβαιότητας, ενώ το εύρος της ιρανικής απάντησης είναι εντυπωσιακά γενικό, καθώς δεν στοχοποιεί μια χώρα ή μια αποστολή, αλλά όλες τις ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις των κρατών μελών.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι σημαίνει στην πράξη ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Ο όρος «τρομοκρατική οργάνωση» χρησιμοποιείται εδώ ως πολιτικονομικό εργαλείο πίεσης, όμως η δυνατότητα επιβολής του εκτός ιρανικής δικαιοδοσίας είναι περιορισμένη. Εκεί που μπορεί να παράγει πραγματικό ρίσκο είναι σε σενάρια που αφορούν Ιράν, όπως παρουσία στρατιωτικού προσωπικού σε ιρανικό έδαφος, διπλωματικές αποστολές, ή ενδεχόμενες ναυτικές και αεροπορικές αλληλεπιδράσεις σε περιοχές ενδιαφέροντος της Τεχεράνης. Παράλληλα, επειδή η ΕΕ διαθέτει ενεργές ναυτικές αποστολές θαλάσσιας ασφάλειας σε ευρύτερες ζώνες, η ρητορική κλιμάκωση αυξάνει τον κίνδυνο παρερμηνειών και «πολιτικοποίησης» περιστατικών που υπό κανονικές συνθήκες θα αντιμετωπίζονταν ως επιχειρησιακές τριβές χαμηλής έντασης.

Στο διπλωματικό επίπεδο, έχει ήδη καταγραφεί ευρωπαϊκή αντίδραση σε ανάλογες ιρανικές εξαγγελίες του ίδιου κύκλου γεγονότων, με την ΕΕ να απορρίπτει τον χαρακτηρισμό των ευρωπαϊκών στρατών ως «τρομοκρατικών ομάδων». Ανεξάρτητα από το αν θα υπάρξει νέα επίσημη απάντηση ειδικά στη διατύπωση του ιρανικού ΥΠΕΞ, το μοτίβο είναι σαφές, η ΕΕ σκληραίνει απέναντι στους IRGC μέσω κυρώσεων και νομικού χαρακτηρισμού, και η Τεχεράνη επιχειρεί να απαντήσει με συμμετρική ρητορική που στοχεύει να δημιουργήσει κόστος και αβεβαιότητα για τα κράτη μέλη.

Για τα ευρωπαϊκά κράτη, η εξέλιξη αυτή προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα σε ένα ήδη φορτισμένο περιβάλλον σχέσεων με το Ιράν, όπου συνυπάρχουν κυρώσεις, ζητήματα ασφάλειας, περιφερειακές εντάσεις και θαλάσσιες αποστολές. Για το Ιράν, η επιλογή να «ανεβάσει» το επίπεδο στη γλώσσα των χαρακτηρισμών επιχειρεί να δείξει ότι η απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου δεν θα μείνει αναπάντητη. Το αν η ιρανική πλευρά θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη δήλωση σε συγκεκριμένα μέτρα θα φανεί από το αν θα ακολουθήσουν βήματα όπως περιορισμοί σε στρατιωτικούς ακολούθους, πρόσθετες διοικητικές ενέργειες ή στοχευμένες κινήσεις σε επίπεδο περιφερειακών επιχειρήσεων.