Η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία και τα βήματα που πρέπει να γίνουν το επόμενο διάστημα ώστε να περάσει στη νέα εποχή και να μη χαθούν οι αναπτυξιακές ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά της βρέθηκαν στο επίκεντρο της ετήσιας εκδήλωσης και της κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) που πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα της ΛΑΕΔ την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026.
Η άκρως επιτυχημένη εκδήλωση του ΣΕΚΠΥ αποτελεί πλέον θεσμό για τον κλάδο και για μια ακόμα χρονιά αποτέλεσε σημείο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, για την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία, με τις εξελίξεις να τρέχουν.

Η κοπή της βασιλόπιτας έγινε από τον Γενικό Διευθυντή της ΓΔΑΕΕ Υποστράτηγο Ιωάννη Μπούρα με το φλουρί να πέφτει φέτος στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (ΓΕΝ).
Στην εκδήλωση συμμετείχαν δεκάδες επιχειρηματίες, μέλη της κυβέρνησης, εκπρόσωποι φορέων, πολιτικών κομμάτων, πρέσβεις και διπλωμάτες από πολλές χώρες, καθώς και εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων.
Πιο συγκεκριμένα, την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Αθανάσιος Δαβάκης και ο υφυπουργός Ανάπτυξης Σταύρος Καλαφάτης.
Πολλοί βουλευτές κομμάτων και συγκεκριμένα, από τη ΝΔ Σοφία Βούλτεψη, Βασίλης Οικονόμου, Δημήτρης Καιρίδης, Δημήτρης Κούβελας, Γιάννης Οικονόμου, Βασίλης Υψηλάντης και από το ΠΑΣΟΚ ο Μιχάλης Κατρίνης και ο Σταύρος Μιχαηλίδης.

Από τον χώρο της διπλωματίας στην εκδήλωση παρευρέθηκαν Πρέσβεις, ΑΚΑΜ και εκπρόσωποι από Γαλλία, Ολλανδία, Πολωνία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Σουηδία, Τσεχία, Αγγλία, Ισραήλ, Γερμανία, Ουγγαρία, Ισπανία, Λιθουανία, Κορέα, Ιταλία, ΗΠΑ, Πορτογαλία, Σλοβακία, Λετονία, Εσθονία.
Μεγάλη ήταν η συμμετοχή και από εκπροσώπους των Επιτελείων των Ενόπλων Δυνάμεων και συγκεκριμένα ΓΕΕΘΑ, ΓΕΣ, ΓΕΝ, ΓΕΑ αλλά και Τραπεζών και Εμπορικών Βιομηχανικών Επιμελητηρίων.
Απευθύνοντας χαιρετισμό ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Αθανάσιος Δαβάκης επισήμανε μεταξύ άλλων ότι μετά την πολιτική αλλαγή του 2019, η πρώτη κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη προέβη σε άμεσες ενέργειες αποκατάστασης των κενών των Ενόπλων Δυνάμεων. «Αυξήσαμε κατακόρυφα τις αμυντικές μας δαπάνες. Προχωρήσαμε σε μεγάλες αγορές για να καλύψουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν τα κενά των προηγουμένων ετών. Τώρα, με την Ατζέντα 2030, κάνουμε το επόμενο μεγάλο βήμα. Ένα βήμα προς την κατεύθυνση της αξιοποίησης και της ενίσχυσης του εγχώριου οικοσυστήματος καινοτομίας, καθώς και προς την κατεύθυνση της ένταξης της εγχώριας βιομηχανίας στις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής», τόνισε.

Χαιρετίζοντας στην εκδήλωση ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔΑΕΕ Υποστράτηγος Ιωάννης Μπούρας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το 2025 ήταν μια πολύ καλή χρονικά για την Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία, καθώς καθορίστηκε το 25% συμμετοχή της αμυντικής βιομηχανίας σε όλες τις συμβάσεις με ξένες εταιρείες. Είναι ένα δυνατό ορόσημο. «Η ΓΔΑΕΕ είναι δεσμευμένη να υλοποιήσει αυτή την οδηγία που έδωσε και ο Πρωθυπουργός και ο κύριος υπουργός και ήδη έχει φτιάξει ομάδα που ελέγχει τις συμβάσεις, ήδη έχουν ξεκινήσει οι πρώτες συζητήσεις για το πού βρισκόμαστε με ξένες εταιρείες. Σε όλες τις επόμενες διαπραγματεύσεις, και πιστέψτε με είναι πολλές αυτήν την περίοδο, το πρώτο θέμα που μπαίνει είναι το 25% και η συμμετοχή, όπου στις συμβάσεις θα γράφεται δεσμευτικά πλέον αυτή η υποχρέωση. Δεν θα αφορά τη σύμβαση αυτή καθαυτή, Θα πηγαίνει και στο follow on support και στην αναβάθμιση», επισήμανε.
Ιδιαίτερα ξεχωριστή στιγμή ήταν, όταν τιμήθηκε από τον ΣΕΚΠΥ ο κ. Τάσος Χατζησταματίου της εταιρείας Barracuda, για τη συνολική του πολυετή συνεισφορά, την αδιάλειπτη αρωγή του στις δράσεις του Συνδέσμου και την ενεργό του παρουσία τόσο ως μέλος όσο και ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ του απόδωσε μια αναμνηστική πλακέτα, ως ελάχιστη ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς και της συνέπειάς του.

Σε κλίμα συγκίνησης ο κ. Τάσος Χατζησταματίου, τόνισε μεταξύ άλλων: «Αποχωρώ με επίγνωση ότι ο χώρος αξίζει περισσότερα και χρειάζεται όραμα και όχι διαχείριση. Οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι σίγουρο ότι μπορούν να σταθούν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό».
Τάσος Ροζολής: Απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός και θεσμική συνέχεια, μέσα από μια διακριτή κυβερνητική δομή με σαφή αρμοδιότητα για την αμυντική βιομηχανία
Στον κεντρικό χαιρετισμό της εκδήλωσης ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ Τάσος Ροζολής αφού ευχαρίστησε όλους όσους παρευρέθηκαν τόνισε στην αρχή της ομιλίας ότι «η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συνδέσμου δεν είναι μόνο μια εθιμική συνάντηση. Είναι μια στιγμή απολογισμού, αλλά και μια ευκαιρία να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το πού βρισκόμαστε, τι πετύχαμε και – κυρίως – πού οφείλουμε να κατευθυνθούμε ως εγχώρια αμυντική βιομηχανία».

Μάλιστα απευθυνόμενος στους εκπροσώπους των κομμάτων τους κάλεσε να στηρίξουν την θέση του ΣΕΚΠΥ για σύσταση Γενικής Γραμματείας ή υφυπουργείου Αμυντικής Βιομηχανίας καθώς όπως σχολίασε δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τα δισεκατομμύρια των ελληνικών προγραμμάτων με την κοσμογονία στα ευρωπαϊκά έτσι όπως είμαστε σήμερα. Θέλουμε θεσμική μνήμη, θέλουμε οργάνωση, έτσι πετύχαμε διεκδικώντας το 25%. Ελπίζω να το πετύχουμε και αυτό.
Όπως τόνισε μεταξύ άλλων στη συνέχεια «το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας έχει αλλάξει ριζικά. Η άμυνα δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή πολιτική επιλογή, αλλά έναν κεντρικό πυλώνα στρατηγικής, οικονομικής και βιομηχανικής ισχύος. Η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της, επενδύει στη δική της αμυντική ικανότητα και αναγνωρίζει πλέον ρητά ότι χωρίς ισχυρή βιομηχανική βάση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αποτροπή ούτε στρατηγική αυτονομία.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση που εξελίσσεται σήμερα αφορά ζητήματα στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης. Ζητήματα όπως το επερχόμενο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, η στρατιωτική κινητικότητα και οι κρίσιμες αμυντικές υποδομές, οι ενεργειακές λύσεις στον τομέα της άμυνας και η πράσινη μετάβαση σε στρατιωτικές εφαρμογές, καθώς και η θαλάσσια ασφάλεια και οι αμυντικές εφαρμογές της γαλάζιας οικονομίας διέπουν τη νέα αυτή ατζέντα.
Όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επιλέγει να την οικοδομήσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΕΚΠΥ θεωρεί τον Οδικό Χάρτη Μετασχηματισμού της Αμυντικής Βιομηχανίας μια ουσιαστική και αναγκαία πρωτοβουλία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υλοποιηθεί με ρεαλισμό, πειθαρχία και στρατηγική συνοχή, ώστε να μεταφραστεί σε πραγματικές βιομηχανικές δυνατότητες και όχι απλώς σε κανονιστικές διακηρύξεις.
Στην ίδια ακριβώς ευρωπαϊκή στρατηγική κατεύθυνση εντάσσεται και η αυξημένη παρουσία της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας. Η δυναμική αυτή επιβεβαιώνεται και στον κύκλο προσκλήσεων του EDF 2024, όπου καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη συμμετοχή επιχειρήσεων–μελών του ΣΕΚΠΥ, γεγονός που αποτυπώνει την τεχνολογική ωριμότητα και τον εξωστρεφή προσανατολισμό του εγχώριου αμυντικού οικοσυστήματος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, έντεκα ελληνικές εταιρείες–μέλη του Συνδέσμου, καθώς και τρεις φορείς–μέλη του πρώτου cluster στον τομέα της άμυνας, του DefencEduNet, έχουν ενταχθεί συνολικά σε δεκαέξι ερευνητικά και αναπτυξιακά έργα.

Η συμμετοχή αυτή έχει σαφές ποιοτικό περιεχόμενο και αφορά κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς. Παράλληλα, η συμμετοχή ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων της χώρας, ως μελών του DefencEduNet, ενισχύει έμπρακτα τη διασύνδεση βιομηχανίας και έρευνας και συμβάλλει στη δημιουργία κρίσιμων δεξιοτήτων και καινοτομίας εντός της χώρας.
Συνολικά, η παρουσία της Ελλάδας στο EDF 2024 αποδεικνύει τη δυναμική και την ωριμότητα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, την οποία ο ΣΕΚΠΥ συνεχίζει να υποστηρίζει μεθοδικά, τόσο μέσω στοχευμένων δράσεων ενημέρωσης και δικτύωσης μέσω της ιστοσελίδας και της υπηρεσίας Newsletter του Συνδέσμου, όσο και μέσω της πρόσφατα δημιουργηθείσας πλατφόρμας υποστήριξης HelpDesk, σε συνεργασία με την Ernst & Young.
Για την Ελλάδα, αυτή η συγκυρία είναι κρίσιμη. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν είναι απλώς ένας παραγωγικός κλάδος. Είναι εργαλείο εθνικής κυριαρχίας, πολλαπλασιαστής ισχύος για τις Ένοπλες Δυνάμεις και φορέας τεχνογνωσίας, καινοτομίας και εξαγωγικής δυναμικής. Αυτή ακριβώς τη θεώρηση υπηρετεί διαχρονικά ο ΣΕΚΠΥ, όχι με γενικόλογες διαπιστώσεις, αλλά με συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες θέσεις.
Η πρώτη και θεμελιώδης θέση μας είναι η ανάγκη ύπαρξης μιας ανθεκτικής, βιώσιμης και τεχνολογικά ώριμης εγχώριας αμυντικής και βιομηχανικής βάσης. Μιας βάσης που να μπορεί να υποστηρίζει ουσιαστικά τις Ένοπλες Δυνάμεις σε όλο τον κύκλο ζωής των οπλικών συστημάτων και όχι μόνο στη φάση της προμήθειας. Χωρίς αυτή τη βάση, καμία εξοπλιστική επένδυση δεν έχει πραγματικό στρατηγικό βάθος.
Η δεύτερη θέση αφορά την πραγματική αυτονομία. Η χώρα πρέπει να διαθέτει βιομηχανική ικανότητα τροποποίησης, αναβάθμισης και ενσωμάτωσης κρίσιμων υποσυστημάτων, χωρίς εξαρτήσεις από τρίτες χώρες και χωρίς περιορισμούς που δεσμεύουν την επιχειρησιακή ελευθερία των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αυτονομία αυτή δεν είναι θεωρητική· είναι απολύτως πρακτική και συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και την αποτρεπτική μας ικανότητα.
Η τρίτη, εξίσου κρίσιμη θέση μας, αφορά το θεσμικό πλαίσιο. Η αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να λειτουργεί σε καθεστώς αποσπασματικών ρυθμίσεων και ευκαιριακών αποφάσεων. Απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός και θεσμική συνέχεια, μέσα από μια διακριτή κυβερνητική δομή με σαφή αρμοδιότητα για την αμυντική βιομηχανία, είτε αυτή λάβει τη μορφή Γενικής Γραμματείας είτε Υφυπουργείου. Μόνο έτσι μπορεί να τερματιστεί η διαχρονική «a la carte» αντιμετώπιση της εγχώριας βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πάγια θέση του ΣΕΚΠΥ για τις βιομηχανικές επιστροφές. Η συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να αποτελεί θεμελιώδη και νομοθετημένη προϋπόθεση. Οι βιομηχανικές επιστροφές, σε ποσοστό τουλάχιστον 30% της αξίας των συμβάσεων, δεν είναι εξαίρεση αλλά διεθνής πρακτική. Και αυτές οι επιστροφές δεν πρέπει να είναι λογιστικές, αλλά ουσιαστικές: υποκατασκευαστικό έργο, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμμετοχή στη συντήρηση και υποστήριξη, επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη, με διάρκεια αντίστοιχη της επιχειρησιακής ζωής των συστημάτων.
Η πρόσφατη θεσμοθέτηση του ποσοστού του 25% εκ μέρους της Πολιτείας συνιστά αναμφίβολα ένα πρώτο θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του προϋποθέτει ένα σαφές, διαφανές και πλήρως νομοθετημένο πλαίσιο εφαρμογής, με ξεκάθαρους κανόνες, μηχανισμούς ελέγχου και ουσιαστική διασφάλιση της συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Στενά συνδεδεμένη με τα παραπάνω είναι και η ανάγκη αλλαγής του υφιστάμενου νόμου περί αμυντικών προμηθειών. Ο σημερινός νόμος, όπως και το αντίστοιχο ευρωπαϊκό πλαίσιο, λειτουργεί συχνά ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η αναθεώρησή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε η άμυνα να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως δαπάνη, αλλά και ως στρατηγική επένδυση.
Μια ακόμη ξεκάθαρη θέση του ΣΕΚΠΥ είναι η ανάγκη για μια συμπεριληπτική αμυντική βιομηχανία. Η Εγχώρια Αμυντική Βιομηχανία δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί ως κλειστό «κλαμπ». Χρειάζεται ένα ανοιχτό, δυναμικό οικοσύστημα, στο οποίο να έχουν θέση τόσο οι εταιρείες με μακρά εμπειρία στην άμυνα όσο και νέοι φορείς με τεχνολογίες διττής χρήσης και καινοτόμες δυνατότητες. Η ανανέωση, η μεταφορά τεχνολογίας και το «νέο αίμα» είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας και όχι απειλή.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το προαναφερθέν DefencEduNet, μια στρατηγική πρωτοβουλία του ΣΕΚΠΥ που στοχεύει στη μόνιμη διασύνδεση της αμυντικής βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Δεν πρόκειται για μια αποσπασματική δράση, αλλά για έναν μηχανισμό δημιουργίας δεξιοτήτων, γνώσης και ανθρώπινου δυναμικού, που αποτελεί τη βάση κάθε σοβαρής αμυντικής στρατηγικής.
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία διαθέτει σήμερα τη γνώση, τους ανθρώπους και τις δυνατότητες να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο. Αυτό που απαιτείται είναι στρατηγική συνέπεια, θεσμική σταθερότητα και πραγματική συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, Ενόπλων Δυνάμεων, βιομηχανίας και ακαδημαϊκής κοινότητας. Ο ΣΕΚΠΥ θα συνεχίσει να λειτουργεί ως σοβαρή, ενιαία και υπεύθυνη φωνή του κλάδου, με στόχο όχι μόνο την ενίσχυση της άμυνας, αλλά και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας».