Η τρέχουσα κρίση ΗΠΑ και Ιράν έχει περάσει σε φάση όπου η στρατιωτική προετοιμασία προηγείται χρονικά της πολιτικής απόφασης, και αυτό φαίνεται καθαρά από τις μετακινήσεις στρατιωτικών μέσων σε αέρα και θάλασσα. Σε ανοιχτές πηγές και σε ρεπορτάζ μεγάλων διεθνών μέσων, η εικόνα περιγράφεται ως η μεγαλύτερη συγκέντρωση αμερικανικής αεροπορικής ισχύος στην περιοχή από το 2003, με βασικό στόχο να υπάρχει δυνατότητα για επιχειρήσεις διάρκειας εβδομάδων και ταυτόχρονα να μειωθεί η τρωτότητα των βάσεων σε πυραυλικά πλήγματα και σε πλήγματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Κομβικό στοιχείο αυτής της φάσης είναι ότι η αμερικανική αερογέφυρα χρησιμοποιεί έντονα την Κρήτη, με το σύμπλεγμα Χανίων και Σούδας να λειτουργεί ως ενδιάμεσος κόμβος ανεφοδιασμού και πληροφοριών, ενώ το Ιντσιρλίκ δεν εμφανίζεται με την ίδια επιχειρησιακή ορατότητα στα διαθέσιμα ανοικτά δεδομένα. Η Σούδα δίνει ασφαλές γεωγραφικό βάθος στην Ανατολική Μεσόγειο, προσφέρει υποδομή υποστήριξης ναυτικών και αεροπορικών μέσων και επιτρέπει να στηθεί μια αλυσίδα μεταστάθμευσης προς την περιοχή ευθύνης της CENTCOM με μικρότερο πολιτικό ρίσκο υπερπτήσεων και λιγότερους περιορισμούς χρήσης βάσεων.

Στο σκέλος της αερομεταφοράς, οι μετρήσεις ανοικτών πηγών μιλούν για μια συνεχή αερογέφυρα στρατηγικής κλίμακας. Καταγράφονται περίπου 160 πτήσεις C-17A από τα μέσα Ιανουαρίου, καθώς και 18 πτήσεις C-5M προς σημεία όπως Σαουδική Αραβία, Κατάρ και Τζιμπουτί, με επιπλέον πολυάριθμες πτήσεις C-130H και C-130J για ταχύτερη διασπορά φορτίου σε περισσότερα αεροδρόμια. Στο ίδιο σύνολο εμφανίζονται τέσσερα MC-130J ή HC-130J, με δύο να συνδέονται επιχειρησιακά με τη βάση Muwaffaq Salti στην Ιορδανία και δύο με το Diego Garcia, μια διάταξη που ταιριάζει σε ανάγκες έρευνας και διάσωσης μάχης, ειδικών αποστολών και ανεφοδιασμού. Παράλληλα, αναφέρεται παρουσία WC-135R από RAF Mildenhall, ένδειξη ότι στο παρασκήνιο υπάρχει και ενδιαφέρον για ειδική δειγματοληψία και επιβεβαίωση γεγονότων πυρηνικού ενδιαφέροντος. Το πιο κρίσιμο όμως είναι ο εναέριος ανεφοδιασμός. Στις ίδιες ανοικτές καταγραφές αποτυπώνεται δύναμη 20 έως 22 τάνκερ KC-135 και KC-46, που εξυπηρετεί τη μεταστάθμευση των αεροπορικών μέσων, και δημιουργεί προϋπόθεση σε περίπτωση που παρθεί η απόφαση για πολεμικές επιχειρήσεις, για μαζική παραγωγή εξόδων πάνω από τον Κόλπο, τη Θάλασσα του Ομάν και πιθανούς άξονες προς το Ιράν.

Σε αυτό το πλέγμα υποστήριξης, η διάσταση των πληροφοριών και της διοίκησης έχει ξεχωριστό βάρος. Ανοιχτές πηγές αναφέρουν δύο E-3 Sentry AWACS με βάση το Mildenhall, και ταυτόχρονα τρία E-11A BACN στη βάση Prince Sultan στη Σαουδική Αραβία. Η συνδυασμένη παρουσία AWACS και BACN είναι πρακτικά ο τρόπος με τον οποίο οι ΗΠΑ χτίζουν ενοποιημένη αεροπορική εικόνα και διατηρούν αδιάλειπτη διασύνδεση ανάμεσα σε μαχητικά, τάνκερ, συστήματα αεράμυνας και ναυτικές μονάδες. Το BACN λειτουργεί ως κόμβος δικτύωσης σε περιοχές με δυσκολίες κάλυψης, γεφυρώνει ασύμβατα δίκτυα και βοηθά στη ροή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, κάτι που σε σενάριο κρούσης κατά του Ιράν μεταφράζεται σε ταχύτερο κύκλο στοχοποίησης και μεγαλύτερη αντοχή σε παρεμβολές και διακοπές επικοινωνιών. Σε αυτό προστίθεται και η έντονη δραστηριότητα πλατφορμών SIGINT. Ανοιχτές καταγραφές δείχνουν RC-135 Rivet Joint να επιχειρεί από τα Χανιά, και σε νεότερες εικόνες εμφανίζονται δύο RC-135 μαζί με μεγάλος αριθμός KC-135 στο ίδιο αεροδρόμιο, στοιχείο που αναβαθμίζει τη Σούδα από απλό σημείο διέλευσης σε σταθερό κόμβο συλλογής ηλεκτρονικών εκπομπών αλλά και ανεφοδιασμού.

Στο επίπεδο των τακτικών μαχητικών, το βάρος πέφτει στη βάση Muwaffaq Salti στην Ιορδανία, όπου ανοικτές πηγές αποδίδουν παρουσία A-10, πάνω από 24 F-15E, έως 30 F-35A και έως 6 EA-18G, δηλαδή έναν συνδυασμό που καλύπτει κρούση βάθους, μεγάλο φορτίο όπλων, ηλεκτρονική προσβολή και καταστολή αεράμυνας. Το F-35A είναι η πλατφόρμα που μπορεί να αναλάβει διείσδυση και να φέρει αισθητήρες που λειτουργούν ως κόμβος συγχώνευσης δεδομένων για όλο το πακέτο. Το F-15E είναι το απόλυτο εργαλείο για μεγάλο αριθμό όπλων, για χρήση πυρομαχικών stand off και για γρήγορη επανάληψη εξόδων σε περιβάλλον σύνθετης στοχοποίησης. Τα EA-18G δίνουν την απαραίτητη ομπρέλα ηλεκτρονικής υποστήριξης και παρεμβολών ώστε να μειώνεται η αποτελεσματικότητα ραντάρ, ζεύξεων και καθοδήγησης πυραύλων του εχθρού. Τα A-10 εμφανίζονται ως συμπληρωματική δύναμη για αποστολές όπου το ζητούμενο είναι παρατεταμένη παρουσία, προστασία βάσεων και υποστήριξη φίλιων δυνάμεων, ιδιαίτερα αν υπάρξουν επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη ή ομάδες εδάφους σε σημεία ενδιαφέροντος. Παράλληλα, αναφέρεται ανάπτυξη F-16 σε ΗΑΕ και Σαουδική Αραβία, και σε διεθνή ρεπορτάζ γίνεται λόγος για επιπλέον μεταστάθμευση F-22 και άλλων μέσων, ως ένδειξη ότι το αμερικανικό πακέτο έχει σχεδιαστεί πέρα από έναν τύπο μαχητικού και χτίζεται ως πολυεπίπεδη δύναμη κρούσης και αεράμυνας.

Στη θάλασσα, η κινητοποίηση αποκτά μορφή ευρείας κλίμακας εκστρατείας με τη συνύπαρξη δύο Carrier Strike Groups και μιας σειράς ανεξάρτητων μονάδων σε περισσότερες από μία λεκάνες. Στην Αραβική Θάλασσα επιχειρεί το USS Abraham Lincoln, με συνοδεία τα αντιτορπιλικά USS Frank E. Petersen Jr., USS Spruance και USS Michael Murphy, ενώ στην ίδια διάταξη εμφανίζονται και πλοία υποστήριξης όπως USNS Carl Brashear και USNS Henry J. Kaiser, τα οποία επιτρέπουν συνεχή αναπλήρωση πυρομαχικών και καυσίμων. Ανοιχτές πηγές αναφέρουν και παρουσία επιθετικού υποβρυχίου για το συγκρότημα, μάχης κάτι που συνάδει με τη σταθερή πρακτική του Αμερικανικού Ναυτικού να εντάσσει τουλάχιστον ένα SSN σε κάθε CSG.

Σε ξεχωριστές καταγραφές ανοικτών πηγών γίνεται λόγος και για υποβρύχιο κλάσης Ohio σε μη δημοσιοποιημένη θέση, ως πρόσθετο επίπεδο αποτροπής και δυνατότητας μαζικού πλήγματος από θαλάσσια πλατφόρμα. Παράλληλα, το USS Gerald R. Ford έχει λάβει εντολή να κινηθεί προς τη Μεσόγειο και στη συνέχεια προς την περιοχή, με συνοδεία τα USS Winston S. Churchill, USS Bainbridge και USS Mahan, δημιουργώντας τη δεύτερη αεροναυτική πτέρυγα που μπορεί να αυξήσει δραστικά τον ρυθμό εξόδων και να δώσει εφεδρεία αν ένα συγκρότημα χρειαστεί να αποσυρθεί προσωρινά για ανεφοδιασμό ή συντήρηση. Εκτός των δύο CSG, σε ανοικτές καταγραφές εμφανίζονται τα USS Roosevelt, USS Bulkeley και USS Delbert D. Black στην ευρύτερη ζώνη Ερυθράς Θάλασσας και Ανατολικής Μεσογείου, ενώ κινούμενα προς τον Περσικό Κόλπο και τη Θάλασσα του Ομάν αναφέρονται τα αντιτορπιλικά USS Mitscher και USS McFaul.

Η ίδια εικόνα περιλαμβάνει και ένα σύνολο μονάδων που συχνά υποτιμώνται, αλλά σε σενάριο κρίσης γύρω από τον Ορμούζ είναι καθοριστικές. Καταγράφονται τρία Littoral Combat Ships κλάσης Independence, τα USS Canberra, USS Santa Barbara και USS Tulsa, που συνδέονται με αποστολές στην περιοχή 5th Fleet και δίνουν δυνατότητες σε επιτήρηση, ταχεία αντίδραση και επιχειρήσεις χαμηλότερης έντασης κοντά σε ακτές και θαλάσσια περάσματα. Σε ορισμένες αναφορές εμφανίζονται και επιπλέον LCS, χωρίς δημόσια ταυτοποίηση ονόματος, κάτι που δείχνει ότι η αμερικανική παρουσία έχει και στοιχεία που παραμένουν σκόπιμα χαμηλού προφίλ.

Σε ανοιχτές πηγές εμφανίζεται επίσης ομάδα σκαφών της US Coast Guard, τα USCGC Glen Harris, USCGC Clarence Sutphin, USCGC Robert Goldman, USCGC Charles Moulthrope, USCGC John Scheuerman και USCGC Emlen Tunnell, με ρόλους που σχετίζονται με θαλάσσια ασφάλεια, συνοδεία και έλεγχο ροών σε περιοχές αυξημένου κινδύνου. Στο υποβρύχιο σκέλος, καταγραφές ανοικτών πηγών αναφέρουν την παρουσία ή την εμπλοκή μονάδων όπως το USS Georgia και το USS South Dakota σε ευρύτερες λίστες δυνάμεων που συνδέονται με την περιοχή, αν και για τα υποβρύχια δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση ακριβούς θέσης και τα δεδομένα παραμένουν εξ ορισμού πιο ασαφή. Η ουσία είναι ότι ο ναυτικός άξονας έχει δομηθεί ώστε να διαθέτει κρούση από αέρα και θάλασσα, αντιαεροπορική και αντιβαλλιστική κάλυψη με Aegis και επιτήρηση σε πολλαπλά σημεία.

Η αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα των αμερικανικών βάσεων είναι το δεύτερο μισό της εξίσωσης και εδώ οι ενδείξεις είναι σαφείς. Ανοιχτές πηγές μιλούν για τουλάχιστον μία επιπλέον συστοιχία THAAD, με πιθανή ανάπτυξη σε Σαουδική Αραβία ή Κατάρ, ενώ καταγράφονται πολλαπλές συστοιχίες Patriot MIM-104 σε διαφορετικά κράτη της περιοχής. Η κινητοποίηση δεν αφορά μόνο αριθμό εκτοξευτών. Σε δορυφορικές αναλύσεις που αναπαράγονται από μεγάλα διεθνή μέσα, εμφανίζεται το Al Udeid στο Κατάρ να περνά σε διάταξη “επιβίωσης”, με Patriot σε πλατφόρμες φορτηγών, ώστε να μπορούν να αλλάζουν θέση γρήγορα σε περίπτωση προειδοποίησης πλήγματος.

Στο ίδιο πνεύμα, ανοικτές καταμετρήσεις αποδίδουν περισσότερες από 99 πτήσεις C-17A και C-5M ως μεταφορές που συνδέονται με μετακίνηση πυροβολαρχιών αεράμυνας, κάτι που μας δίνει την κλίμακα για το πόσο υλικό έχει κινηθεί σε λίγες εβδομάδες. Το πρακτικό μήνυμα είναι ότι οι ΗΠΑ δεν προετοιμάζουν μόνο κρούση, προετοιμάζουν και αντοχή μετά το πρώτο ιρανικό κύμα ανταπόδοσης, το οποίο αναμένεται να βασιστεί σε βαλλιστικούς πυραύλους, σε πυραύλους πλεύσης και σε σμήνη μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Η Κρήτη αποτελεί κρίσιμο κομμάτι αυτής της αντοχής, και εδώ το ενδιαφέρον για την Ελλάδα είναι άμεσο. Ανοιχτές καταγραφές πτήσεων και δορυφορικές εικόνες εμφανίζουν στο σύμπλεγμα Χανίων και Σούδας συγκέντρωση πολλών KC-135, με συγκεκριμένες εκτιμήσεις να ανεβάζουν τον αριθμό σε 11 KC-135R σε ένα στιγμιότυπο, καθώς και παρουσία δύο RC-135V. Παράλληλα, αναφέρεται μεταστάθμευση επιπλέον RC-135 από ΗΠΑ προς Χανιά, κάτι που δείχνει ότι η περιοχή χρησιμοποιείται ως σταθμός υψηλής αξίας και όχι ως έκτακτη λύση. Επιχειρησιακά, αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική πλευρά μπορεί να στηρίζει μεταστάθμευση μαχητικών από Ευρώπη προς Κόλπο, να δημιουργεί ενδιάμεσους κύκλους ανεφοδιασμού και να κρατά κοντά ένα εργαλείο SIGINT που μπορεί να καταγράφει ηλεκτρονικές εκπομπές από ραντάρ και δίκτυα. Αυτός είναι ο λόγος που η Σούδα μπορεί να θεωρείται, στη συγκεκριμένη κρίση, πιο κομβική από το Ιντσιρλίκ. Η Σούδα δεν ζητάει πολιτικές διευθετήσεις για χρήση της ίδιας κλίμακας, και βρίσκεται σε θέση που ευνοεί την Ανατολική Μεσόγειο ως ζώνη συγκέντρωσης και διασποράς. Με απλά λόγια, η Κρήτη έχει γίνει κόμβος ανεφοδιασμού και πληροφοριών που στηρίζει όλο το πακέτο, από τάνκερ μέχρι πλατφόρμες συλλογής.

Στο ίδιο θαλάσσιο περιβάλλον, πέρα από τις ΗΠΑ, είναι πλέον ορατή και η παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της επιχείρησης EUNAVFOR ASPIDES, η οποία έχει αμυντική εντολή για την προστασία της ναυσιπλοΐας σε Ερυθρά Θάλασσα, Κόλπο του Άντεν, Θάλασσα του Ομάν και συναφείς θαλάσσιες οδούς. Σε ανοιχτές πηγές καταγράφονται στην περιοχή ευρωπαϊκές μονάδες, με την ελληνική φρεγάτα ΥΔΡΑ να συνδέεται ρητά με τη δράση της Aspides, ενώ παράλληλα εμφανίζονται και άλλες μονάδες όπως οι ιταλικές ITS Emilio Bianchi και ITS Luigi Rizzo, η γαλλική FS Forbin, οι ισπανικές ESPS Canarias και ESPS Victoria. Η παρουσία της Ύδρας έχει ιδιαίτερη σημασία για το ελληνικό κοινό, γιατί δείχνει ότι σε μια κρίση ΗΠΑ και Ιράν η Ελλάδα έχει ήδη πολεμικό πλοίο σε αποστολή που περνά από ζώνες όπου δραστηριοποιούνται ιρανικά δίκτυα υποστήριξης και απειλές με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η Aspides είναι αμυντική επιχείρηση, όμως η φυσική παρουσία ευρωπαϊκών πλοίων σε θαλάσσιες οδούς δίπλα στις αμερικανικές ροές ανεφοδιασμού δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τα επεισόδια μπορούν να κλιμακωθούν γρήγορα, ακόμη και αν η εντολή είναι καθαρά αμυντική και εστιασμένη στη συνοδεία εμπορικών πλοίων.

Το Ιράν, από την πλευρά του, εμφανίζει στη θάλασσα μια μίξη τακτικών και στρατηγικών μέσων, όπως αυτά καταγράφονται σε ανοικτές πηγές. Στο σκέλος των Φρουρών της Επανάστασης, αναφέρονται οι μεγάλες πλατφόρμες IRGCN Shahid Roudaki, IRGCN Shahid Mahdavi και IRGCN Shahid Bagheri, πλοία που προέρχονται από μετατροπές εμπορικών σκαφών και λειτουργούν ως πλωτές βάσεις με δυνατότητες για ελικόπτερα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εκτοξευτές. Η ύπαρξη τέτοιων πλοίων κοντά σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς δεν σημαίνει αυτόματα ότι θα εμπλακούν σε ανοικτή σύγκρουση, σημαίνει όμως ότι το Ιράν διαθέτει εργαλεία για παρατεταμένη παρουσία, για προβολή ισχύος και για δημιουργία αβεβαιότητας σε έναν χώρο όπου η ναυσιπλοΐα είναι ήδη ευάλωτη.

Στο σκέλος του τακτικού στόλου της ιρανικής Ναυτικής Δύναμης, αναφέρονται το IRINS Kurdestan ως πλοίο υποστήριξης τύπου forward base, καθώς και τα αποβατικά IRIS Tonb και IRIS Lavan, τα οποία μπορούν να μεταφέρουν προσωπικό και υλικό και να λειτουργήσουν ως εργαλεία μετακίνησης δυνάμεων σε μικρότερες αποστάσεις. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα MV Behshad και MV Saviz, δύο πλοία που σε αναλύσεις ανοικτών πηγών περιγράφονται ως ύποπτες πλατφόρμες επιτήρησης και συλλογής πληροφοριών, με ιστορικό μακρόχρονης παραμονής κοντά σε θαλάσσιες οδούς και με εκτιμήσεις ότι μπορούν να στηρίζουν δίκτυα στοχοποίησης κατά εμπορικής ναυτιλίας. Η παρουσία τους, ακόμη και όταν δεν συνοδεύεται από επίσημη επιβεβαίωση ρόλου, εντάσσεται στη λογική ότι το Ιράν επιδιώκει να έχει εικόνα θαλάσσιας κυκλοφορίας και δυνατότητα να λειτουργεί με έμμεση πίεση.

Παράλληλα, η Ρωσία και η Κίνα διατηρούν παρουσία που αλληλεπιδρά με την κρίση, άλλοτε ως επιτήρηση και άλλοτε ως ανεξάρτητη ατζέντα. Στη ρωσική πλευρά, ανοικτές πηγές καταγράφουν την κορβέτα RFS Stoykiy και το πλοίο υποστήριξης RFS Yelnya, με αναφορές ότι οι ρωσικές μονάδες πραγματοποίησαν δραστηριότητα και συνεκπαίδευση με ιρανικές δυνάμεις στη Θάλασσα του Ομάν. Άλλες ανοικτές αναφορές εντάσσουν στη γενική εικόνα την παρουσία του RFS Marshal Shaposhnikov και του δεξαμενόπλοιου υποστήριξης RFS Boris Butoma, αν και σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή επισημαίνεται ότι ορισμένες από αυτές τις μονάδες βρίσκονται εκτός άμεσης ζώνης επειδή συμμετέχουν ή κατευθύνονται προς διεθνείς ναυτικές διοργανώσεις στην Ινδία.

Στο ίδιο πλαίσιο, σε ανοικτές πηγές εμφανίζεται και το αμερικανικό αντιτορπιλικό USS Pinckney ως μονάδα που βρέθηκε εκτός της άμεσης περιοχής ευθύνης για συμμετοχή σε διεθνή άσκηση με χρονικό ορίζοντα 15 έως 25 Φεβρουαρίου 2026, μαζί με ιρανικές μονάδες όπως το IRINS Makran και η IRIS Dena. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ακόμη και όταν πλοία αποχωρούν προσωρινά για άσκηση ή επίδειξη σημαίας, η κρίση ΗΠΑ και Ιράν τα μετατρέπει αυτομάτως σε παράγοντα αποτροπής, επειδή η επιστροφή τους ή η αναστροφή πορείας τους μπορεί να γίνει μέρος της κλιμάκωσης.

Η κινεζική παρουσία φαίνεται κυρίως μέσω της 48ης Ομάδας Συνοδείας της ναυτικής αποστολής στον Κόλπο του Άντεν. Ανοιχτές πηγές και επίσημες κινεζικές ανακοινώσεις περιγράφουν σύνθεση που περιλαμβάνει το αντιτορπιλικό PLAN Tangshan, τη φρεγάτα PLAN Daqing και το πλοίο υποστήριξης PLAN Taihu, μια μικρή δύναμη που έχει σταλεί στην περιοχή για αποστολές καταπολέμησης της πειρατείας και συνοδείας σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς. Οι κινεζικές μονάδες εμφανίζονται να κινούνται κοντά σε περιοχές όπου δραστηριοποιούνται τα αμερικανικά και ιρανικά πλοία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται έμμεση εμπλοκή, ενώ επιβεβαιώνει ότι ο θαλάσσιος χώρος έχει γεμίσει με παράλληλες αποστολές από πολλές χώρες, που αυξάνουν την πολυπλοκότητα. Στην ίδια ευρύτερη εικόνα, καταγράφεται και το σκάφος Da Yang Hao, το οποίο εμφανίζεται σε βάσεις δεδομένων ως ερευνητικό ή ωκεανογραφικό πλοίο στην περιοχή του Ινδικού Ωκεανού. Τέτοια πλοία συχνά θεωρούνται διττής χρήσης, επειδή μπορούν να συλλέγουν στοιχεία για υδρογραφία, βυθό και σήματα, κάτι που σε περίοδο κρίσης δίνει πρόσθετο υλικό σε κράτη που ενδιαφέρονται για τον θαλάσσιο χώρο.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα συμπέρασμα που στηρίζεται σε αριθμούς και σε καταγραφές. Η αμερικανική πλευρά έχει ήδη χτίσει έναν συνδυασμό δύο αεροπλανοφόρων, μεγάλου αριθμού αντιτορπιλικών, πλοίων υποστήριξης, πιθανών υποβρυχίων συνοδείας, μιας αερογέφυρας με δεκάδες τάνκερ, και μιας ροής στρατηγικών μεταφορών με C-17 και C-5. Ταυτόχρονα έχει χτίσει δικτυακή και πληροφοριακή αντοχή με AWACS, BACN και RC-135, ενώ θωρακίζει βάσεις με THAAD και Patriot σε διατάξεις μεγαλύτερης επιβίωσης. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν έχει στη θάλασσα πλατφόρμες που μπορούν να λειτουργούν ως πλωτές βάσεις και ως εργαλεία επιτήρησης, ενώ Ρωσία και Κίνα διατηρούν παρουσία που προσθέτει στρώματα αβεβαιότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, ο κίνδυνος δεν είναι μόνο μια επιλεγμένη αεροπορική κρούση. Ο κίνδυνος είναι η κλιμάκωση μέσα από διαδοχικά επεισόδια σε θαλάσσιους διαύλους, σε βάσεις και σε ροές ανεφοδιασμού, με τη Σούδα να βρίσκεται πλέον μέσα στον χάρτη των κρίσιμων κόμβων.