Άνοιξε σήμερα τις πύλες της η World Defense Show (WDS) στη Σαουδική Αραβία, η οποία φιλοδοξεί να γίνει η μεγαλύτερη μεγάλη διεθνή έκθεση άμυνας στον κόλπο και μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν αποδεσμευτεί φιλοξενεί 925 εκθέτες από 80 χώρες, σε 800.000 m² εκθεσιακού χώρου και φυσικά διοργανώνεται υπό την αιγίδα της Βασιλικής Οικογένειας.
Σε δεσπόζοντα χώρο βρίσκεται ίσως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα εκθέματα, έστω και εάν πρόκειται για πρόπλασμα, αυτό του F-35 με τα εθνόσημα και εμβλήματα της της RSAF (Royal Saudi Air Force).
Το ενδιαφέρον της Σαουδικής Αραβίας για την απόκτηση του F‑35 χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, παράλληλα με παρόμοιες φιλοδοξίες από άλλα κράτη του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Ωστόσο, η πολιτική των ΗΠΑ απέρριπτε συστηματικά αυτά τα αιτήματα, επικαλούμενη την ανάγκη διατήρησης του καθεστώτος ποιοτικής υπεροχής QME (Qualitative Military Edge) του Ισραήλ, καθώς και ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια της τεχνολογίας.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ του 2020, που προαναφέρθηκαν, δημιούργησαν νέους διπλωματικούς διαύλους και άνοιξαν προοπτικές για προωθημένες πωλήσεις όπλων ως κίνητρα για την ομαλοποίηση των σχέσεων. Ωστόσο, η «περιπέτεια» του αιτήματος των ΗΑΕ για F‑35 κατά την πρώτη θητεία Τραμπ αποθάρρυνε τη Σαουδική Αραβία από το να ακολουθήσει την ίδια πορεία.

Η επιστροφή της κυβέρνησης Τραμπ το 2025 αναζωογόνησε τις φιλοδοξίες του Ριάντ, το οποίο αξιοποίησε τη στρατηγική συνεργασία του με την Ουάσινγκτον και δήλωσε την προθυμία του να επενδύσει σημαντικά σε αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες. Το αίτημα της Σαουδικής Αραβίας τον Μάιο του 2025 για 48 F‑35, ως μέρος ενός «πακέτου» όπλων αξίας 142 δισ. δολαρίων, σηματοδότησε το πιο συγκεκριμένο βήμα μέχρι τότε. Έτσι, η SDA και η επακόλουθη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου τον Νοέμβριο του 2025 αντιπροσωπεύουν το αποκορύφωμα ετών διπλωματικών ελιγμών και μεταβαλλόμενων περιφερειακών δυναμικών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ, σε δημόσιες δηλώσεις του, τόνισε τη στρατηγική αξία της συμφωνίας, δηλώνοντας: «θα πουλήσουμε F‑35. Θέλουν να τα αγοράσουν, είναι σπουδαίοι σύμμαχοι». Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε τη συμφωνία SDA ως «νίκη για την ατζέντα America First», υπογραμμίζοντας τόσο τα οικονομικά οφέλη για τις αμερικανικές εταιρείες όσο και την εμβάθυνση των στρατιωτικών δεσμών με το Ριάντ.
Αν και ο ακριβής αριθμός των F‑35 που θα πωληθούν στην RSAF δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα —ούτε και μετά τη συνάντηση Τραμπ‑Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν— ακόμη και αν αφορά 48 αεροσκάφη, το συνολικό κόστος, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης, της εκπαίδευσης και των πυρομαχικών, εκτιμάται σε τουλάχιστον $50–$60 δισεκ. Μπορεί όμως να φτάσει και σε υπερδιπλάσιο ύψος εάν η σαουδαραβική επιδίωξη αφορά 100 Lightning II, όπως αναφέρουν κάποιες πηγές (με τίμημα άνω των $140 δισεκ.), στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου, συνολικού «πακέτου», που αντανακλά και την πολυπλοκότητα της ενσωμάτωσης του F‑35 στην RSAF.
Παρά την έγκριση της εκτελεστικής εξουσίας (κυβέρνηση Τραμπ), η πώληση των F‑35 στο Ριάντ παραμένει υπό την αίρεση της εξέτασης από το Κογκρέσο και της νομικής απαίτησης ότι το πλαίσιο QME του Ισραήλ δεν θα επηρεαστεί αρνητικά. Η διαδικασία αυτή ενδέχεται να έχει ξεκινήσει σε προπαρασκευαστικό επίπεδο, αλλά θα λάβει ουσιαστική μορφή με την επίσημη γνωστοποίηση του θέματος στα νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας DSCA.
Οι ηγέτες του Κογκρέσου, και στα δύο Σώματα (Βουλή και Γερουσία) και από τα δύο κόμματα, έχουν ήδη εκφράσει την πρόθεσή τους να εξετάσουν προσεκτικά τη συμφωνία, επικαλούμενοι ανησυχίες σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Σαουδική Αραβία, την ασφάλεια της τεχνολογίας και την περιφερειακή σταθερότητα.
Στο τεύχος μας που κυκλοφορεί, ΠΤΗΣΗ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ υπάρχει μια πολυσέλιδη ανάλυση για το θέμα με πολλές άγνωστες πτυχές της δυνητικής πώλησης.